Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Ημερολόγιο της Δράσης των Ελλήνων Ανταρτών της Σαντάς. Νοέμβριος 1923

1. Μαζί με τον Χασάν Τέκονος πήγαν πέντε παιδιά εις το Καρά τερέν δια το ταξίδι.

3. Ήλθαν από το Καρά τερέν, όπου συνέλαβαν μερικούς Τούρκους, τους λήστεψαν και τους άφησαν εις το Παϊράμ, αφού εσκότωσαν δύο αγριόχοιρους και τους φέρανε.


5. Μερικοί σήμερα πήγαν στον μύλον. Ήλθε πάλιν ο Χασάν Τέκονος.

Προς το βράδυ ακούσαμεν τρεις πυροβολισμούς και συνάμα είδαμε να καίγωνται στα βουνά τα ξερά χόρτα τα οποία και εκάπνιζαν.

6. Το πρωί πήγαν καραούλι δύο παιδιά εις το Κιρετς χανέ Τσιαρτακλή και είδαν σαράντα στρατιώτας να βγαίνουν από τα χωριά.

7. Πήγαν πάλιν, αλλά σήμερα δεν εφάνη κανείς.

8. Από το Καρά κοτύλ ακούσαμε δύο πυροβολισμούς και σφυρίγματα. Ήσαν οι σύντροφοί μας, που ήλθαν από τα Σούρμενα και μας εκαλούσαν εκεί, αντίκρυ στο λημέρι. Πήγαμε δύο και μάθαμε ότι ο Ομέρ αγάς έγραψε επιστολήν λέγων ότι το μοτέρ είναι έτοιμον και πρέπει εντός οκτώ ημερών, να κατεβήτε, διά να φύγετε.

9. Φωνάξαμε και τους άλλους και ήλθαν και το βράδυ τέσσαρες έφυγαν διά την Χάρουξαν λέγοντες ότι την επομένην θα μας περίμεναν εις το βουνό Εζέκ ταγί, όπου θα φθάναμε κι εμείς, διά να φύγωμε κάτω εις τα Σούρμενα.

10. Φύγαμε πάλιν όλοι και κατεβήκαμε εις την Πέρβαναν.

11. Το βράδυ μέσω Αχούς και Κάχωρας κατέβημεν εις το Πυργί, ανταμώσαμε τον Αλή Οσμάν και τους άλλους και φθάσαμε όλοι μαζί εις το Σαμαέρ.

13. Το βράδυ κατέβημεν εις το Καλετσίκ, βρήκαμε τους ανθρώπους του Ομέρ αγά, οίτινες μας είπαν ότι το μοτέρ είναι έτοιμον, αλλά η κυβέρνησις φυλάγει και από θαλάσσης και από ξηράς, διότι μας υποψιάζονται και είναι επικίνδυνος η κατάστασις· αν είναι δυνατόν, μας είπαν, να μείνετε μερικές ημέρες ακόμη. Έτσι, ύστερα από εκεί τέσσαρες πήγαν εις την Μακάβλαν και οι άλλοι περάσαμε εις το δάσος Καρά αγατς προς το μέρος της Γεμουράς παρά τας εκβολάς του Γιάμπολη και έναντι του χωρίου Πυργί.

15. Το βράδυ πήγαν τρεις εις το Πυργί να φέρουν ψωμί.

16. Ήλθαν, αφού αντάμωσαν και τους εις την Μακάβλαν πηγαίνοντας και οίτινες ήλθαν εις το Πυργί και εκείθεν να συνεννοηθούν με τον Ομέρ αγάν. Το βράδυ εστείλαμε πάλιν προς αυτούς άνδρας να μάθωμεν κι εμείς περί του πρακτέου. Ήλθαν τα μεσάνυχτα και μας είπαν ότι ο μοτερτσής έγραψε να κατεβούμε, διότι είναι έτοιμος και περιμένει. Κατέβημεν αμέσως εις τον Γιάμπολη, οπόθεν είχαμε συμφωνήσει να μας παραλάβη.

17. Πήγαμε μαζί με τον Ευκλείδην μερικοί και συνηντήσαμε τον μοτερτσήν, αλλά δεν ήθελε να μας παραλάβη από τον Γ ιάμπολη, λέγων ότι είναι επικίνδυνον το μέρος· και ότι προς μεγαλυτέραν ασφάλειαν, καλόν θα ήτο, αν θέλαμεν, να μας φέρη με βάρκα σε μίαν μαούναν έξωθεν του λιμένος των Σουρμένων, η οποία από χρόνια ήτο εκεί εγκαταλελειμμένη, ώστε να κρυφθούμε εκεί μέσα και την επομένην περνώντας εκείθεν το μοτέρ να μας πάρη μέσα και να φύγωμεν. Ήταν τα λόγια του τόσον μπερδεμένα, ώστε καταλάβαμε ότι πρόκειται περί προδοσίας. Και διά να δοκιμάσωμε και τους συντρόφους μας Τούρκους Αλή Οσμάν και Μεχμέτ αγάν, διά τους οποίους ήτο λόγος και συμφωνία να φύγουν μαζί μας, εδέχθημεν την πρότασιν του μοτερτσή και τους είπαμε να έλθουν μαζί μας στην μαούνα και εκείθεν να φύγομε. 
Ο μεν Αλή Οσμάν εδικαιολογήθη ότι είχε κάποια επείγουσα δουλειά και δεν μπορούσε να έλθη μαζί, ενώ ο Μεχμέτ αγάς, ως φαίνεται, μη γνωρίζων τίποτε, εδέχθη λέγων ότι μέχρι θανάτου δεν θα αποχωρισθή από εμάς. Μάλιστα ήθελε να στείλη αμέσως κάποιον εξάδελφόν του εκείθεν εις το παραπάνω χωριό, διά να του φέρη τα ρούχα του και μερικά λεφτά από την αδελφήν του. Αλλά εκείνος ηρνήθη να πηγαίνη εμποδίζων και αυτόν και λέγων ότι η μητέρα του θα τρελαθή αν φύγη εις Ρωσίαν. Το συμπέρασμα ήτο ότι και αυτοί ακόμη οι σύντροφοί μας ίσως θα ήσαν εν γνώσει των γεγονότων, όπως απεδείχθη και εκ των υστέρων. Εφρόντιζαν δηλαδή να μας απομονώσουν και να μας φέρουν μέσα στην μαούνα, οπόθεν θα ήτο αδύνατος η φυγή μας και η αντίστασίς μας και θα μας συνελάμβανον δίχως κόπους και θυσίας. Μη φανερώσαντες τίποτε και στους συντρόφους μας Τούρκους, α-πεκρούσαμε την πρότασιν και φύγαμε δια να γυρίσωμε στα χωριά μας.
Οπωσδήποτε όμως αυτοί έμειναν ικανοποιημένοι, διότι εκανόνισαν την δουλειά τους κατ’ άλλον τρόπον και τη συνεννοήσει μετά της κυβερνήσεως εστάλησαν αποσπάσματα σε όλους τους δρόμους και μονοπάτια που ήτο δυνατόν να φθάσουν στην Σάντα· και αν μεν απετύγχανον, το σχέδιον διά της μαούνας θα επετύγχανεν, ώστε να μας κλείσουν εις ενέδραν ανυπόπτως προς τα απάνω βουνά και να μας εξοντώσουν. 
Εν τω μεταξύ έφθασε και ο Χασάν Τέκονος, τον οποίον είχαμε μαζί και εφορτώνετο μερικά πράγματά μας και τον στείλαμε την ημέραν εις την αγοράν να ιδή τι γίνεται εκεί και μας είπε ότι σήμερα η αγορά ήτο γεμάτη από στρατιώτας και ζανταρμάδες και ασυνήθης κίνησις επικρατούσε εκεί. Δεν χάνομε καιρόν πλέον, φεύγομε και φθάνομε εις το Πυργί, όπου ανταμώσαμε τον Αλή Οσμάν και όστις μας είπε ότι και εκεί έφθασε στρατός. Τότε από διάφορα μονοπάτια και αδιάβατα μέρη εφθάσαμε με πολλήν προσοχήν εις Χάραν, όπου από ένα σπίτι πήραμε ψωμί και από την Φόσκη εφθάσαμε εις Μάχτελαν.

