Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Μια Αμυγδαλέζα για τους Ποντίους. Μέρος 1ο

Χιλιάδες Πόντιοι βρήκαν τον θάνατο τη δεκαετία του 1920 στα «λοιμοκαθαρτήρια» και τα ξερονήσια της Ελλάδας. Επισήμως προσμετρώνται στα θύματα της «γενοκτονίας» που η πολιτεία  γιορτάζει κάθε χρόνο. Στην πραγματικότητα, θύτης τους υπήρξε ο ελληνικός ρατσισμός – και η Μακρόνησος του 1922, η πρώτη Αμυγδαλέζα.
Δεν χρειάζεται βέβαια να δεχτεί κανείς το νεοπαγές θεώρημα περί «γενοκτονίας» για να διαπιστώσει πως ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός του Πόντου υπέφερε πολλά στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου και του μικρασιατικού πολέμου.
Από τους 400.000 Ρωμιούς που κατέγραψαν στην περιοχή η απόρρητη υπηρεσιακή στατιστική των ελληνικών προξενείων το 1910-12 και η επίσημη «Μαύρη Βίβλος» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περίπου το ένα τέταρτο χάθηκε μέσα σε μια δεκαετία ως αποτέλεσμα των σφαγών, των βασανιστικών εκτοπίσεων, της πολύνεκρης επιδημίας ισπανικής γρίπης που σάρωσε όλη την Ευρώπη (και τον Πόντο) το 1918, αλλά και των δραματικών συνθηκών της προσφυγιάς και της εγκατάστασής τους στη νέα πατρίδα.
Αναμφισβήτητα τραυματική, αυτή η εμπειρία κάθε άλλο παρά ενιαία υπήρξε για όλο τον ποντιακό πληθυσμό.
Οι διαθέσιμες αφηγήσεις της πρώτης προσφυγικής γενιάς φιλοτεχνούν αντίθετα μια αρκετά αντιφατική εικόνα: σε αντίθεση με τη γενικευμένη εξολόθρευση των Αρμενίων, η μοίρα των Ελληνοποντίων ποίκιλλε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και συχνά καθορίστηκε από την κοινωνική τάξη, τις οικονομικές δυνατότητες ή τις επαγγελματικές δεξιότητες καθενός ξεχωριστά.
Το αυθαίρετο τσουβάλιασμα αυτών των βιωμάτων σ’ ένα (δημοφιλές αλλά παραπειστικό) ενιαίο σχήμα συνέβαλε βέβαια καθοριστικά στην εξάλειψη του παραδοσιακού διάχυτου ρατσισμού σε βάρος των Ποντίων, μέσω της ανάδειξης των τελευταίων σε κατεξοχήν «μαρτυρική» υποομάδα του νεοελληνικού έθνους, ελάχιστα όμως εξυπηρετεί την ουσιαστική γνώση του συλλογικού μας παρελθόντος.
Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες: οικογενειακή μπουγάδα


Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η συστηματική αποσιώπηση μιας κρίσιμης πτυχής της ποντιακής τραγωδίας: της εκατόμβης των προσφύγων μετά την άφιξή τους στην ελληνική επικράτεια, εκατόμβης που προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων (άθλιες συνθήκες διαβίωσης, μαζικός στρατωνισμός αρρώστων και μη σε «λοιμοκαθαρτήρια», εγκληματική εκμετάλλευση των προσφύγων από μερίδα της γηγενούς κοινωνίας, αδιαφορία ή και ανοιχτή εχθρότητα των τοπικών αρχών και κοινωνιών) με κοινή συνισταμένη την ξενοφοβία και τον ρατσισμό.
Η λήθη αυτή δεν υπήρξε καθόλου τυχαία. Ενώ οι σφαγές και οι εκτοπίσεις που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του ελληνοτουρκικού και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εύκολα εγγράφονται σ’ ένα μαρτυρολογικό εθνικό αφήγημα, όπου οι «κακοί» βρίσκονται στην αντίπερα εθνική όχθη, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα πολυάριθμα θύματα της αδιαφορίας, της αναλγησίας ή της εχθρότητας του ελληνικού κράτους και των τότε υπηκόων του απέναντι στους νεοφερμένους «τουρκόσπορους».
