Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Η καταστροφή των Ινδιάνων. Μέρος 2ο


Το Ρίο ντε λα Πλάτα
Από τα 1522 ως τα 1523 οι αρχηγοί πήγανε τρεις ή τέσσερις φορές στο Ρίο ντε λα Πλάτα, όπου βρίσκονται μεγάλα βασίλεια και επαρχίες και λαοί με καλές διαθέσεις και πολύ λογικοί. Γενικά ξέρουμε ότι οι αρχηγοί έκαναν καταστροφές και σφαγές.
[…] Ένας τύραννος κυβερνήτης είχε διατάξει σε ορισμένους από τους συντρόφους του να πάνε στα χωριά και να σκοτώσουν όλους τους Ινδιάνους, αν δεν τους έδιναν να φάνε. Οι αποσταλμένοι έφυγαν, ισχυροί μ’ αυτό το δικαίωμα. Και επειδή οι Ινδιάνοι, δεν ήθελαν τίποτα να τους δώσουν, μάλλον επειδή φοβούνταν να τους δουν, και για να τους αποφύγουν, παρά από έλλειψη γενναιοδωρίας, οι Ισπανοί πέρασαν από το σπαθί περισσότερα από πέντε χιλιάδες άτομα.
Σε άλλη περίπτωση, ορισμένοι ειρηνικοί Ινδιάνοι που οι Ισπανοί, χωρίς αμφιβολία, θα τους είχαν καλέσει να έρθουν σ’ αυτούς και να μπουν στην υπηρεσία τους, είτε γιατί δεν ήρθαν τόσο γρήγορα, είτε γιατί οι Ισπανοί, σύμφωνα με την αισχρή συνήθειά τους, θέλησαν να τους τρομοκρατήσουν, να τους φέρουν σε φρικτή αγωνία, ο διοικητής διάταξε να παραδώσουν όλους αυτούς τους Ινδιάνους σε άλλους Ινδιάνους που οι πρώτοι τους θεωρούσαν εχθρούς τους. Οι ειρηνικοί Ινδιάνοι έκλαιγαν και φώναζαν, ικετεύοντας τους Ισπανούς να τους σκοτώσουν οι ίδιοι, αλλά να μην τους παραδώσουν στους εχθρούς τους. Και επειδή, δεν ήθελαν να βγουν από το σπίτι όπου βρίσκονταν, τους κατακομμάτιασαν.

Επαρχίες του Περού
Στα 1531, ένας άλλος μεγάλος τύραννος πήγε, με μια συμμορία, στα βασίλεια του Περού. Μπήκε με τον ίδιο τίτλο, τον ίδιο σκοπό και τις ίδιες αρχές, όπως και οι προηγούμενοι. Ήταν ένας από τους περισσότερο εξασκημένους και επί μεγαλύτερον χρόνο, σ’ αυτές τις ωμότητες και τις καταστροφές που είχαν γίνει στη Μεγάλη Στεριά από τα 1510.
[…] Οι Ισπανοί πήγανε στην επαρχία Τούμπαλα που βρίσκεται στη Μεγάλη Στεριά και σκότωσαν όσους μπόρεσαν. Και επειδή όλοι οι κάτοικοι έτρεχαν να σωθούν από τις φρικτές αισχρότητες, οι Ισπανοί έλεγαν ότι ξεσηκώθηκαν ενάντια στο βασιλιά και ότι ήταν στασιαστές. Ο τύραννος αυτός ήταν επιτήδειος. Σ’ αυτούς από τους οποίους ζητούσε, και στους άλλους που έρχονταν να του προσφέρουν χρυσάφι, ασήμι ή ό,τι άλλο είχαν, έλεγε να του φέρουν περισσότερα. Όταν, τέλος, έβλεπε ότι τίποτα πια δεν είχαν ή τίποτα δεν έφερναν, έλεγε ότι θα τους δεχτεί σαν υποτελείς των βασιλιάδων της Ισπανίας.
Γίνονταν οι εναγκαλισμοί, δυο σάλπιγγες ηχούσαν και τους έκαναν γνωστό ότι στο εξής δεν θα τους έπαιρναν πια τίποτα, δεν θα τους έκαναν τίποτα κακό. Θεωρούσε θεμιτό ότι τους έκλεβε ή ότι οι Ινδιάνοι του έδιναν, από φόβο για τις αισχρότητες που άκουσαν απ’ αυτόν, πριν μπουν κάτω από τη βασιλική προστασία. Σαν τάχα, αφού μπήκαν κάτω από τη βασιλική προστασία, να μην ήταν και πάλι τυραννούμενοι, λεηλατημένοι, αποδεκατισμένοι, κατεστραμμένοι, και σαν ο τύραννος να μην τους είχε έτσι μεταχειριστεί.