18. Το βράδυ ανέβημεν εις του Αβέτ ογλού, όπου εφάγαμε. Εδώ ο Αλή Οσμάν με τους συντρόφους του καθώς και οι δύο Αρμένιοι έμειναν, μη θέλοντες πλέον να έλθουν απάνω. Ημείς φύγαμε και φθάσαμε εις το Αλτσιάκ Τερέ.

19. Εφθάσαμε εις το Χόσρα ταγίν και εκεί εμείναμε κοιμηθέντες μέχρι το βράδυ, όπως εκείθεν κατεβούμε εις το Οτς, στον χότζα μας, δια να πάρωμεν ψωμί και να μάθωμεν και ειδήσεις. Είπαμε προηγουμένως δια τον χότζαν αυτόν πόσον καλός και ειλικρινής άνθρωπος ήτο. Ελέγετο Ασκάρογλου χότζα εφέντης. Μόλις νύχτωσε, κατεβήκαμε σπίτι του και αμέσως έφερε φαγί και φάγαμε. Και εθαύμαζε και μας ερωτούσε πώς εφθάσαμε εκεί, διότι έλεγε ότι ο τόπος είναι γεμάτος αποσπάσματα και ως έμαθε και ο Κάλφας εδώ στο βουνό βρισκόταν. Αν και του τα απέκρυπταν οι Τούρκοι, διότι τον θεωρούσαν ως φίλον των ανταρτών, ετόνισε λοιπόν, ότι «από διαφόρους έμαθα ότι για σας πρόκειται. Να φυλαχθήτε πολύ, διότι βρίσκονται παντού και κυρίως σ’ αυτόν τον δρόμον που θα πάτε. Δεν γνωρίζω παραπάνω· το μόνον που ξέρω είναι ότι κινδυνεύετε πολύ, κατά τα λεγάμενα μερικών Τούρκων που άκουσα».
Μας έβαλε σε μεγάλην υπόνοιαν ο χότζας, αλλά δεν πιστεύαμε κιόλας ότι σ’ αυτά τα βουνά θα έλθη στρατός και θα μας περιμένη, αφού εγνώριζε ότι βρισκόμεθα κάτω και μέσα σε τουρκικά χωριά.
Ευχαριστήσαμε τον χότζαν και φύγαμε. Την επομένην

