Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Το κορίτσι από την Σαμψούντα.

Απόσπασμα από την εισαγωγή
Ο ξένος 

Ο καλπασμός ηχούσε γοργός πάνω στον χωματόδρομο, καθώς ο ξένος ζύγωνε στην πόλη. Οι νοτισμένες άκριες και οι γεμάτες νερό λακκούβες μαρτυρούσαν τη βροχή που είχε ξεσπάσει το προηγούμενο απόγευμα και είχε κρατήσει σχεδόν μέχρι το βράδυ, μουσκεύοντας τα πάντα. 
Ο λαμπερός ήλιος του Μάη εκείνο το απομεσήμερο του 1919 δεν είχε καταφέρει ν' απορροφήσει την υγρασία απ' τον αέρα, συχνό φαινόμενο για το κλίμα της περιοχής, είχε χαρίσει όμως στην ατμόσφαιρα εκπληκτική διαύγεια.
Φτάνοντας στη στροφή του δρόμου, ο καβαλάρης τράβηξε τα γκέμια και περιόρισε τον καλπασμό του αλόγου σε μικρό τριποδισμό. Η «νύμφη του Πόντου» φάνηκε πια στον ορίζοντα, ξαπλωμένη μπροστά στη θάλασσα, ντυμένη σεμνά στα σκουροπράσινα χρώματα των δέντρων. Φοίνικες, ελαιόδεντρα και κυπαρίσσια διασπούσαν το καφεκόκκινο από τα κεραμίδια των σπιτιών, που ακόμη κι από τόσο μακριά φάνταζαν περιποιημένα, γεροχτισμένα και όμορφα. Άλλα χαμηλά και ταπεινά, κι άλλα διώροφα ή τριώροφα, κανονικά αρχοντικά και επαύλεις. Ανάμεσά τους ανάκατοι οι τρούλοι των εκκλησιών, οι μυτερές κορυφές των καμπαναριών και των τεμενών και η πολύ ψηλότερη του ρολογιού ξεχώριζαν κόντρα στο γαλανό του ουρανού. Έσφιξε γερά το χαλινάρι, και το κατάμαυρο φαρί κοκάλωσε και στάθηκε λαχανιασμένο όσο ο αναβάτης ατένιζε τη Σαμψούντα, περιμένοντας υπομονετικά. Έδειχνε κουρασμένο κι αυτό, όπως κι εκείνος, από το πολύωρο ταξίδι, ενώ στα τελευταία χιλιόμετρα το ένα πόδι του σκόνταφτε τακτικά στον χωματόδρομο, χάνοντας τον ρυθμό του.
Κοίταξε την πόλη αρκετή ώρα, προσέχοντας συνάμα τα κοπάδια των ζώων που βοσκούσαν στο τσαΐρι και τις φιγούρες των βοσκών που είχαν αράξει κάτω απ' τα βαθύσκιωτα δέντρα. Ένα μικρό αγόρι, που έτρεχε κυνηγώντας μια γελάδα, γλίστρησε στις σβουνιές, έπεσε κι ύστερα σηκώθηκε κι άρχισε να χοροπηδά θυμωμένο, φωνάζοντας στα τουρκικά. Οι φωνές έφτασαν αχνά στ' αυτιά του και χαμογέλασε, ρίχνοντας τη ματιά τώρα στον κατάφυτο χαμηλό λόφο παραπάνω. Μέτρησε με σίγουρο βλέμμα την απόσταση και, παίρνοντας επιτόπου την απόφαση, έστρεψε το ζώο στο μονοπάτι που οδηγούσε εκεί.
Κάποια στιγμή ξεκαβαλίκεψε και, τραβώντας το άλογο απ' το χαλινάρι, χώθηκε ανάμεσα στη βλάστηση. Αισθανόταν απεγνωσμένα την ανάγκη, προτού πατήσει το πόδι του στη Σαμψούντα, να μείνει για λίγο ολομόναχος και να ξεθάψει τις αναμνήσεις απ' το σεντούκι που τις είχε παραχώσει εδώ και χρόνια· στην ουσία τις αναμνήσεις των γονιών του, αφού ο ίδιος δε θυμόταν το παραμικρό απ' τον γενέθλιο τόπο.
Προχώρησε στο δάσος κάτω απ' τα θηριώδη δέντρα και το καταπράσινο πλέγμα των φύλλων. Κάποιο ποταμάκι κελάρυζε λίγο πιο κει, άκουγε ήδη το μουρμουρητό του να ταράζει τη σιωπή που κυριαρχούσε. Ούτε μουγκανητά ζώων είχε εδώ, ούτε φωνές ανθρώπων. Μονάχα οι ήχοι της φύσης, που σάλευε ολοζώντανη γύρω του. Ανάσανε με αγαλλίαση. Ήταν άραγε ιδέα του ή πράγματι είχε άλλη αίσθηση ο αγέρας;
Έλεγξε τις οπλές στα μπροστινά πόδια του αλόγου, καθώς δε συνήθιζε να σκοντάφτει, όσο κουρασμένος κι αν ήταν ο επιβήτοράς του, και διαπίστωσε πως ένα μικρό πετραδάκι είχε σφηνώσει στη δεξιά οπλή. Έβγαλε τον σουγιά από την τσέπη του, τον άνοιξε κι έσπρωξε με τη μυτερή του άκρη το χαλίκι. Έπειτα άφησε το άλογο να βοσκά ελεύθερο και, αψηφώντας την υγρασία στο έδαφος, έβγαλε το καπέλο και ξάπλωσε πάνω στο φρέσκο γρασίδι, βάζοντας τα μπράτσα προσκεφάλι.
Το βλέμμα του ταξίδεψε για λίγο στο καταπράσινο βελούδο που τον περικύκλωνε κι έπειτα σφράγισε τα βλέφαρα και βυθίστηκε στις αναμνήσεις, αφήνοντας το απαλό θρόισμα των φύλλων να τις καλωσορίσει και να τις συνοδέψει, καθώς ανασταίνονταν. Εδώ λοιπόν είχε αρχίσει το ταξίδι της η ύπαρξή του. Σε τούτο τον τόπο.
Προσπάθησε να αισθανθεί τις δονήσεις του πάτριου εδάφους κάτω απ' τη γεροχτισμένη πλάτη του κι ήταν σαν να ένιωσε βελόνες να διαπερνούν τη σπονδυλική του στήλη, γεμίζοντας τα μάτια του υγρές σταλαγματιές. Τόσες ζωές, τόσος αγώνας, τόσα όνειρα και τώρα πια μονάχα αυτός ζωντανός. Εντάξει, κι η μαραμένη θεία Ελισσώ...
Κάτι τάραξε τις σκέψεις του, υποχρεώνοντας τα μάτια του ν' ανοίξουν. Έστησε αυτί ενοχλημένος· ναι, δεν έκανε λάθος, κάποιος σιγομουρμούριζε ένα τραγούδι ή, μάλλον, κάποια. Κοριτσίστικη ήταν η φωνή, και το τραγούδι, αν και δεν έπιανε λόγια, έσταζε λύπη μέσα από τη μελωδία που το συνόδευε.
Ο ήχος τον ανατρίχιασε και, γεμάτος περιέργεια πια, σηκώθηκε αθόρυβα, γυρεύοντας να εντοπίσει την πηγή του. Δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Το κορίτσι βρισκόταν στο ξέφωτο λίγο παραπέρα, καθισμένο ανακούρκουδα, και χάιδευε απαλά τα τρυφερά φύλλα κάποιου βοτάνου που κρατούσε, τραγουδώντας. Δίπλα της ένα καλάθι μισογεμάτο ήδη απ' αυτά έδειχνε πως είχε ώρα που τριγύριζε στο δάσος. Δε φαινόταν πάνω από δεκατεσσάρων χρόνων.
 Μέτρια στο ανάστημα, με εύθραυστο σκελετό, έμοιαζε κλαράκι έτοιμο να θρυμματιστεί στο φύσημα δυνατού αγέρα. Ντυμένη μ' ένα απλό σκούρο φόρεμα, είχε τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά πλεγμένα σε χοντρή κοτσίδα, ριγμένα στην πλάτη. Ο ήλιος που τρύπωνε απ' τα φυλλώματα την έλουζε στο μελιχρό του φως, δημιουργώντας του την αίσθηση πως η εικόνα που αντίκριζε ήταν εξωπραγματική. Κατάλαβε πως δεν τον είχε αντιληφθεί, γιατί, παραδομένη ολότελα στη μελωδία που τη συνέπαιρνε, συνέχιζε να τραγουδά με μάτια μισόκλειστα.
 Οι νότες έλιωσαν την καρδιά του, και τα λόγια, παρότι δε γνώριζε την ποντιακή διάλεκτο στην οποία τραγουδούσε η κοπελίτσα και μόνο τη λέξη «μάνα» ξεχώρισε, έντυσαν τον υπέροχο νοσταλγικό και θλιμμένο ήχο άψογα.
«...να μην εφόρνα μαύρααα...» Οι τελευταίες συλλαβές έσβησαν, κι αυτός με μάτια νοτισμένα δίσταζε να κινηθεί. Κύλησαν κάποια λεπτά κι ύστερα θρόισαν τα φύλλα καθώς σάλεψε, φανερώνοντας την παρουσία του. Εκείνη τινάχτηκε τρομαγμένη κι αμέσως οι παλάμες της πήγαν κι έκλεισαν πάνω στην καρδιά της.
«Εχπαράα κι εχάθα!» τον μάλωσε ξέπνοη. Η απαλή φωνή της ήταν όμορφη, ένα τραγούδι από μόνη της.
«Σε τρόμαξα;» τη ρώτησε προχωρώντας μερικά βήματα και, βγαίνοντας απ' τις φυλλωσιές που τον μισόκρυβαν, στάθηκε μπροστά της. «Συγγνώμη, αλλά άκουσα άθελά μου το τραγούδι σου. Ήταν υπέροχο! Στη μάνα δεν αναφερόταν;»
Απέφυγε το βλέμμα του κι έσκυψε να πιάσει το καλάθι της.
«Ναι, στη μάνα.» ακούστηκε πνιχτή η φωνή της. Την είδε να παίρνει βαθιά ανάσα, καταβάλλοντας προφανώς προσπάθεια να κυριαρχήσει στα συναισθήματά της. «'κι είσαι απ' αδά! Δεν είσαι από εδώ», του είπε, σαν το πέτυχε, εγκαταλείποντας μετά την πρώτη φράση την ποντιακή διάλεκτο. Στην καθομιλουμένη ελληνική η φωνή της κυλούσε το ίδιο άνετα.
«Και είμαι, και δεν είμαι», της απάντησε διφορούμενα και η απάντησή του γέννησε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της. «Συγγνώμη και πάλι που σε τρόμαξα, μα το τραγούδι σου μου θύμισε τη μάνα μου. Τραγουδούσε υπέροχα κι εκείνη, σαν εσένα».
«Γιατί, τώρα δεν τραγουδά;» τον ρώτησε αποτολμώντας να τον κοιτάξει κατάματα. Πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια μάτια κι έμεινε να τα παρατηρεί εντυπωσιασμένος. Δυο τόσο παράξενα μάτια! Το ένα πρασινογάλαζο και το άλλο γκριζογάλανο, σαν να ανήκαν σε διαφορετικά πλάσματα. «Πες μου!» επέμεινε η κοπελίτσα, σπάζοντας την παρατεινόμενη σιωπή.
«Δε ζει πια», μουρμούρισε αυτός, αποστρέφοντας το βλέμμα απ' τα δικά της και προσπαθώντας να μη δείξει την ταραχή που έσπειρε η ερώτηση μέσα του. «Έχει χρόνια που χάθηκε...»
Άκουσε την ταραγμένη ανάσα της κι αμέσως το χέρι της απλώθηκε αυθόρμητα κι ακούμπησε για λίγο το δικό του.
«Πονείς ακόμη, ε;» έκανε με κατανόηση. «Ο πόνος δεν τελειώνει, όσα έτη κι αν περάσουν. Πώς χάθηκε;»
«Αρρώστησε και λίγες μονάχα μέρες στο κρεβάτι.» κατάπιε αργά το πικρό του σάλιο, «κι έσβησε».
«Άμον αστράτευτον μωρόν έσνε σον πόνον.»
Την κοίταξε αμήχανος. Το πρόσωπό της στόλιζε τώρα ένα μελαγχολικό χαμόγελο και τα μάτια της έδειχναν έμπειρα, μάτια μεγάλης γυναίκας που είχε ζήσει κι είχε γευτεί κάθε λογής θλίψη. Ένιωσε παράξενα, σαν να είχαν ξάφνου αντιστραφεί οι ρόλοι και είχε γίνει αυτή ενήλικας κι ο ίδιος έφηβος.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει ότι ήσουν άπειρος στον πόνο.»
