Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Και η τύχη αυτού του υπόλοιπου; Ταφόπετρα; Μερος 1ο

Σήμερα θα μπορούσε να πει κανείς ότι η υπόλοιπη ανταλλάξιμη περιουσία έχει «συγχωνευθεί» με την περιουσία του Δημοσίου, δηλαδή, στη νεοσύστατη Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ) όπως αποκαλύφθηκε κατά τη συζήτηση μιας επερώτησης στη Βουλή των Ξ. Πελοποννήσιου, Ε. Παναγούλη, Π. Κρητικού και Μ. Κυρατσούς, στις 5 Νοεμβρίου 1979.
 Στην επερώτηση αυτή, οι παραπάνω βουλευτές, τότε της αντιπολίτευσης, ζητούσαν να μάθουν «γιατί η κυβέρνηση δεν προχώρησε με τον ανάλογο ρυθμό, τα τέσσερα τελευταία χρόνια, στη στεγαστική αποκατάσταση των αστών προσφύγων, όταν μάλιστα υπήρχαν όλες οι απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις, από την ανταλλάξιμη περιουσία».
Σας παραθέτουμε από τα Πρακτικά της Βουλής της 5 Νοεμβρίου 1979 χαρακτηριστικά αποσπάσματα για να αντιληφθείτε ότι σχεδόν το θέμα της υπόλοιπης ανταλλάξιμης περιουσίας έχει λήξει και έχει λήξει τόσο άδοξα, χωρίς να ακούγεται καμιά διαμαρτυρία. Ένας θάνατος χωρίς αναστεναγμούς και κλάματα.

Ξ. Πελοποννήσιος. Αλλά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας δούμε τι έλεγε η συνθήκη της Λωζάνης και τι έλεγε η δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή το 1930. Έλεγε, λοιπόν, η συνθήκη της Λωζάνης και συγκεκριμένα το άρθρο 14 αυτής, ότι «οι πρόσφυγες δικαιούνται κατ αρχήν να λάβουν από τις Χώρες που μεταναστεύουν περιουσίαν ίσης αξίας και της αυτής φύσεως με εκείνη, την οποίαν εγκατέλειψαν».
Και είναι γνωστό, αγαπητοί συνάδελφοι, ότι οι Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τεράστιες περιουσίες που, αν ήθελε κανείς να τις εκτιμήσει με τις σημερινές τιμές, θα μπορούσε αβίαστα να πει ότι έφθαναν κοντά στο 1 τρισεκατομμύριο.
Αλλ' ας δούμε τι έλεγε και η δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή, η οποία έγινε αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης της Αγκύρας, με την οποία συμψηφίστηκαν οι περιουσίες των ανταλλαξίμων Ελλήνων και Μουσουλμάνων και που δικαιολογημένα μπορεί να πει κανείς, ότι η συνθήκη αυτή, δημιούργησε πικρία και αγανάκτηση στους πρόσφυγες, γιατί είναι γνωστό ότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν περίπου οκταπλάσιες των μουσουλμανικών.
Έλεγε, λοιπόν, η δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ότι «Κατανοώ την πικρία των προσφύγων, αλλά αντί της ολοκληρωτικής αποζημιώσεως, τους παρέχω την ολοκληρωτικήν αποκατάστασιν». Δηλαδή, βασικά την υποχρεωτική, πλήρη και δωρεάν στεγαστική αποκατάσταση.
Αντί όμως αυτής της πλήρους και δωρεάν στεγαστικής αποκατάστασης, βλέπουμε από την μία μεριά να καλούνται οι ενδιαφερόμενοι, οι δικαιούχοι, να μετάσχουν της δαπάνης για τη στεγαστική τους αποκατάσταση και από την άλλη να διαιωνίζεται το πρόβλημα μέχρι του σημείου ώστε, ύστερα από 60 ολόκληρα χρόνια, να υπάρχουν σήμερα, κυρία Υφυπουργέ των Κοιν. Υπηρεσιών, κ. 'Αννα Συνοδινού, 5.000 περίπου προσφυγικές οικογένειες άστεγες.
Αλλά είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να κάνουμε και μία αναδρομή στο παρελθόν, σ' ό,τι αφορά το ρυθμό τον οποίο ακολούθησαν τα στεγαστικά προγράμματα, που καταρτίστηκαν από τις διάφορες Κυβερνήσεις για να αποδείξουμε ότι όλες οι Κυβερνήσεις της Δεξιάς δεν εξετίμησαν τη σοβαρότητα του προβλήματος και δεν επέδειξαν το ενδιαφέρον εκείνο, το οποίο απαιτούσε το πρόβλημα.
Γιατί το πρόβλημα το προσφυγικό είναι πρόβλημα εθνικό, είναι πρόβλημα κοινωνικό, είναι πρόβλημα ηθικό, είναι πρόβλημα νομικό, είναι τέλος πρόβλημα ανθρωπιστικό.
Και για να αναδράμουμε στο παρελθόν, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε σύμφωνα με την Απογραφή που έγινε το 1928, όλες οι προσφυγικές αστικές οικογένειες που ήλθαν στην Ελλάδα, συνεπεία της συμφοράς, ανέρχονται στις 160.568. Από τον αριθμό των προσφυγικών οικογενειών, σύμφωνα με τα στοιχεία τα δικά σας, κυρία Υφυπουργέ των Κοιν. Υπηρεσιών, έχουν στεγαστεί μέχρι σήμερα γύρω στις 150.000 και υπολείπονται 11.000 προσφυγικές αστικές οικογένειες...
Από το έτος 1932, που οι πολιτικές εξελίξεις έφεραν, με ορισμένες εξαιρέσεις στην εξουσία κυβερνήσεως που είχαν την προέλευσή τους στο πάλαι ποτέ Λαϊκό Κόμμα και οπωσδήποτε έβλεπαν τους πρόσφυγες σαν αντίπαλους, στεγάστηκαν γύρω στις 12.000 προσφυγικές οικογένειες.
Αν αυτό τον αριθμό τον κατανείμουμε στα χρόνια που πέρασαν με μια εξαίρεση στα χρόνια του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου, θα δούμε ότι για κάθε χρόνο δεν αναλογούν παραπάνω από 300-350 προσφυγικές οικογένειες που αποκατεστάθηκαν.
Από την ανάλυση αυτή προκύπτει καθαρά ότι όλες οι Κυβερνήσεις της Δεξιάς έδειξαν μια πραγματική αδιαφορία γύρω από το πρόβλημα αυτό σε βάρος των προσφύγων και της ανταλλάξιμης περιουσίας, η οποία σιγά-σιγά εξανεμίζεται και δεν αξιοποιείται προς όφελος των προσφύγων, στους οποίους και κατά κυριότητα ανήκει.
Μάλιστα, θα μου επιτρέψει ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος κ. Λαυρεντίδης, να αναφερθώ και στο δικό του βιβλίο, που αναφέρει στη σελίδα 160 ότι, μόνο το 7% της ανταλλάξιμης περιουσίας έχει διατεθεί για την αποκατάσταση των προσφύγων, (εννοεί το βιβλίο «Πρόσφυγες εξ ανταλλαγής και ανταλλάξιμος περιουσία»).
Αν αυτό δεν είναι ορθό, κύριε Αντιπρόεδρε, παρακαλώ να με διορθώσετε.
Προεδρεύων (Ισαάκ Λαυρεντίδης). Ορθόν είναι, κύριε συνάδελφε.
Ξενοφών Πελοποννήσιος. Βλέπετε λοιπόν ότι γύρω από το πρόβλημα αυτό δεν έχει επιδειχθεί το ενδιαφέρον εκείνο, που απαιτείτο. Και όλα αυτά, θα διερωτηθεί κανείς, γιατί συμβαίνουν.
Συμβαίνουν, κύριοι συνάδελφοι, διότι επικράτησε η εσφαλμένη αντίληψη και εξακολουθεί να επικρατεί και μέσα στη σημερινή Κυβέρνηση ότι το χρέος της Πολιτείας, το εθνικό αυτό χρέος, περιορίζεται μόνο σε μέτρα διευκόλυνσης ή σε μέτρα κοινωνικής πρόνοιας και όχι στην υποχρεωτική πλήρη δωρεάν στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων, όπως άλλωστε όριζε η συνθήκη της Λωζάνης και η δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή το 1930.
Εμείς, κύριοι συνάδελφοι, το ΠΑΣΟΚ, που αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά αυτό το χρέος, διότι το αντιλαμβανόμαστε σαν χρέος εθνικό, σαν χρέος ηθικό, σαν χρέος ανθρωπιστικό, καταθέσαμε στην πρώτη Σύνοδο της παρούσης Βουλής ειδική επερώτηση που συζητήθηκε τον Φεβρουάριο του 1978 και με την οποία ζητήσαμε από την Κυβέρνηση να διαγράψει τα προσφυγικά χρέη που αναφέρονται στη στεγαστική αποκατάσταση και να προχωρήσει με τον ανάλογο ρυθμό που απαιτεί το πρόβλημα στη στεγαστική αποκατάσταση και των υπολοίπων προσφυγικών οικογενειών, εις τρόπον ώστε να μη το βρει το πρόβλημα ο επόμενος αιώνας.
Επειδή όμως, παρ όλο ότι πέρασε ενάμισης χρόνος από τότε που συζητήθηκε η πρώτη επερώτηση, η Κυβέρνηση δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια και δεν άλλαξε πολιτική, αλλά εξακολουθεί να εφαρμόζει το σύστημα και την τακτική, αλλά και τις διατάξεις που θέσπισε η δικτατορία και ακόμα επειδή με τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης για τις οικιστικές περιοχές με τον Ν. 746/79, και την κατασκευή του συγκοινωνιακού δακτυλίου, απειλούνται οι πρόσφυγες με νέα προσφυγιά, αναγκαστήκαμε να καταθέσουμε την επερώτηση, που συζητάμε σήμερα, για να καταγγείλουμε πρώτα απ' όλα την Κυβέρνηση για την αδιάφορη πολιτική, που εξακολουθεί να ασκεί σε βάρος των προσφύγων και της ανταλλάξιμης περιουσίας και κατά δεύτερο για να ζητήσουμε από τη Κυβέρνηση τα εξής:
1. Να εκδόσει αμέσως τα οριστικά παραχωρητήρια χωρίς την παρέμβαση των δικαστηρίων, ώστε να τακτοποιηθούν οι οικογένειες, οι οποίες από τόσα χρόνια είναι αιωρούμενες από άποψη κυριότητας.
2. Να διαγραφούν τα χρέη των προσφύγων που αναφέρονται στη στεγαστική τους αποκατάσταση.
3. Να καταργηθούν όλες οι αντιπροσφυγικές διατάξεις, που θεσπίστηκαν από τη δικτατορία και συγκεκριμένα το Ν.Δ. 1138/72.
4. Να δοθεί νέα προθεσμία για να υποβάλουν αιτήσεις όλες οι δικαιούχες οικογένειες, που από τη νομοθεσία δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να υποβάλλουν τις αιτήσεις αυτές.
5. Να καταρτιστεί ειδικό στεγαστικό πρόγραμμα για τους προσφυγές που θα στηρίζεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό και στην ανταλλάξιμη περιουσία. Και το πρόγραμμα αυτό να αρχίσει να εφαρμόζεται το συντομότερο ώστε να ολοκληρωθεί μέσα σε εύλογα χρονικά όρια.
6. Η λεγόμενη ανάπλαση των προσφυγικών συνοικισμών και η κατασκευή του κυκλοφοριακού δακτυλίου να γίνει μετά από συνεννόηση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, δηλαδή τις τοπικές αρχές και τις δευτεροβάθμιες προσφυγικές οργανώσεις, εις τρόπον ώστε, τόσο η ανάπλαση αυτή, την οποία δεν αρνούνται οι πρόσφυγες όσο και η κατασκευή του κυκλοφοριακού δακτυλίου, να μην γίνουν σε βάρος των προσφύγων.
Τέλος, ζητούμε να κωδικοποιηθεί η προσφυγική νομοθεσία, σε τρόπον ώστε και ο πιο απλός πρόσφυγας να μπορεί να τη διαβάσει και να γνωρίζει τα δικαιώματά του και τις υποχρεώσεις του.


Π. Κρητικός: Η υποχρέωση του Κράτους για την αποκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής, δεν απορρέει μονάχα από λόγους ανθρωπιστικούς, από λόγους κοινωνικούς, από λόγους αλτρουϊστικούς. Απορρέει από τις συνθήκες της Λωζάνης και της Άγκυρας, από τη δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου και από το δικαίωμα που έχουν οι Έλληνες πρόσφυγες επί της ανταλλαξίμου περιουσίας τους. Αλλά αντί να έχουν προχωρήσει οι Κυβερνήσεις της Δεξιάς στην πλήρη αποκατάσταση των προσφύγων, όσους έχουν αποκαταστήσει τους έχουν υποχρεώσει να καταβάλουν και τίμημα δυσανάλογο με τις δυνατότητες τους, σαν να χρωστούσαν οι πρόσφυγες στο Κράτος, ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι το Κράτος χρωστά στους πρόσφυγες.
Και σαν μην έφθαναν όλα αυτά ήλθαν και οι χουντικοί νόμοι 1138/72 και 266/74, οι οποίοι κατάργησαν το δικαίωμα αυτό των προσφύγων, μεταφέροντας την ικανοποίηση του δικαιώματος τους στην Κτηματική Τράπεζα που τους χορηγεί δάνεια με τα γνωστά υπέρογκα επιτόκια, που επιβαρύνουν δάνεια άλλων κατηγοριών πολιτών. Η υπαγωγή των προσφύγων στη δανειοδοτική διαδικασία της Κτηματικής Τράπεζας είναι απαράδεκτη και γι' αυτό θα έπρεπε να είχε καταργηθεί αμέσως ο χουντικός νόμος 1138/72. 
Οι Έλληνες πρόσφυγες δεν θέλουν δάνεια. Γιατί έχουν την περιουσία τους, την ανταλλάξιμη περιουσία τους. Κατά τους υπολογισμούς αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών κατά το έτος 1972 η ανταλλάξιμη περιουσία ανερχόταν σε 3.300.000.000 (αναφέρεται στη συνάντησή μου με τον «υπουργό» της χούντας I. Κουλή). Τα «χρέη» των προσφύγων, όπως είπα, είναι 1.181.636.418. Τότε ποιος χρωστάει σε ποιόν, οι πρόσφυγες στο Κράτος ή το Κράτος στους πρόσφυγες; Και γιατί θα χορηγούνται έντοκα δάνεια στους πρόσφυγες και θα εκδίδονται εντάλματα συλλήψεως, όταν είναι γνωστό ότι το Κράτος χρωστάει στους πρόσφυγες;
Σήμερα, αξιότιμε κ. Πρόεδρε, υπάρχουν 5.000 οικογένειες αναποκατάστατες, 5.000 οικογένειες τρωγλοδυτών στη Δραπετσώνα, στα Γερμανικά και σε άλλες αστικές περιοχές της Χώρας. Αν πάτε στη Δραπετσώνα και περάσετε από τις οδούς Αριστοτέλους, Μησαϊλίδη, Δράμας, Καπετανίδου, Αργοστολιού, 25ης Μαρτίου, Ραιδεστού, Δημητσάνας κλπ. θα διαπιστώσετε την παρουσία της άθλιας παράγκας. Όμως δεν συγκινείται η Κυβέρνηση της «Νέας Δημοκρατίας» το Κράτος της Δεξιάς, ώστε να αποκαταστήσει τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι δεν έφταιξαν σε τίποτε, αλλά ήταν τα δίπλα θύματα μιας βαρβαρότητας, και μιας πολιτικής την οποία δεν θέλω να μνημονεύσω και να χαρακτηρίσω...

Γιώργος Λαμψίδης