20. εφθάσαμε εις ένα ύψωμα, πριν να φθάσωμε εις το Κελίν καγιά. Από εκεί ο δρόμος εσχημάτιζε μίαν μεγάλην καμπήν και ανέβαινε εκείθεν στο βουνό Εζέκ ταγί, απ’ όπου εφαίνετο όλος ο δρόμος μέχρι της κορυφής του βουνού (απόστασις κάπου μιας και ημίσειας ώρας και πλέον). Είχαμε φθάσει πρωί και εκρίναμε καλόν να μείνωμε εις το μέρος αυτό και όλην την ημέραν να παρακολουθήσωμε τον δρόμον και να κοιμηθούμε και λίγο, διότι την προηγουμένην νύκτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Καθίσαμε μέσα στους θάμνους και όλην την ημέραν ανά δύο εφύλαγαν, οι δε άλλοι εκοιμώντο. 
Μόνον δύο ένοπλοι εφάνησαν από την Τσίμλα, θέλοντες να ανεβούν το βουνό και να φύγουν κατά την Μούκουζην. Πουθενά αλλού ίχνος δεν εφαίνετο και το βράδυ φύγαμε και ξεκινήσαμε ανά δύο δύο και προσεκτικά πολύ.
Και πριν φθάσωμε στο σπήλαιον Κελίν καγά, διακρίναμε ένα πρόχωμα να βρίσκεται απάνω στον δρόμον και νέα αποτσίγαρα μέσα και ίχνη ανθρώπων, οι οποίοι μόλις έφυγαν εκείθεν. Βλέποντες την εμπροσθοφυλακήν να ερευνά τα πέριξ, σταματήσαμε όλοι και σιγά σιγά φθάσαμε μέχρι του σπηλαίου, όπου είδαμε τον τόπον της φωτιάς που άναβαν και μόνον τότε επείσθημεν ότι ο χότζας μας είπε την αλήθειαν και ότι τώρα κοντά έφυγαν από εκεί. Λίγο εμπρός μας το βουνό εκαίγετο και έβγαιναν μεγάλες φωτιές καθώς και στα απέναντι άλλα βουνά και δάση ήσαν ίδιες φωτιές, και επειδή και άλλα χρόνια οι Τούρκοι εσυνήθιζαν να καίγουν τα ξηρά χόρτα σχεδόν τακτικά, δεν υποψιασθήκαμε ότι τώρα υπάρχει στρατός εκεί.
Μόλις φύγαμε από το σπήλαιον και πήγαμε λίγο εμπρός, ακούγομε κρότους αρβύλας να έρχονται προς εμάς. Αμέσως κρυφθήκαμε λίγο άνωθεν του δρόμου εντός θάμνων και παρακολουθούσαμε. Ακούγομε τότες φωνές πολλές στρατιωτών και κρότον από χαλκά. Ήτο η ώρα ακριβώς που έφαγαν και όλοι ήσαν μαζεμένοι εκεί. Και δια τούτο ήσαν άδεια και τα προχώματα που περάσαμε. Οι κρότοι απεμακρύνθησαν από τον λίγο κάτωθεν δρόμον και μετά δέκα λεπτά βλέπομεν φωτιά να ανάβη εις το σπήλαιον, οπότε βρεθήκαμε μεταξύ αυτών και του στρατού. Μη γνωρίζοντες τι να κάνωμε και πόθεν να διαφύγωμεν, διότι προς τα κάτω ήσαν χωριά τουρκικά και προς το βουνό ήτο βραχώδης ο τόπος και δύσβατος, κατ’ ανάγκην προτιμήσαμε πάλιν να διαφύγωμε, αν είναι δυνατόν, από το μέρος του βουνού. Σιγά σιγά και συρόμενοι επί της κοιλίας εφθάσαμε εις το ύψωμα, οπόθεν διακρίναμε και άλλο φυλάκιόν τους πίσω προς τον δρόμον του Μεσοχώρ, ενώ οι στρατιώται λίγο κάτω από εμάς εφώναζαν και αστειεύοντο και τραγουδούσαν, διότι όλην την ημέραν ήσαν κρυμμένοι πίσω από το βουνό μέσα στο δάσος εν ακινησία, δια να μη φαίνωνται από πουθενά. Κατεβήκαμε τον κατήφορον σιγά και δίχως ψίθυρον και φθάσαμε στον δρόμον και περάσαμε και φύγαμε κάτω προς την Μούκουζην, διαφυγόντες πια τον κλοιόν. Πριν φθάσωμεν στο χωριό εγυρίσαμε προς τα απάνω και μέσω πυκνού δάσους από κούμαρα και πυξάρι και από απόκρημνα μέρη και απότομα βαδίζαμε μέχρι το πρωί και εμείναμε εκεί μέχρι το βράδυ.
 Βαδίζοντες όλην την νύκτα και δίχως στάθμευσιν περάσαμε δρόμον, που αν πηγαίναμε κατ’ ευθείαν θα ήτο το πολύ τρία χιλιόμετρα. Μόλις ξημέρωσε είδαμε ότι ευρισκόμεθα λίγο κάτωθεν του στρατού, όστις την ημέραν έμενεν ακίνητος.
Το ψωμί μας είχε τελειώσει και μόνον λίγη ζάχαρις μας έμεινε και αναγκασθήκαμε να κοιμηθούμε μέχρι το βράδυ, δια να μη αντιληφθούμε την πείναν.

21. Μόλις νύκτωσε, από το Κούς γιατάκ κατέβημεν εις το σπίτι του Χαμίτ Καλαϊτσή ογλού, πήραμε ψωμί και εμείναμε εις το πλησίον δάσος.

22. Προς το βράδυ μας έφερε ψωμί και άλευρα και φύγαμε και άνωθεν του χωρίου Ισχάν ανέβημεν στο βουνό και φθάσαμε εις το λημέρι Μασμανάντων.

24. Πήγαμε εις το λημέρι Χαρατσιάντων γυρτ.

26. Πήγαμε εις την Χαρτοτήν να πάρωμε σιτάρι και δύο πήγαν να ιδούν αν ο μύλος στέκεται να το αλέσωμεν.

28. Το βράδυ ο Χριστόφ. Αγγελίδης και ο Χαράλ. Αρταγανίδης έφυγαν διά την Χάρουξαν.

Ερείπια σχολείου Πιστοφάντων Σαντάς

29. Φθάσαμε στο λημέρι και το βράδυ ήλθε και ο Χριστόφορος μόνος σε κακά χάλια και μας είπε ότι, ως φαίνεται, οι Χαρουξαλήδες Αχμέτ Τσιβελέκ και ο Ιμάμ μας επρόδωσαν και, μόλις ανεβήκαμε στο βουνό όπου είχε ένα ανοικτόν μέρος από δένδρα, ένα πυρ ομαδόν ηκούσθη εναντίον μας. Ο Χαράλαμπος ευρίσκετο αρκετά όπισθεν από εμέ, ενώ εγώ αμέσως έπεσα κάτω και συρόμενος επί της κοιλίας έφθασα και χώθηκα μέσα στο δάσος. Και επειδή ήτο ακόμη σκοτάδι, δεν είδα τι απέγινε ο Χαράλαμπος. Κατά πάσαν πιθανότητα θα εσκοτώθη, αφού δεν ήλθε μέχρι τώρα. Είπε επίσης ο Χριστόφορος ότι μετά που διέφυγα εγώ, άκουσε ομιλίας και μία φωνή του φάνηκε πως θα ήτο του Ιλιάς του συντρόφου μας και πιθανόν να ήτο, διότι διεδόθη αργότερα ότι ο βαλής τους υπεσχέθη αμνηστίαν και τριακοσίας λίρας χρυσάς, αν θα κατόρθωναν να μας προδώσουν ή να μας σκοτώσουν. Και απεδείχθη φανερά η ατιμία τους αργότερα, ως θα ίδωμεν πάρα κάτω.

30. Όλην την νύκτα δεν κοιμηθήκαμε και περιμέναμε εν αγωνία ίσως και έλθη ο Χαράλαμπος, αλλά του κάκου, ούτε και την ημέραν δεν εφάνη κανείς. Ύστερα από κάμποσον καιρόν εμάθαμε ότι εκεί επληγώθη στο πόδι και εσύρθη μόνος του εις το δάσος και εκρύβη, αλλά τον ανεκάλυψαν εκεί, τον συνέλαβαν βαρέως τραυματισμένον και τον πήγαν εις τα Σούρμενα και κατόπιν ανακρίσεων τον εξετέλεσαν. Αυτά είχαμε μάθει σχετικώς.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ (1916-1924)


  Κωνσταντίνος Κουρτίδης
 (Αδελφός του μετέπειτα γενικού αρχηγού των ανταρτών Ευκλείδη Κουρτίδη)









Σημείωση Σύνταξης : Οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένες γλωσσικές ατέλειες,γιατί παρουσιάζει μια σύνταξη ιδιότυπη,    σύμφωνη με τη γλωσσική του κατάρτιση. Προσπαθήσαμε να μην κάνουμε επεμβάσεις στο αρχικό κείμενο , αφού πρόκειται για ένα είδος απομνημονευμάτων, τα οποία δεν μεταβάλλονται "επ' ουδενί λόγω"εντούτοις για την ομαλοποίηση του κειμένου , προβήκαμε στις απαραίτητες διορθώσεις, εκείνες που θεωρήσαμε αναγκαίες.