Πόσο μάλλον αφού, όπως διαπιστώνουμε από τις εφημερίδες των ημερών, η στάση της ελλαδίτικης κοινωνίας απέναντι στους μελλοντικούς συμπολίτες της δεν διέφερε καθόλου από τη σημερινή ρατσιστική τρομολαγνεία γύρω από την (κοινωνική ή/και υγειονομική) «επικινδυνότητα» των κυνηγημένων προσφύγων που οι συρράξεις της Εγγύς Ανατολής ξεβράζουν στα ακρογιάλια του Αιγαίου.
Ενας λόγος παραπάνω λοιπόν να θυμίζουμε σήμερα πώς ακριβώς έγιναν δεκτοί οι κυνηγημένοι Πόντιοι «αδελφοί» στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1920. Χάρη στο αναντικατάστατο έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, διαθέτουμε άλλωστε μια πρώτης τάξης πηγή πληροφόρησης γι’ αυτή την υποδοχή: τον πιο πρόσφατο τόμο της μνημειώδους σειράς «Έξοδος», που εκδόθηκε προ διετίας και περιλαμβάνει αυτοβιογραφικές αφηγήσεις προσφύγων από την ενδοχώρα του Πόντου, όπως αυτές καταγράφηκαν από τους ερευνητές του ΚΜΣ κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
 

Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες:  ζύγισμα της καθημερινής μερίδας σιτηρών.

Το ταξίδι του θανάτου
Το πρώτο δεδομένο είναι πως η περιπέτεια των προσφύγων κάθε άλλο παρά τέλειωνε με την απομάκρυνσή τους από την εμπόλεμη ζώνη. Το μαρτυρούν οι περιγραφές για μαζικούς θανάτους εν πλω, αλλά και στις ενδιάμεσες υποχρεωτικές επισταθμίες.
Το ταξίδι από τη Σαμψούντα μέχρι την Πόλη, αφηγείται π.χ. η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Μπακίρ-Μαντέν, «διήρκεσε πέντε μέρες. Σ’ όλο αυτό το διάστημα μας θέριζε η δίψα. Τραβούσαμε νερό από τη θάλασσα και το βράζαμε για να πιούμε. Συνέχεια πέθαιναν στο βαπόρι, τους ρίχνανε στη θάλασσα τους πεθαμένους» (σ. 95). «Χριστούγεννα του 1922 και Φώτα του 1923 ήμαστε στο Τιρέμπουλους της Συρίας, παραλιακή πόλη», θυμάται πάλι ο Αναστάσιος Βαρυτιμίδης από το Εντιρέκ της Νεοκαισάρειας. «Μας θέριζε η αρρώστια. Είχε πέσει τύφος και χολέρα. Μας βάλανε όλους σ’ ένα πλοίο και μας κρατήσανε στη θάλασσα σαράντα μέρες καραντίνα. Από κει μας πήγανε στο Μπαϋρούτ. Μάιος του 1923 ήτανε, μπήκαμε σ’ ελληνικό πλοίο και ήρθαμε Ελλάδα» (σ. 287). Κατά την ίδια διαδρομή, συμπληρώνει ο Ηλίας Μωυσιάδης από το Αλτίνογλου Τσιφλίκ, «στο πλοίο μέσα πεθαίνανε οι άρρωστοι και τους ρίχνανε στη θάλασσα» (σ. 353).
