Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Λαμπριάτικες Προετοιμασίες

Ο απλός λαός ονοματίζει το Πάσχα, Πασχαλιά και κυρίως Λαμπρή. Με αυτή την καθοριστικά λαμπιρίζουσα λέξη στο μυαλό, οι νοικοκυρές συναγωνίζονται πασχαλιάτικα στην «καθαριότητα». Προσπαθούν όλα γύρω τους στο περιβάλλον και στα κατάβαθα της ψυχής τους να είναι λαμπρά, λαμπερά, λαμπιρίζοντα, λαμπριάτικα!
Με την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής αρχίζουν οι προετοιμασίες πρώτα οι εσωτερικές, οι πνευματικές, της ψυχής καλύτερα. Νηστεύουν για να φθάσουν πανέτοιμες στη Μεγάλη Εβδομάδα πρωτίστως, και ύστερα με προσευχές, συγνώμες κι εξομολογήσεις να οδηγηθούν στη μέρα της Ανάστασης. Εν τω μεταξύ οι επιταγές για απαράβατη αφοσίωση στα... της παράδοσης δεν αφήνουν περιθώρια στην ολιγωρία.
Πόντιες με παραδοσιακές ενδυμασίες

Οι ασβεστόπετρες που έλιωσαν με την προσθήκη νερού στα βαρέλια της καπνοφυτείας, απέδωσαν τη γαλακτερή κρέμα τους. Τώρα πια πολτοποιημένες «αδημονούσαν» να φτάσουν στον προορισμό τους. Να ασπρίσουν τον περιβάλλοντα χώρο, να εξαγνίσουν το βιότοπο. Οι νοικοκυρές μετέφραζαν πως ανάμεσα στο «λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής» και τον λαμπερό, παστρικό περίγυρο, υπήρχε σύνδεση.
Έπαιρναν τη βούρτσα στα χέρια (από καλαμποκόφυλλα φτιαγμένη) κι έπαιζαν με το λουλακιασμένο ασβέστη, καλοδιάθετα. Τον «έβαζαν» ν' αναρριχηθεί πάνω στους τοίχους, στο μέσα και έξω των σπιτιών, να «σκαρφαλώσει» στους κορμούς των δέντρων της αυλής, να «ξαπλώσει» πάνω στα λιθάρια που περιέβαλαν τα παρτέρια του κήπου, να τον «απλώσουν» στα πεζούλια των δρόμων και τελευταία υποχρέωναν το αυτοσχέδιο «πινέλο» να γλύψει τους λαδοτενεκέδες με τους πανσέδες, τις βιολέτες, τις αζαλέες, τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες στο περιεχόμενο τους.
Πάνω στην ώρα της χαράς από το φτάσιμο του τέλους, και στην ανακούφιση από την απαλλαγή του κοψομεσιάσματος, εμφανίζονταν ο ήλιος. Σαν ειδικός απεσταλμένος, μιας κάποιας άνωθεν εντολής, έβγαινε πίσω από τα σύννεφα για να κάνει επιθεώρηση. 
Πάσχιζε με τις φωτεινές ακτίνες του να βγάλει στο φανερό τα στραβοβουρτσίσματα, να απονέμει μπράβο στις επιτυχίες, να μοιράσει επαίνους και να δεχτεί χαμόγελα χαράς και ευαρέσκειας. Όλα, καθώς του πρέπει Εκείνου, ήταν στο τέλειο. Γι' αυτό και ο ήλιος, -ως ο βασιλιάς της ημέρας- διάλεγε το πιο λαμπερά — λαμπρό, άσπρο να το φωτίσει. Ευχαριστημένος έτσι αποφάσιζε να πιάσει κουβέντα με τα άσπρα σύννεφα στα χαμηλά και στο βάθος του ορίζοντα, που είχαν τάμα, να στήσουν πια το σκηνικό της χαρμολύπης.
Η εκκλησία του χωριού δεν έμενε αδρανής .
Τέντωνε τον ψηλό λαιμό στο καμπαναριό, για να φθάσει στο διάσελο του ουρανού, να αφουγκραστεί τα μηνύματα των ημερών, για να προσθέσει με τη σειρά της το δικό της θρηνολάλημα στο διαλάλημα της μυστηριακής μέθεξης, που προηγείται της Ανάστασης.
Τη Μεγάλη της χριστιανοσύνης Εβδομάδα, το σκηνικό της προετοιμασίας αλλάζει. 
Το ολότελα διαφορετικό πλανάται τώρα στην ατμόσφαιρα των ιερών ναών. Στις θαμπερά φωτισμένες εκκλησίες από αναμμένα μελισσοκέρια, το φως τρεμουλιαστό διώχνει το σκοτάδι, οι κανδήλες που καίνε λαδάκι στο φυτίλι διαχέουν τις φωτοσκιάσεις τους, και ο ταπεινός ιερές προσηλωμένος στο τυπικό των καθηκόντων του, τελετουργεί.
 Μαζί του οι ιεροψάλτες ιερουργούν ιδιότυπα. Όχι ακριβώς πένθιμα ή πονεμένα, ούτε γλυκερά και διάφορα, αλλά ευλαβικά και ανακουφιστικά. Την ίδια στιγμή, ίσως κι αθέλητα σπρώχνουν τους δείκτες στα ρολόγια με μελωδικούς ύμνους. Διέρχονται από το εξομολογητήριο και ξεπερνούν τις ώρες, το χρόνο, τις ημέρες με ήχους ευλάβειας. Επιθυμούν να δώσουν το καλό παράδειγμα για να φτάσουν όλοι μαζί γρηγορότερα με ψαλμούς και δέησες στο Χριστός Ανέστη.
Οι μικρομάνες συμφωνούν, αλλά και αγωνιούν. Διότι κοντεύει να τελειώσει η μαρμελάδα από κεράσια, το ρετσέλι από φράουλες, το παστέλι από μούρα και το κυδωνόπαστο που είχαν με τα χεράκια τους φτιάσει, (σε προσδιορισμένο χρόνο, ειδικά για τις ημέρες των Παθών). Τα παιδιά δεν αντέχουν στη πολυήμερη νηστεία, και δε χορταίνουν εύκολα με νερωμένες φέτες ψωμιού, πασπαλισμένες με ζάχαρη. 
Ο μπακάλης δε δίνει ευχαρίστως το χαλβά, το ταχίνι και τη θρεψίνη βερεσέ, που πρόκειται να ξεχρεωθεί στο πούλημα των καπνών. Αλλά, και σαν να μην έφθανε το ξόδεμα των τροφίμων για τη νηστεία από το κελάρι του σπιτιού με την πείνα στο κόκκινο, έμπαιναν στη μέση και οι μυρωδιές που ξεσήκωναν την όρεξη.
 Ήταν σαν να πάσχιζαν, να εκβιάσουν την αντίσταση των πιστών στους πειρασμούς και ταυτοχρονα να δαμάσουν τις επιθυμίες, παράλληλες με τις από αιώνων επιταγές: «ο εγκρατής κύριος εαυτού εισί». Γαργαλούσαν με τη μυρωδιά τους την όρεξη, τα λαγήνια (πήλινα δοχεία) με τους φυλαγμένους καβουρμάδες, το χοιρινό λίπος και τα χοιρομέρια τα καπνιστά στ' άχυρα, που πρόσφατα ξεσήκωσαν απ' την καταπακτή.
 Τα έβγαζαν εξεπίτηδες απ' το χώρο διατήρησης (ανύπαρκτα ήσαν τα ψυγεία) και τ' αράδιαζαν στο λιακωτό, προκειμένου να χορτάσουν ήλιο και να απαλλαγούν από τη μυρωδιά της κλεισούρας. 
Εκεί, τα προ ψημένα κρεατικά με το σκόρδο και τα λογιών λογιών μυρωδικά, σε αντάλλαγμα των περιποιήσεων, απέπνεαν οσμές γαργαλιστικές στις επιθυμίες, που ξεσήκωναν την όρεξη.
Σαν αντίδοτο στη μέθεξη από τις μυρουδιές προέτασσαν την απασχόληση. Έτρεχαν μικροί μεγάλοι στο λαχανόκηπο να ποτίσουν τα μαρουλάκια, να δροσίσουν το μαϊντανό, το δυόσμο, τον άνηθο. Ύστερα με τον ίδιο ενθουσιασμό να αραιώσουν τα κρεμμυδάκια, τα ραπανάκια, τα σπανάκια και όλα όσα από τα κηπευτικά θα στόλιζαν το πασχαλινό τραπέζι ή θα ενίσχυαν τη νοστιμιά της μαγειρίτσας.
 «Θα καλέσουμε και το Νικήτα» το όμορφο παλικάρι της γειτονιάς « σκέπτεται η «μεγαλοκόρη» («μόλις δέκα οκτώ χρόνων») της οικογένειας και πιάνει το τραγούδι, για να μην ακουστεί το σκίρτημα της καρδιάς της! Ο παππούς που την ακούει, σκαρφαλωμένος για το κορφολόγημα στα ασουλούπωτα νέα κλαράκια με τις παραφυάδες στην κληματαριά, ανοίγει υπαινικτικά το ψαλίδι: «Α', όλα κι όλα, θα κόφτω τη γλώσσας» λέει με νοήματα. «Γίνεται να τραγουδάς σεβταλίδικα, Μεγαλοβδομαδιάτικα;;)
Η γιαγιά, θυμάται τα δικά της, και κρυφό γελά. Ωστόσο, επιτήδεια περνά χαμηλόφωνα στα εκκλησιαστικά. Σώζει την κατάσταση ψιθυρίζοντας το «Νυμφώνα σου βλέπω». Ύστερα ψέλνει υμνωδίες των βυζαντινών υμνογράφων κι όσοι παραβρίσκονται την ακολουθούν, με κρυφή την απορία. 
Πώς γίνεται, να ξέρει τόσα πολλά; Το δειλινό πριν πάνε οικογενειακώς στη εκκλησία, κάθονται γύρω από το χαμηλό σοφρά για να καθαρίσουν τα καρύδια, να ασπρίσουν τ' αμύγδαλα, να αποφλοιώσουν τα φουντούκια, να ξεκοτσανίσουν τις σταφίδες. Προετοιμάζουν τα υλικά για τα τσουρέκια που η μάνα θα ζυμώσει πάνω στα «βαθιά» ξημερώματα της Μεγάλης Πέμπτης. Πρέπει να προλάβει η ζύμη να κοιμηθεί, πριν ξυπνήσει η οικογένεια.
 Μετά το πρωινό εγερτήριο οι δουλειές που τους περιμένουν δεν είναι λίγες. Να πλάσουν τις λαμπροκουλούρες, να στολίσουν τις «πασχαλίτσες», να κάνουν κουλουράκια κοτσιδωτά, να βάψουν αυγά, λιγοστά βέβαια, όσα και τα μέλη της οικογένειας. Πρόκειται για κόκκινα αυγά της κόκκινης Πέμπτης, θα τα πάνε μαζί με το σιτάρι και το δεμένο στο μαντήλι αλάτι, θα τα εναποθέσουν κάτω από το αναλόγιο, από το ύψος του οποίου ο παπάς θα διαβάσει τα δώδεκα Ευαγγέλια.
Αγία Σοφία Τραπεζούντας
 Προς το μεσημέρι κι όταν η μυρωδιά της ψημένης κόρας ειδοποιεί για το ξεφούρνισμα, ανοίγουν τη χρησμένη πόρτα του φούρνου. Ξεφουρνίζουν κι όσο είναι ζεστές οι λαμπροκουλούρες γίνεται η διανομή. Ένα τσουρέκι θα δώσουν στον κάτοχο του φούρνου, ένα στην οικογένεια του γυναικάδελφου που έχουν άρρωστη τη μάνα, άλλο στη γειτόνισσα που «έχασε τον άνδρα της, άλλο και άλλο, σε άλλους ανήμπορους του χωριού.
Με φανερή την αλληλεγγύη (υπολογίσιμη συμπεριφορά στη βίωση του κλίματος της αγάπης), η Μεγάλη Παρασκευή προσκαλούσε με πένθιμες καμπανοκρουσίες τους πιστούς.
 Υπάκουοι μικροί-μεγάλοι έτρεχαν στις εκκλησιές τις λαμπροφορεμένες από το πρωί, για ν' ακούσουν τα τετραβάγγελα κι άφηναν τις κουζίνες «αλειτούργητες». Η παράδοση υπαγόρευε και η νοικοκυρά πίστευε, πως η κατσαρόλα στη φωτιά δεν είχε θέση την ημέρα του Επιτάφιου Θρήνου. 
Τα νεκρικά έθιμα για τους κοινούς ανθρώπους βρίσκουν την προσαρμογή τους στην ημέρα που ο Υιός του Θεού αποκαθηλώνεται για τη «Ζωή εν τάφω». Το πένθος είναι γενικό αλλά περιέργως πως, δεν διαχέει θλίψη και δεν αντικαθιστά την αισιοδοξία και την προσμονή. Το κλίμα της χαρμολύπης αρμόζει τους.
Το Μεγάλο Σάββατο που περιμένει πίσω από το χάραμα της ανατολής ανασκουμπώνεται για να στήσει επιδέξια τις γέφυρες που θα μεσολαβήσουν για το πέρασμα από το θαμπό στο λαμπερό, από το ξόδιασμα της λύπη στη χαρά, από τα υγρά μάτια που θολώνονται στο φως, στη λαμπρότερη λαμπρότητα της Λαμπρής. Χριστός Ανέστη.





Νόρα Κωνσταντινίδου





Πηγη: Περιοδικό ΠΟΝΤΙΑΚΑ