Μερικές μέρες αργότερα, έφτασε ο γενικός βασιλιάς και αυτοκράτορας σ’ αυτά τα βασίλεια που ονομαζόταν Αταχουάλπα. Την ακολουθία του την αποτελούσαν άνθρωποι γυμνοί, με κάτι όπλα για γέλια. Δεν γνώριζε ότι τα σπαθιά κόβουν, τα δόρατα πληγώνουν, τα άλογα τρέχουν, ούτε ποιοι ήταν οι Ισπανοί -μα αυτοί οι Ισπανοί, θα τα έβαζαν και με τους δαίμονες αν ήξεραν ότι κατέχουν χρυσάφι, για να τους το κλέψουν. Ο Αταχουάλπα έφτασε στη μεριά όπου βρίσκονταν οι Ισπανοί και είπε: «Πού είναι οι Ισπανοί; Να παρουσιαστούν! Δεν θα το κουνήσω από δω, αν δεν με αποζημιώσουν για τους υπηκόους που μου σκότωσαν, για τα χωριά που μου κατάστρεψαν, και για τα πλούτη που μου έκλεψαν».
Χύθηκαν σι Ισπανοί, σκότωσαν πολλούς από τους συντρόφους του, έπιασαν και τον ίδιο ενώ βρισκόταν στο φορείο του, και όταν τον φυλάκισαν, του ζήτησαν λύτρα. Υποσχέθηκε να δώσει τέσσερα εκατομμύρια καστιλλάν, έδωσε δεκαπέντε και οι Ισπανοί υποσχέθηκαν να τον ελευθερώσουν. Αλλά τελικά, χωρίς να σεβαστούν τα λόγια τους, ούτε την αλήθεια -στις Ινδίες δεν τα σεβάστηκαν ποτέ, σχετικά με τους Ινδιάνους- (…) οι Ισπανοί τον καταδίκασαν να καεί ζωντανός. Αλλά μετά μερικοί ζήτησαν από τον αρχηγό, να τον στραγγαλίσουν. Κι έτσι πρώτα στραγγαλίστηκε και μετά κάηκε.
[…] Σε δέκα χρόνια, οι Ισπανοί σκότωσαν σ’ αυτά τα βασίλεια περισσότερες από τέσσερα εκατομμύρια ψυχές, και εξακολουθούν να σκοτώνουν. Είναι μερικές μέρες, μια μεγάλη βασίλισσα την έκαναν να υποφέρει με καλάμια πελεκημένα, και την σκότωσαν. Ήταν η σύζυγος του Ελίνγκ που είχε γίνει βασιλιάς, σ’ αυτά τα βασίλεια. Οι χριστιανοί θέλησαν να τον πάρουν. Με τις τυραννίες τους, τον ανάγκασαν να ξεσηκωθεί και έμεινε επαναστατημένος. Πήραν τη βασίλισσα, τη γυναίκα του, και ενάντια σε κάθε δικαιοσύνη και κάθε λογική, την σκότωσαν -λέγεται μάλιστα ότι ήταν έγκυος- μόνο και μόνο για να κάνουν το σύζυγό της να υποφέρει.
Το νέο βασίλειο της Γρενάδας
[…] Ένας διοικητής που δεν θέλησε να δεχτεί έναν άντρα που έκλεβε και σκότωνε στο νέο βασίλειο της Γρενάδας, για να μπορεί ο ίδιος να κλέβει και να σκοτώνει, έκανε κατάθεση εναντίον του, έφερε μάρτυρες πολλούς, για τις καταστροφές, τις καταχρήσεις και τους φόνους που έκανε και εξακολουθεί να κάνει. Η κατάθεση αυτή διαβάστηκε στο Συμβούλιο των Ινδιών, όπου βρίσκεται.
Στην κατάθεση αυτή, οι μάρτυρες δηλώνουν τα εξής: Όλο το βασίλειο ζούσε ειρηνικά και εξυπηρετούσε τους Ισπανούς. Ολοένα εργάζονταν οι Ινδιάνοι για να τους δίνουν να τρώνε, καλλιεργούσαν τη γη τους, ασχολούνταν και στις ιδιοκτησίες τους. Τους έφερναν πολύ χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, σμαράγδια, και ότι είχανε και ό,τι μπορούσαν να δώσουν. Οι Ισπανοί είχαν μοιραστεί τους άρχοντες και τους κατοίκους των χωριών -είναι ο τρόπος που μεταχειρίζονται για να φτάσουν στον τελικό σκοπό που είναι το χρυσάφι- και τους είχαν όλους υποτάξει στην τυραννία και στη συνηθισμένη σκλαβιά.
Τότε ήταν που ο τύραννος, κύριος αρχηγός που διοικούσε όλη τη χώρα, πήρε τον άρχοντα και βασιλιά από όλο αυτό το βασίλειο και τον κράτησε έξι ή επτά μήνες αιχμάλωτο, για να του ζητήσει χρυσάφι και σμαράγδια, χωρίς άλλη αιτία και χωρίς κανένα δικαίωμα. Αυτός ο βασιλιάς που ονομαζόταν Μπογκοτά τρομοκρατήθηκε και είπε ότι θα έδινε ένα σπίτι από χρυσάφι που του ζητούσαν, ελπίζοντας ότι θα ξεφύγει από τα χέρια αυτού που τον τυραννούσε. Έστειλε Ινδούς να ζητήσουν χρυσάφι, κι αυτοί του έφεραν πάλι και πάλι, μια μεγάλη ποσότητα χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες.
Μα επειδή δεν έδινε το χρυσό σπίτι, οι Ισπανοί έλεγαν ότι πρέπει να τον σκοτώσουν αφού δεν κρατούσε την υπόσχεσή του. Ο τύραννος είπε ότι θα έπρεπε να τον δικάσουν μπροστά του. Κι έτσι οι Ισπανοί έκαναν την αγωγή ενάντια στο βασιλιά. Ο τύραννος καταδίκασε το βασιλιά να βασανιστεί, αν δεν θα έδινε το χρυσό σπίτι. Κι αφού τον βασάνιζαν με το σκοινί, του έριχναν στην κοιλιά του ζεματιστό πάχος. Έπειτα στο κάθε πόδι του έβαλαν ένα πέταλο αλόγου που το στερέωσαν σ’ ένα ραβδί, και ένα άλλο ραβδί το έδεσαν στον λαιμό του. Δυο άντρες του κρατούσαν τα χέρια και έβαλαν φωτιά στα πόδια του. Από καιρού σε καιρό ερχόταν ο τύραννος και του έλεγε ότι θα τον σκότωνε λίγο-λίγο, βασανίζοντάς τον, εάν δεν θα του έδινε το χρυσάφι. Ο τύραννος κράτησε τον λόγο του, βασάνισε τον βασιλιά μέχρι τον θάνατο.
Από φόβο για τις νέες ωμότητες στους Ινδιάνους από έναν απ’ αυτούς τους τύραννους, ένας μεγάλος άρχοντας που ονομαζόταν Ντεταμά, και μεγάλο μέρος από τον λαό του καταφύγανε στα δάση, για να ξεφύγουν μια τέτοια απανθρωπιά. Τα δάση -όταν υπάρχουν- είναι πραγματικά η προσφυγή και το καταφύγιο των Ινδιάνων, και είναι αυτό που οι Ισπανοί ονομάζουν ξεσηκωμό και στάση. Όταν ο αρχηγός, ο προϊστάμενος τύραννος, το έμαθε, έστειλε ένα στράτευμα στον σκληρό άνθρωπο -σ’ αυτόν που η αγριότητα είχε σπρώξει τους ειρηνικούς Ινδιάνους που υποφέρανε από την τυραννία και την ωμότητα, να καταφύγουν στα δάση. Κι αυτός πήγε να βρει τους Ινδιάνους.
Κι αφού δεν ήταν δυνατό να κρυφτούν στα σπλάχνα της γης, οι Ισπανοί βρήκαν αρκετούς, ανθρώπους. Τους σκότωσαν, και κατακομμάτιασαν περισσότερους από πεντακόσιους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί δεν έκαναν χάρη σε κανέναν. Οι μάρτυρες λένε επίσης, ότι ο ίδιος ο άρχοντας Ντεταμά, πριν τον σκοτώσουν, πήγε να δει αυτόν τον σκληρό άνθρωπο και του έφερε τέσσερις ή πέντε χιλιάδες καστιλλάν. Και όμως τον έσφαξαν, όπως το είπα. Μιαν άλλη φορά, πολλοί Ινδιάνοι ήρθαν να εξυπηρετήσουν τους Ισπανούς, με τη συνηθισμένη τους ταπεινότητα και απλότητα. Νόμιζαν ότι, ήταν ασφαλείς όταν, μια νύχτα, έφτασε ο αρχηγός στην πόλη όπου υπηρετούσαν οι Ινδιάνοι και διάταξε να τους περάσουν όλους από το σπαθί, την ώρα που θα κοιμούνται, που θα τρώνε ή που θα αναπαύονται από τις δουλειές της ημέρας. Το έκανε αυτό, νόμισε σωστά να γίνει αυτή η σφαγή, για να τρομοκρατήσει όλους τους κατοίκους της χώρας.
[…] Μιαν άλλη φορά, οι Ινδιάνοι μιας επαρχίας σ’ αυτό το βασίλειο, όταν είδαν ότι οι Ισπανοί είχαν κάψει τρεις ή τέσσερις μεγάλους άρχοντες, φοβήθηκαν και καταφύγανε σ’ έναν βράχο για να αμυνθούν από αυτούς τους εχθρούς που τους έλειπαν τα ανθρώπινα σπλάχνα. Κατά τους μάρτυρες, πάνω σ’ αυτόν το βράχο υπήρχαν τέσσερις ως πέντε χιλιάδες Ινδιάνοι. Ο αρχηγός, έστειλε έναν μεγάλο και ονομαστό τύραννο με Ισπανούς, για να τιμωρήσει τους Ινδιάνους, που τάχα είχαν ξεσηκωθεί, ενώ ήθελαν να ξεφύγουν έναν τόσο μεγάλο όλεθρο και τη σφαγή, σαν να είχαν κάνει κάποιο αδίκημα.
Σαν να ανήκει στους Ισπανούς το να τιμωρούν και το να εκδικούνται. Ενώ στους ίδιους θα ταίριαζαν τα πιο σκληρά βασανιστήρια, σαν αυτά που επιβάλλουν χωρίς έλεος σ’ αυτούς τους αθώους, γιατί τόσο μακριά βρίσκονται από τον οίκτο. Και όταν οι Ισπανοί έφτασαν στο βράχο σκαρφάλωσαν μια χαρά, αφού οι Ινδιάνοι ήταν γυμνοί και χωρίς όπλα. Καλούν τους Ινδιάνους για ειρήνη, τους βεβαιώνουν ότι δεν θα τους γίνει τίποτα κακό, τους ζητούν να μην πολεμήσουν. Και οι Ινδιάνοι παύουν τον αγώνα.
Ο άνθρωπος ο τόσο σκληρός διατάζει τους Ισπανούς να καταλάβουν όλες τις αμυντικές μεριές τους βράχου, και όταν τις πάρουν, να χτυπήσουν τους Ινδιάνους. Οι τίγρεις και τα λιοντάρια πέφτουν πάνω στα αθώα πρόβατα. Τους ξεκοιλιάζουν, τους περνούν από το σπαθί, μα είναι πολλοί, και πρέπει οι Ισπανοί να σταματήσουν για να ξεκουραστούν, τόσους που σκότωσαν. Μετά από μικρή ανάπαυση ο αρχηγός διάταξε να σκοτώνουν και να ρίχνουν ψηλά από το βράχο, που είχε μέγα ύψος, όλους που είχαν επιζήσει. Και έτσι έκαναν. Οι μάρτυρες λένε ότι έβλεπαν να εκμηδενίζονται ομάδες από επτακόσιους Ινδιάνους που τους έριχναν όλους μαζί από το ύψος του βράχου.
Και για να αποτελειώσουν τη μεγάλη τους αγριότητα οι Ισπανοί αναζήτησαν όλους τους Ινδιάνους που ήταν κρυμμένοι μέσα στα χόρτα. Ο αρχηγός διάταξε να τους σκοτώνουν με ρομφαία. Και αφού πέθαιναν, τους έριχναν από τον βράχο. Αλλά αυτός ο τύραννος δεν θέλησε να μείνει ευχαριστημένος από τις αγριότητες που αναφέραμε, θέλησε να διαπρέψει ακόμα περισσότερο και να αυξήσει τη φρίκη των αμαρτημάτων του. Διάταξε, όλοι οι Ινδιάνοι και οι Ινδιάνες που οι Ισπανοί τους είχαν πιάσει ζωντανούς για λογαριασμό δικό τους -πραγματικά, ο καθένας, κατά τις σφαγές, διαλέγει κατά συνήθεια, μερικούς Ινδιάνους, άντρες, γυναίκες και νεαρούς για την υπηρεσία του- να τους βάλουν σε σπίτι από άχυρο, αφού ο ίδιος διάλεξε και έβαλε κατά μέρος αυτούς που του φαίνονταν να του ταιριάζουν καλύτερα για να τον εξυπηρετούν.