Απόρησε πώς διαισθάνθηκε τούτο το κορίτσι, σχεδόν παιδί ακόμη, ότι αυτός ήταν ο μεγαλύτερος πόνος στη ζωή του, κι ας είχε προηγηθεί του θανάτου της μάνας εκείνος της Αιμιλίας. Παιδί ήταν κι ο ίδιος τότε και δεν τον είχε αγγίξει ιδιαίτερα, όπως ήταν χαμένος στις σκανταλιές και την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας. Μα η απώλεια η δική της. Είχαν περάσει από κείνη τη μέρα πολλά χρόνια κι είχε γευτεί άπειρες λύπες, αλλά ο πόνος απ' τον δικό της χαμό έστεκε ακόμη μέσα του ολότελα διαφορετικός απ' τους υπόλοιπους. Κι αυτή όμως, μικρή κοπέλα, ποιος ξέρει τι είχε βιώσει για να του μιλά έτσι. Δεν ήταν ν' απορεί κανείς, αν αναλογιζόταν όσα είχαν υποχρεωθεί να ζήσουν τα τελευταία χρόνια οι Ρωμιοί των μικρασιατικών παραλίων και του Πόντου. Από τη μέρα που η Τουρκία είχε συστρατευτεί στο πλευρό των Γερμανών και των συμμάχων τους, είχε τεθεί συντονισμένα πια σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης Ελλήνων και Αρμενίων. Ο ίδιος, βέβαια, χάρη στις λίρες του παππού του είχε αποφύγει τη μοίρα των υπολοίπων.
Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει άβολα, κι ας μην μπορούσε να μαντέψει το κορίτσι τι σκεφτόταν.
«Κάποτε αποκτάς την εμπειρία», απάντησε κοφτά κι ύστερα, μαλακώνοντας τη φωνή του, ρώτησε: «Θα μου πεις πώς σε λένε;»
«Καλλιόπη».
«Από τη Σαμψούντα είσαι, Καλλιόπη;»
«Μα ναι!» Το χαμόγελο επέστρεψε στο χαριτωμένο της πρόσωπο. «Την Αμισό. Εις Αμισόν, σ' Αμισόν, Σαμψούν», πρόφερε τραγουδιστά. «Μας το 'λεγε η δασκάλα στο σχολείο. Το γνώριζες πως από κει ονομάστηκε Σαμψούντα;»
«Φυσικά», της απάντησε, προσπαθώντας να μη δείξει πως διασκέδαζε με το μάθημα που του έκανε. «Έχω κι εγώ κάποια σχέση μαζί της ή τουλάχιστον είχαν οι δικοί μου στο παρελθόν. Πού ξέρεις; Ίσως να κυλάει και αίμα Ποντίων μέσα μου!»
Το κελαρυστό της γέλιο τον έκανε να γελάσει κι αυτός. «'κι έ'εις», τον διαβεβαίωσε. «Δεν έχεις. Αν είχες, θα καταλάβαινες τη μιλιά μας.»
«Πάντως, δε μιλάς βλέπω μονάχα την ποντιακή.»
«Αμά. πώς όχι; Κι εγώ κι όλοι όσοι πηγαίνουν σχολείο. Φοιτούσα στο Παρθεναγωγείο πριν. Κανονικά θα το είχα τελειώσει, αλλά.» Η φωνή της έσβησε κι η θλίψη σκίασε πάλι για λίγο τα μάτια της. Ύστερα όμως, εντυπωσιάζοντάς τον με τη δύναμη της θέλησής της, απόδιωξε ό,τι ήταν αυτό που την πονούσε και συνέχισε: «Οι δάσκαλοι μας δίδασκαν στην κοινή ελληνική», του εξήγησε. «Έτσι κι εγώ, όπως και άλλοι, μπορώ και τη μιλώ. Μάλιστα γνωρίζω ακόμη και αρχαία, που μοιάζουν τόσο πολύ με τη λαλιά μας. Όμηρον!» περηφανεύτηκε.





Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά και στη συγγραφή. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η ΝΥΦΗ ΦΟΡΟΥΣΕ ΜΑΥΡΑ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΑΝ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ, Τ' ΑΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΞΥΠΟΛΥΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ και Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ.

Γ ια απευθείας επικοινωνία με τη συγγραφέα επισκεφθείτε το προσωπικό της ιστολόγιο (blog): http://sofitheodoridou.blogspot.com