Μαζικοί θάνατοι αποδεκάτιζαν τους πρόσφυγες και κατά τον μεταβατικό στρατωνισμό τους στο Σελιμιέ της Κωνσταντινούπολης: «Για καραντίνα το είχανε, ένας μεγάλος κισλάς [στρατώνας] ήτανε. Τι είδανε τα μάτια μας εκεί μέσα και πώς βγήκαμε ζωντανοί! Το συσσίτιο ήτανε ένα μαύρο ζουμί με μαϊμούδια μέσα και καμιά φορά έβλεπες και κανένα φασόλι. Η αρρώστια κι ο θάνατος δε λέγονταν. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι, χάμω στις πλάκες, μ’ ανθρώπους που πεθαίνανε. Τους πεθαμένους κάθε μέρα πενηνταριές και κατοσταριές τους βγάζανε με καροτσάκι και τους ρίχνανε σ’ ένα μεγάλο λάκκο σε μια ερημιά. Ο Θεός έβαλε το χέρι του και βγήκαμε ζωντανοί, όσοι γλιτώσαμε» (σ. 270, μαρτυρία του Ιπποκράτη Πετρίδη, από τη Νεοκαισάρεια). Παρόμοιες περιγραφές συναντάμε και στις καταθέσεις άλλων επιζώντων (σ. 55, 57, 307 & 363).
 
Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες:. Οι κηδείες φίλων και συγγενών και το αυτοσχέδιο νεκροταφείο του νησιού αποτελούσαν την άλλη όψη της «εξυγίανσης»
Καραντίνα και κρεματόρια
Αλλά και μετά την αποβίβασή τους στο ελληνικό έδαφος, νέες δοκιμασίες απομόνωσης και θανατικού περίμεναν τις καραβιές των ξεριζωμένων. Επίσημη αιτιολογία, η ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας από τις αρρώστιες που ενδεχομένως μετέφεραν οι επήλυδες. Δεν επρόκειτο βέβαια για ελληνική ευρεσιτεχνία, αλλά για προληπτικό μέτρο με διεθνή εφαρμογή, που εκείνη την εποχή ρυθμιζόταν από τη σχετική Σύμβαση του Παρισιού (17.1.1912). Οι συνθήκες όμως της έμπρακτης υλοποίησής του, στην Ελλάδα του 1922-23, οδήγησαν σε πραγματικές εκατόμβες.
«Ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Καραμπουρνού», αφηγείται χαρακτηριστικά η Ευρυδίκη Γαλανού, από τα Ιμερα της Τραπεζούντας. «Ενα μήνα μείναμε στην καραντίνα. Υποφέραμε από αρρώστιες. Κάθε μέρα κάποιον έθαβαν. Μια μάνα έθαψε έξι παιδιά της» (σ. 406). Ο συντοπίτης της Χαράλαμπος Τσαχουρίδης, που έζησε τρεις μήνες στον ίδιο χώρο, συμπληρώνει ότι «πολλοί πέθαιναν από τύφο, λόγω του υπάρχοντος συνωστισμού. Εις όλο το διάστημα της λειτουργίας της καραντίνας απέθανον περί τις είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες. Την ημέρα πέθαιναν ογδόντα έως εκατό» (σ. 408). Τα ίδια και στο λοιμοκαθαρτήριο του Αϊ-Γιώργη, στο Κερατσίνι: «Μας κουρέψανε όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά και περάσανε τα ρούχα μας από τον κλίβανο. Κι άλλοι πεθάνανε εκεί» (σ. 353).
Διαφωτιστικότερη απ’ αυτές τις λακωνικές αναφορές αποδεικνύεται η διήγηση του Ιωάννη Παναγιωτίδη από το Γαριπάντων της Αργυρούπολης, που δεν διστάζει να θίξει δύο θέματα ταμπού – τη ληστρική συμπεριφορά των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες και, κυρίως, την εξευτελιστική μεταχείριση των πτωμάτων τους, που μετατράπηκαν σε καύσιμη ύλη:
«Στον Αγιο Γεώργιο, που υπηρέτησα ως υπάλληλος, πολλοί κλέφτες από τον Πειραιά έρχονταν με καΐκια στην καραντίνα και έκλεβαν ρουχισμό και άλλα πράγματα. Άνοιγαν στα απολυμαντήρια τα δέματα κι έκλεβαν μηχανές, χαλιά και άλλα. Ερχόταν ένα βαπόρι φορτωμένο με πρόσφυγες και πράγματα. Κατέβαζαν τους ανθρώπους και τους οδηγούσαν αμέσως στα απολυμαντήρια: κόψιμο τα μαλλιά αντρών και γυναικών και ίδια για τα λουτρά. Τα πράματα έμεναν. Τα κατέβαζαν και τα στοίβαζαν κάτω από μια στέγη του απολυμαντηρίου και τα απολύμαιναν.
Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες: ενθουσιασμός για μια μπουκάλα πόσιμο νερό.
Το πλοίο ''Θέμις'' που έφερε τέσσερις χιλιάδες Ποντίους απ’ τον Καύκασο, όλοι πέθαναν. Από αρρώστιες πέθαναν. Και εξόν που πέθαναν, ο Αγιος Γεώργιος είχε γεμίσει και δε μπορούσαν να τους κατεβάσουν. Τους είχαν μέσα στο πλοίο. Όσοι πέθαιναν δεν τους κατέβαζαν. Τους έκαιγαν στο φούρνο για κάρβουνο. Όσοι απόμειναν τους κατέβασαν. Τρεις μήνες στάθηκε το ''Θέμις'' και δεν τους κατέβασαν. Ο Αϊ-Γιώργης ήταν γεμάτος, η Μακρόνησος γεμάτη» (σ. 395-6).
Ένας αποκαλυπτικό δημοσίευμα των ημερών επιβεβαιώνει την έκταση του θανατικού: «Οι μέχρι σήμερον μεταναστεύσαντες πρόσφυγες» μέσω Ρωσίας, διαβάζουμε, «ανέρχονται εις 14 χιλιάδας περίπου. Εκ τούτων οι επί του ατμοπλοίου ''Κίος'' αφιχθέντες απεστάλησαν εις την Μακρόνησον, ένθα εγένοντο αι απαιτούμεναι εγκαταστάσεις. Οι δε εκ των πρώτων αφίξεων 8.600 κρατούνται εν τω λοιμοκαθαρτηρίω του Αγ. Γεωργίου και επί ατμοπλοίων. Επειδή δεν ελήφθησαν εγκαίρως τα απαιτούμενα υγειονομικά μέτρα της αραιώσεως, της απομονώσεως, της επιβαλλομένης καθαριότητος και διαίτης, επί των 8.600 προσφύγων ήδη έχουσιν αποθάνει περί τους χιλίους διακοσίους εντός πεντήκοντα μόνον ημερών» («Εμπρός», 21.7.1922, σ. 2).
Η προσπάθεια διαφυγής από αυτήν την κόλαση εξελισσόταν συνήθως σε φαύλο κύκλο, όπως εξηγεί ο Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης από το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης: «Φέρνουν [στη Μακρόνησο] ένα ρωσικό πλοίο, το ''Βίτιμ''. Μας φορτώνουν σ’ αυτό, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, και μας φέρνουν στην Αλεξανδρούπολη. Στην Αλεξανδρούπολη ήρθε ένας γιατρός και δεν άφησε να αποβιβαστούμε. Είπε να ρίξουμε άγκυρα στα βαθιά. Τέσσερις μέρες μείναμε εκεί. Φωνάζαμε. Ήρθαμε στην ανάγκη να κάψουμε τα σανίδια απ’ τ’ αμπάρι για να βράσουμε στα σαμοβάρια μας τσάι, να βράσουμε στις χύτρες φασόλια.
 Όσοι πέθαιναν τους καίγαμε κάτω στα καζάνια για να μη δίνουμε ντόρο και μας κάνουν καραντίνα. Την Πέμπτη μέρα γύρισε πίσω στον Πειραιά το καράβι. Άλλοι διακόσιοι πενήντα άνθρωποι πέθαναν. Τους μισούς τους κάψαμε και τους άλλους τους ρίξαμε στη θάλασσα! [...] Μωρά δεν έμειναν. Πέθαναν σχεδόν όλα. Με καΐκι μας έφεραν φαγητό απ’ τη Σαλαμίνα. Ορμούσαμε πάνω στο φαγητό σαν άγριοι» (σ. 486-7).
 
Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς