Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΣΕΡΡΑ-Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" ΜΕΡΟΣ 3ο

3


Κάθε γυναίκα, γιαγιά, μάνα, αδελφή, ερωμένη, σύζυγος, φίλη, ακόμη και μια ωραία φευγαλέα παρουσία στον δρόμο ή οπουδήποτε αλλού, εισχωρεί στη ζωή των αντρών και αναμφίβολα την μπολιάζει, λιγότερο, περισσότερο ή καταλυτικά, με το θηλυκό άρωμα της ζωής. Μολαταύτα η ζωή γράφει ιστορίες που δε χωρούν σε τούτον τον συνοπτικό κανόνα.

Στις είκοσι εννέα Ιουνίου, η Φιλάνθη Ρωμυλίδη ατένιζε απ’ το παράθυρο πέρα στ’ ανοιχτό κι ολότελα ακύμαντο πέλαγος. Ήσυχη φάνταζε ν’ απλώνεται στην πλαγιά του λόφου και η πόλη, η Ορντού ή Κοτύωρα. Κατάφερνε η γαλήνη του τοπίου να μεταφέρεται στην ψυχή της κι ας την υπονόμευαν τα πρόσφατα γεγονότα.
Ήταν δέκα μέρες πριν, χαράματα Σαββάτου, όταν αναστάτωσαν την ίδια και όλους τους κατοίκους της Ορντού οι φωνές, οι θρήνοι και οι κραυγές των Αρμενίων συμπατριωτών τους που οδηγούνταν στην εξορία. Συνάμα οι πυροβολισμοί των χωροφυλάκων, οι οποίοι σκότωσαν τον νεαρό και ενθουσιώδη γείτονά τους Πρόδρομο Παπαδόπουλο επειδή βοηθούσε αρμένικες οικογένειες να ξεγλιστρήσουν απ’ τον κλοιό τους. Κατόπιν μαθεύτηκε και η σφαγή όσων εκτοπίστηκαν, αλλά και ο πνιγμός στ’ ανοιχτά του λιμανιού πλειάδας γυναικών και παιδιών, επιτείνοντας την ανησυχία μεταξύ των Ελλήνων.
Ωστόσο η ζωή φροντίζει να κλείνει γρήγορα τις πληγές, ιδιαίτερα αν δεν απειλείται και δε βάλλεται ευθέως ό,τι θεωρεί κανείς δικό του. Έτσι λειτουργούσε και ο συναισθηματικός κόσμος της Φιλάνθης κι ενός τμήματος των Ρωμιών της Ορντού. Γιατί ορισμένοι είχαν κι επιπρόσθετους λόγους ν’ ανησυχούν, μια κι έκρυβαν Αρμενοπούλες κι επιδίωκαν να τις φυγαδέψουν στο εξωτερικό.
Ήσαν κι άλλοι, κυρίως ανάμεσα στα φτωχότερα στρώματα, που αγωνιούσαν για τους στρατευμένους άντρες των οικογενειών τους. Όσοι, δηλαδή, από την ηλικία των δεκαοχτώ μέχρι τα σαράντα πέντε δε διέθεταν χρήματα ή αρνήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα εξαγοράς της θητείας όταν τους κάλεσαν στα όπλα με τη γενική επιστράτευση του Ιουλίου του 1914. Υπηρετούσαν αρχικά πολλοί Ρωμιοί στο πεζικό, στο ιππικό και στο πυροβολικό, είτε ως απλοί φαντάροι είτε κι ως αξιωματικοί. Όμως μετά την ταπεινωτική ήττα από τους Ρώσους στο Σαρίκαμις στις αρχές του 1915 όλα άλλαξαν. Τους τοποθέτησαν στη συντριπτική τους πλειονότητα σε τάγματα εργασίας, τα διαβόητα Αμελέ Ταμπουρού, καθώς η συντριβή των οθωμανικών δυνάμεων αποδόθηκε στους άπιστους που δεν πολέμησαν γενναία κι ας είχαν λιποτακτήσει, κατά χιλιάδες, μουσουλμάνοι και χριστιανοί.
Ανησυχούσαν τα μέγιστα και όσοι έκρυβαν ανυπόταχτους ή δραπέτες απ’ τα τάγματα εργασίας, αφού επικρέμονταν φοβερές ποινές για το σύνολο των στενών συγγενών.
Την οικογένεια Ρωμυλίδη δεν τη βάραινε άμεσα ο φόβος της στράτευσης, ούτε και των συνεπειών της. Ο σαρανταοκτάχρονος Ανδρόνικος απαλλασσόταν λόγω ηλικίας, ενώ έτερος αρσενικός δεν υπήρχε στη φαμίλια. Η κοκόνα Βικτωρία, προς μεγάλη απογοήτευση του κυρ Ανδρόνικου, γέννησε μονάχα κόρες, πέντε τον αριθμό.
Με δεδομένα όλα τούτα, η Φιλάνθη επανήλθε λίαν συντόμως σε ό,τι την απασχολούσε πριν από τα τραγικά γεγονότα των Αρμενίων. Προπαντός στον επικείμενο γάμο της με τον Γαληνό Φιλονίδη τον Νοέμβριο. Θ’ άλλαζε τότε ριζικά η ζωή της και πάσχιζε να φανταστεί το μέλλον της. Πώς θα ζούσε στο πλευρό ενός άντρα που ελάχιστα γνώριζε; Τον είχε δει μόνο τρεις φορές και πάντα με τους γονείς και τις αδελφές της να κάθονται δίπλα τους ή να στέκονται παρέκει. Έμπαινε και σε σκέψεις κοριτσίστικες, μια και μόλις έναν μήνα πριν πάτησε στα δεκαοκτώ. Τι θα συνέβαινε την πρώτη νύχτα του γάμου; Πώς θα μεταφράζονταν στην πράξη όσα έγραφαν τα γαλλικά ρομάντζα; Θα τον ερωτευόταν με πάθος; Για την ώρα επικρατούσε η ανασφάλεια έναντι οποιουδήποτε συναισθήματος κι ας ένιωθε γλυκό σκίρτημα φέρνοντας την εικόνα του Γαληνού στον νου της. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι την κυρίευε η αδημονία με την οποία ανέμεναν τον αγαπημένο τους οι ηρωίδες των μυθιστοριών.

Την απασχολούσαν κι άλλα ζητήματα όντας απόφοιτη του Ελληνικού Παρθεναγωγείου της Ορντού, το οποίο συστάθηκε μεν το 1912, όμως εκείνη είχε εκπαιδευτεί και πρωτύτερα κατ’ οίκον από διδασκάλισσες. Κάτεχε τη γαλλική γλώσσα, τρόπους καλής συμπεριφοράς, ευρωπαϊκούς χορούς και πόσα ακόμη. Προσέτι τύγχανε μοσχαναθρεμμένη και από εύπορη οικογένεια, σε αντίθεση με τον Γαληνό ο οποίος προ ολίγων ετών περιήλθε στην προστασία του συνεταίρου του πατέρα της Όμηρου Σεμενιάδη. Κοντολογίς, θα στεκόταν εμπόδιο σε μια αρμονική και ειδυλλιακή σχέση η ταπεινή καταγωγή του; Θα διασφάλιζε την άνετη ζωή της; Και το τελευταίο, επειδή ο Γαληνός ξεκαθάρισε ότι δε σκοπεύει ν’ ακολουθήσει τον τόσο προσοδοφόρο οικονομικά τομέα του εμπορίου.
Ορντού

Ασφαλώς κατά τις συναντήσεις τους ήταν άψογος. Ευγενέστατο, κομψό, νηφάλιο και συνεσταλμένο θα τον χαρακτήριζε. Διαβεβαίωνε περί αυτού κι ο συνέταιρος του πατέρα της, ο νονός του Γαληνού και μεσολαβητής στο προξενιό. Τη γοήτευε και το πάθος του για τη λογοτεχνία και η θέλησή του να ενταχθεί ως καθηγητής στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως με τον καιρό να τον έπειθε ν’ ασχοληθεί παράλληλα και με το εμπόριο. Κι αν επέμενε στην άρνησή του, θα διαχειριζόταν η ίδια την προίκα της. Ήτοι, το ήμισυ του υποκαταστήματος της βιοτεχνίας επεξεργασίας λεπτοκαρύων στην Τραπεζούντα το οποίο ανήκε στον πατέρα της και θα το παραχωρούσε σ’ εκείνη. Θα διαχειριζόταν και το υπόλοιπο μερίδιο, καθώς ο Όμηρος Σεμενιάδης υποσχέθηκε να το μεταβιβάσει στον Γαληνό.
Συνέχιζε ν’ ατενίζει το πέλαγος κι ήλπιζε να λυθούν πολλά απ’ τα ερωτήματα και τις αμφιβολίες της κατά την επίσκεψή τους στο Τσάμπασιν. Σκόπευε να ταξιδέψει σύμπασα η οικογένεια την επομένη στο ορεινό θέρετρο και μαζί ο Γαληνός που τον καρτερούσαν να φτάσει με πλοίο απ’ την Τραπεζούντα. Λογάριαζε ότι θα τους δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουν, να γνωριστούν καλύτερα και να βγουν οι δυο τους περίπατο στα καταπράσινα λιβάδια ή ανάμεσα στα έλατα και στα πεύκα. Και γιατί όχι, μπορεί να δοκίμαζε να τη φιλήσει όπως στα μυθιστορήματα. Ν’ αφεθεί στο φίλημά του και κατόπιν να τον ερωτευτεί παράφορα.
Αγνάντευε ακόμη απ’ το παράθυρο, όταν φάνηκε το αυστριακό ατμόπλοιο να προσεγγίζει το λιμάνι. Ευθύς η καρδιά της άρχισε να φτεροκοπά. Επειδή θα έβλεπε σε λίγο τον Γαληνό; Σήμαινε τούτο έρωτα;






ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