Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Μια Αμυγδαλέζα για τους Ποντίους. Μέρος 2ο

Οι ανεπιθύμητοι
Η δεύτερη εικόνα που προκύπτει από τις αφηγήσεις των προσφύγων και τα δημοσιεύματα των ημερών είναι η εχθρική αντιμετώπισή τους από μεγάλη μερίδα των τοπικών κοινωνιών. «Σ’ όλα τα μέρη δυσκολία βρίσκαμε. Ασκημα και ξένα μας φαίνονταν. Μιλούσαμε τούρκικα, δεν μας καταλαβαίνανε και μας βρίζανε κιόλας, οι ντόπιοι», θυμάται χαρακτηριστικά ο Αναστάσιος Καραγκιαούρογλου από την περιοχή του Λαντίκ (σ. 147), ενώ η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Γκιουμούς Μαντέν επισημαίνει την υλική βάση αυτής της δυσφορίας: «Η πρώτη σκάλα που πιάσαμε στην Ελλάδα ήταν η Λευκάδα.
Δε μας χώνευαν καθόλου εκεί. Λέγανε: –''Δε βούλιαζε καλύτερα το πλοίο σας να πνιγείτε κι εσείς μαζί! Τρώτε το ψωμί μας''. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε λιγοστό ψωμί. Το μοιράζανε με δελτίο. Μπορεί να είχαν δίκιο. Είχαμε όμως κι εμείς δίκιο. Στον τόπο μας δε μας έλειπε τίποτε. Γιατί να υποφέρουμε τώρα;» (σ. 95).
Τη στάση των ντόπιων επηρέαζαν όχι μόνο υλικοί παράγοντες, αλλά και ιδεολογικοί. Χαρακτηριστική η διάκριση των χωριών της Κεφαλονιάς που συναντάμε στην αφήγηση του Σταύρου Λαζαρίδη από το Σουλεϊμάνκιοϊ του Βεζίρ Κιοπρού: «Το μεν Φισκάρδο, ως κέντρον φιλελευθέρων πολιτών, μας υποδέχτηκε, μαζί με τα χωριά, και μας εφιλοξένησαν στα σπίτια τους μέχρι της φυγής μας από κει για τη Μακεδονία. Τουναντίον δε η Σάμη και δη στην Αγία Ευθυμία (Πηλάρο) ήσαν μισοπρόσφυγες [κατά το ''μισέλληνες'']. Μας αποκαλούσαν τουρκόσπορους και όταν αποβιβαστήκαμε στη Σάμη άλλους ύβρισαν και άλλους εχλεύασαν. Τον δε εφοπλιστή Βερωτή που μας έφερε τον ύβρισαν κι αυτόν που μας έφερε» (σ. 110).
Πάνω απ’ όλα όμως, η έλευση των βασανισμένων Ποντίων εκλαμβανόταν ως υγειονομική απειλή. Αποκαλυπτική η στιχομυθία τής 22.6.1922 στη Βουλή, όπως καταγράφεται στο «Εμπρός» της επομένης, με τίτλο «Ο κίνδυνος εκ των πασχόντων προσφύγων»:
«Ο κ. Τσουκαλάς ερωτά την Κυβέρνησιν τίνα μέτρα έλαβε διά το ζήτημα των εν Λοιμοκαθαρτηρίω Αγίου Γεωργίου της Σαλαμίνος προσφύγων εκ Ρωσσίας, εφ’ όσον πρόκειται περί της υγείας των κατοίκων της πόλεως της Σαλαμίνος και απάσης της Ελλάδος, γνωστού όντως ότι υπάρχουσι πολλοί πάσχοντες και θνήσκοντες εκ χολέρας και εξανθηματικού τύφου. Επομένως απόλυτος και επίγουσα ανάγκη επιβάλλει την λήψιν άμεσων μέτρων και δήλωσιν της Κυβερνήσεως ίνα καθησυχάσει το δημόσιον φρόνημα.
Ο κ. Αναστασόπουλος λέγει ότι, ως πληροφορείται, ο κ. υπουργός των Εσωτερικών λαμβάνει η έλαβεν μέτρα σύντονα προς άρσιν του κινδύνου κατά της υγείας των Σαλαμινίων αλλά και κατά της υγείας των πόλεων Πειραιώς και Αθηνών. Η ανακοίνωσις των μέτρων του κ. Υπουργού ίσως θα μας απαλλάξη της περαιτέρω συζητήσεως.
Ο [υπουργός Εσωτερικών] κ. Στράτος λέγει ότι η Κυβέρνησις ευρέθη προ ημερών απέναντι ενός αληθούς αιφνιδιασμού όταν ήρχισαν να καταπλέουν εκ του Ευξείνου ατμόπλοια κομίζοντα πρόσφυγας Ελληνας εκ Ρωσσίας οι οποίοι ουδόλως ανεμένοντο. Οι πρόσφυγες αυτοί ανήλθον εις 8.600 περίπου. [...]
Εκ των ελθόντων ζώντων εις το λοιμοκαθαρτήριον προσφύγων 466 ήσαν ασθενείς, εξ ων 80 ύποπτοι χολέρας και 136 εκ δυσεντερίας, τα άλλα ήσαν συνήθη νοσήματα. Εκείνα τα νοσήματα τα οποία ήσαν τα επικίνδυνα ήτο η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος, και κατεβλήθη μεγάλη προσοχή ίνα μη μεταδοθούν. Και ευτυχώς δύναμαι να καυχηθώ ότι, παρ’ όλον τον φόβον των περιοίκων, ουδέν συνέβη. [...] Ολα τα μέτρα της απομονώσεως ελήφθησαν μετά πάσης αυστηρότητος. Οτι δε επέτυχον τα μέτρα ταύτα, απόδειξις είναι ότι ουδέν συνέβη το δυσάρεστον εις όλην την περιοχήν».
«Ουδέν το δυσάρεστον» –για τους ντόπιους, φυσικά. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, όπως έχουμε ήδη δει, αποδεκατίζονταν από τις αρρώστιες. Οπως όμως συμβαίνει και με τους σημερινούς ομολόγους τους, η δική τους μοίρα άφηνε αδιάφορη την ελληνική κοινωνία.
Επιστέγασμα των μέτρων που πάρθηκαν για την «προστασία» των ντόπιων από τους πρόσφυγες υπήρξε η νομοθετική απαγόρευση της εισόδου των τελευταίων στην Ελλάδα. Με τον Ν.2870 της 18/20.7.1922, που θεσπίστηκε ένα μήνα πριν από την αναμενόμενη κατάρρευση του μετώπου, απαγορεύτηκε ρητά «η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφόσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων» κι προβλέφθηκαν βαριές ποινές για τους «λαθροδιακινητάς». Το ελληνικό κράτος και οι εθνικιστές του παρέδωσαν έτσι τους ελληνορθόδοξους Μικρασιάτες στο μαχαίρι των κεμαλικών, εξίσου κυνικά όπως η σημερινή ισλαμόφοβη Ευρώπη ρίχνει τους απελπισμένους Ιρακινούς και Σύρους πρόσφυγες βορά στους φονταμενταλιστές του ISIS.