Οι Ισπανοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι και έκαψαν ζωντανούς σαράντα ως πενήντα Ινδιάνους. Άλλοι ρίχτηκαν στα άγρια σκυλιά που τους κατακομμάτιασαν και τους έφαγαν. Μιαν άλλη φορά, αυτός ο ίδιος τύραννος πήγε σ’ ένα κάποιο χωριό που ονομαζόταν Κότα και αιχμαλώτισε πολλούς Ινδιάνους. Δεκαπέντε ως είκοσι άρχοντες και αρχηγούς τους κατασπάραξαν τα σκυλιά. Έκοψε πολλά χέρια από γυναίκες και άντρες, τα έδεσε με σκοινί και το κρέμασε κατά μήκος ενός ραβδιού, για να βλέπουν οι άλλοι Ινδιάνοι τι είχε κάνει. Ήταν εβδομήντα ζευγάρια χεριών. Και ακόμα από πολλές γυναίκες και παιδιά έκοψε τη μύτη.
Αποικιοκρατία σημαίνει αιώνια καθυστέρηση
Όπως επισημαίνει ο Εδουάρδος Γκαλεάνο, με το χρυσάφι και το ασήμι, αργότερα και τη ζάχαρη, τα οποία διοχετεύονταν στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, δημιουργήθηκε μεγάλη συσσώρευση αγαθών και κεφαλαίων, αναπτύχθηκε το εμπόριο και εδραιώθηκε η κυριαρχία των Δυτικών σε όλη τη γη. Ταυτόχρονα, οι μητροπόλεις αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη από το εμπόριο των σκλάβων και από την καταναγκαστική χωρίς πληρωμή εργασία των δούλων στα ορυχεία και τις φυτείες. Η λεηλασία του φυσικού πλούτου και η απεριόριστη εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας δημιούργησαν τις υλικές προϋποθέσεις για το καπιταλιστικό «θαύμα».
Ο Ερνέστος Μαντέλ υπολόγισε ότι η αξία του πλούτου που συσσωρεύτηκε από τη λεηλασία, ξεπερνούσε το σύνολο του κεφαλαίου που επενδύθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης.
Σήμερα, είναι κοινός τόπος ότι οι Ευρωπαίοι (γιατί μετά τους Ισπανούς, ακολούθησαν Πορτογάλοι, Γάλλοι, Βρετανοί, Ολλανδοί και λοιποί χριστιανοί εκπολιτιστές), λεηλατώντας το φυσικό πλούτο, καταστρέφοντας τους εντόπιους πολιτισμούς, εξολοθρεύοντας καθ’ ολοκληρίαν τους ιθαγενείς πληθυσμούς και εξαφανίζοντας όλη την αφρόκρεμα των αρχόντων ηγετών και των προικισμένων διανοητών μιας ολόκληρης ηπείρου που περιλάμβανε αρχιτέκτονες, μηχανικούς, αστρονόμους, ζωγράφους, θεραπευτές κ.λπ., επί τετρακόσια χρόνια, υπονόμευσαν το μέλλον των πληθυσμών που επέζησαν και των απογόνων τους, καταδικάζοντάς τους σε μια απροσδιορίστου χρόνου στέρηση και καθυστέρηση, που είναι αισθητή μέχρι τις μέρες μας.
Σήμερα οι λευκοί Αμερικανοί συνεχίζουν την ίδια πολιτική οικειοποίησης του φυσικού πλούτου της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής κι αφανισμού του εκλεκτότερου ανθρώπινου δυναμικού της με δολοφονίες και εξαφανίσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε Αργεντινή, Χιλή, Γουατεμάλα, Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Βολιβία κ.λπ.
Το «θαύμα» του καπιταλισμού τρέφεται, ανέκαθεν, από την βία και την λεηλασία.
Δυστυχώς η βία, ο σαδισμός και η πανούκλα είναι έμφυτα χαρακτηριστικά των χριστιανών κι όποιος φαντασιώνεται ότι η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική ή την οικονομία είναι μακριά νυχτωμένος. Τον όποιο πρωτόγονο «πολιτισμό» κοκορεύεται με απύθμενη εγωπάθεια το σύγχρονο ανθρώπινο χριστιανικό ζώο των τσιμεντουπόλεων, ότι διαθέτει, αυτός ο «πολιτισμός» έχει σαν βάση ανθρώπινα κόκκαλα κι αίμα. 

Ιωάννης Μάγγος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εντουάρντο Γκαλεάνο: “Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής”
Βαρθολομαίος ντε Λας Κάζας: Η Καταστροφή των Ινδιάνων