Η άλλη Μακρόνησος
Ως λύση για τη διαχείριση της προσφυγικής «απειλής», η κυβέρνηση Γούναρη θα μετατρέψει σε ειδικό «χώρο υποδοχής» τη Μακρόνησο. Το ξερονήσι, που έγινε αργότερα θλιβερά διάσημο ως τόπος βίαιης «αναμόρφωσης» των πολιτικών κρατουμένων, είχε ήδη άσχημη προϊστορία. Κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο του 1912-13 είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο συγκέντρωσης Τούρκων αιχμαλώτων, πολλές εκατοντάδες από τους οποίους άφησαν τα κόκαλά τους εκεί, αποδεκατισμένοι από τον τύφο.
Λίγο αργότερα μετατράπηκε από τους Αγγλο-Γάλλους συμμάχους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου σε χώρο εκτόπισης Ρώσων φαντάρων που θεωρούνταν ύποπτοι για μπολσεβικισμό. Με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου (9.6.1922) για «το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων, απεφασίσθη όπως εγκατασταθούν όλοι εις Μακρόνησον» και, «μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν [να] τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη» («Εμπρός», 10.6.1922).
Η επιλογή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οπως επισημαίνει στις αναμνήσεις της μια Αμερικανίδα γιατρός που εργάστηκε εκεί για την περίθαλψη των προσφύγων το 1923, το Μακρονήσι «είχε μόνο ένα σημείο υπέρ αυτού ως σταθμός καραντίνας: δίχως εξωτερική συνεργασία, ήταν αδύνατο να το σκάσει οποιοσδήποτε ήταν ανίκανος να κολυμπήσει οκτώ μίλια» (Esther Pohl Lovejoy, «Certain Samaritans», Ν. Υόρκη 1927, σ. 196).
Για τους νέους τροφίμους αυτής της ανοιχτής φυλακής, η «εξυγίανσις» ισοδυναμούσε με την τελική φάση του δράματος:
 «Μας κατέβασαν στη ΜακρόνησοΑύγουστο μήναΜείναμε σαράντα μέρες στην καραντίνα. Ηταν επιδημία. Το βράδυ δεν είχες τίποτα και το πρωί σηκωνόσουν άρρωστος. Πέθαινε κόσμος. Μερικοί που μπαίναν στο νοσοκομείο γινόταν καλά και όταν βγαίναν έξω δεν είχαν να φάνε και πέθαιναν» (σ. 384, Σοφία Παντελίδου από την Αστρα της Αργυρούπολης).
 «Μόλις πλησιάσαμε τη Σαλαμίναμαζί με πέντε-έξι πλοία φορτωμένααπ’ τη Σαλαμίνα μας φώναξαν: -''ΕϊΠού έρθετεΕμείς εχάθαμε!''. Μας εσήκωσαν απ’ τη ΣαλαμίναΔεν μας ξεφόρτωσαν
Μας έφεραν στη ΜακρόνησοΜας έβαλαν σε κάτι θάμνους μέσαμε τα πράματά μας. Σκάψαμε κάτι έρημα μέρη, στήσαμε τέντες. Εστησαν κάτι σανίδια, μας έλουσαν, μας κούρεψαν. [...] Νερό δεν είχαμε. Ξερό είναι το νησί. Τα παιδιά φώναζαν. Ζητούσαν νερό. Βρήκαμε κάτι γλυφές πηγές. Μας τροφοδοτούσε ο Γιαννουλάτος. Ανέλαβε και έστησε σκηνές, μαγειρεία. Από εφτάμιση χιλιάδες άτομα πέθαναν οχτακόσιοι από πείνα και αρρώστειες. Χολέρα, τι ήταν, δεν ξέρω. Μας τάισαν κατσικίσιο κρέας και αρρωστήσαμε. Μια γυναίκα βγήκε απ’ τον τάφο, όπου τη θάψανε. Δεν είχε πεθάνει» (σ. 486, Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης απ’ το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης).
«Την αρρώστια στη Μακρόνησο την αποχτήσαμεΖούσαμε μες στη βρώμαστην πείνα 
και τη δίψαΝερό δεν υπήρχε στάλα στο νησίΜια μαούνα μάς έφερνε από το Λαύριο νερό κι εκείνο γλυφό και λιγοστόΜας τάιζαν βρωμερά μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες κι έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος απ’ τη δίψα. Μας τάιζαν και αλμυρές ρέγγες, χαλασμένες και... καταλαβαίνεις. Οι εργολάβοι που μας τροφοδοτούσαν μας έφερναν αυτές τις χαλασμένες τροφές και έπιασε τον κόσμο τύφος. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτισαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους. [...] Ξέχασα να σου πω ότι κάπου-κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ενα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι» (σ. 371, Ιγνάτιος Ορφανίδης από τον Αϊ-Εννες της Νίβενας).
Θησείο

Το ύστατο μέσο
Για να γλιτώσουν απ’ αυτή την κόλαση, οι έγκλειστοι της Μακρονήσου κατέφυγαν τελικά στο ύστατο μέσο κάθε απελπισμένου – την εξέγερση: «Μια ομάδα νέων, μαζί και γω, δημιουργήσαμε μια επιτροπή. Πήγαμε στον Ελευθεριάδη, τον διευθυντή του λοιμοκαθαρτηρίου, και παρουσιαστήκαμε μπροστά του. Ζητήσαμε να βγούμε ανεξάρτητοι. Ανεξάρτητος είναι όποιος βγει απ’ το λοιμοκαθαρτήριο με δικά του έξοδα και η κυβέρνηση δε θα είχε καμιά υποχρέωση απέναντί του. Ο πρόσφυγας πάλι δεν θα είχε κανένα δικαίωμα. Πολλοί, για να σωθούν, ζητούσαν να βγουν ανεξάρτητοι, αλλά η διοίκηση και πάλι δεν άφηνε. Ηθελαν σου λέω να μας εξοντώσουν.
Αλλά εμείς, η νεολαία του Πόντου και του Καυκάσου, πήραμε πέτρες και ξύλα και φοβερίσαμε ότι θα κάψουμε το λοιμοκαθαρτήριο. ''Ή θα τα κάψουμε όλα ή θα μας δώσετε χαρτιά να πάμε έξω'', του είπαμε. Ετσι αναγκάστηκε να μας δώσει άδεια εξόδου» (σ. 371-2).

Εχοντες και διαφεύγοντες
Τα κολαστήρια του Καραμπουρνού, του Αϊ-Γιώργη και της Μακρονήσου δεν ήταν για όλους τους Ποντίους. «Μεταβαίνοντες εις Ελλάδα», διαβάζουμε στις χειρόγραφες αναμνήσεις του Ιωάννη Αβραμίδη από την Ατρα της Αργυρούπολης (1935), «εγνωρίζομεν εκ των προτέρων ότι η Ελλάς είναι μικρόν κράτος και δεν θα αντεπεκρίνετο εις την συντήρησιν των πολλών προσφύγων, οι οποίοι συνέρρευσαν εκεί. Δεν είχομεν τα απαιτούμενα διά να μεταβαίνομεν εις άλλας πλουσίας χώρας, όπως έκαμαν πολλοί και μετέβησαν άλλοι εις Γαλλίαν και άλλοι εις Αμερικήν» («Εξοδος». τ. Γ', σ. 391).

Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος αναφέρει ότι κατά την εκτόπιση του 1921 οι φάλαγγες των εκτοπισμένων συμπατριωτών του βάδιζαν «χωρίς φορτηγά ζώα (εκτός τινών πλουσίων)» (σ. 387).


Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς