Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Ο Πύργος Παρχαρίς

" Όλες οι χάρες που μπορούν να γεννήσουν από κοινού η φύση και η Τέχνη, βρίσκονται σε αρμονική σύνθεση, σε έναν τόπο, λίγα μίλια μακριά έξω από την πόλη Τραπεζούντα, ο οποίος έχει ονομαστεί γήινος παράδεισος, όπου οι ηγεμόνες της χώρας συχνά πηγαίνουν για να τον απολαύσουν".

ΡΗ. FALMERAYER, απο το "CALLOANDRO" του MARINI.

Η άνοιξη ήταν στο ξεφάντωμα της. Οι κήποι του πύργου ήταν ολάνθιστοι. Αρώματα μεθυστικά ξεχύνονταν ολόγυρα. Κι ένα γύρω το θέαμα ηταν ανεπανάληπτο σε ποικιλία και χρώματα.
Λοφίσκοι καταπράσινοι, λιβάδια ολάνθιστα, "τα μάτια δεν χόρταιναν να βλέπουν την ποικιλία των λουλουδιών, τους ψηλούς απέραντους δρυμώνες..... τα κελαηδήματα των πουλιών........αρώματα.......ακόμη και στα πετρώδη εδάφη ξεπετιέται μυρτιά, ανθίζει η ελιά, υψώνεται το κυπαρίσσι και εκτοξεύεται δροσερή πηγή". Κι αμπέλια! Πόσα αμπέλια!
Ο αυτοκράτορας με τους αυλικούς του, που τον περιστοίχιζαν, ήταν ντυμένος απλό, όπως κι εκείνοι το ίδιο, απελευθερωμένοι από την παλατιανή εθιμοτυπία. Ξένοιαστοι, χαίρονταν όλη εκείνη την ομορφιά, απαλλαγμένοι για λίγο από τα τόσα προβλήματα που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία.
Ο συμβασιλέας Αλέξανδρος είχε παραμείνει στη Τραπεζούντα. Το ίδιο και η γυναίκα του Μαρία Γκατελούζη, που δεν ήθελε ν' αφήσει μονάχο τον τρίχρονο Αλέξιο, που τότε περνούοε μια παιδική αρρώστια.
Ανάμεσά τους παρευρίσκονταν ηγεμόνες και πρεσβευτές από ξένες χώρες, που πάντα συνόδευαν τον αυτοκράτορα στις εξοχικές του διαμονές, έστω και για λίγες μέρες. Μια εγκαρδιότητα βασίλευε ανάμεσά τους, σαν η καλή νεράιδα αυτού του θαυμαστού κήπου να τους είχε αγγίσει με το μαγικό της ραβδί, απαλλάσσοντας τους από κάθε έγνοια.
Ο Δεσπότης Δαβίδ είχε συνοδέψει τον αυτοκράτορα με τη γυναίκα του, την Ελένη Κατακουζηνή, που εκτελούσε και τα χρέη της οικοδέσποινας. Μαζί τους είχαν την μεγαλύτερη κόρη τους, τη χαριτωμένη Μαρία, που θα ήταν τότε δέκα τριών χρόνων και τα δύο μεγαλύτερα αγόρια τους, τον Βασίλειο και τον Μανουήλ, έντεκα και δέκα χρόνων, καλοκαμωμένα παλληκαρόπουλα, όπως άλλωστε όλοι στη γενιά των Μεγαλο-Κομνηνών άντρες και γυναίκες.
Η δεκαενιάχρονη Θεοδώρα ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς και της χάρης.
Τ' αντίκρυσμα της ήταν εντυπωσιακό, μα και η συζήτηση μαζί της το ίδιο συναρπαστική, έτσι καλλιεργημένη που ήταν. Μαζί με την Θεοδούλη, - που ποτέ της δεν αποχωριζόταν, - τη θεία της και τη Μαρία, πηγαινοερχόταν, επιβλέποντας να μη λείπει τίποτα από τους προσκεκλημένους του πατέρα της.
Τον Πύργο "Παρχαρίδα" επειδή, λίγες μόνον ώρες απείχε από την Τραπεζούντα, τον επισκέπτονταν συχνότατα. Υπήρχαν και πολλοί άλλοι εξοχικοί πύργοι, κοντά στη θάλασσα ή όχι, όπως: το Φιανόν, του Μαρμαρά, του Αγίου Μερκουρίου.
Σε τούτο τον πύργο το μόνιμο προσωπικό έμενε πάντα εδώ. Έπρεπε να' ναι πάντα έτοιμοι. Μόλις την προηγούμενη ανήγγειλε ο Μεγάλο-Ιωάννης για τον εκεί ερχομό τους, έφυγε αμέσως καβαλάρης για να ειδοποιήσει. Έτσι ξημερώματα κίνησαν κυνηγοί για πουλιά, λαγούς, ελάφια. Μαγείρισσες ανασκουμπώθηκαν για να ετοιμάσουν τα παραδοσιακά φαγητά και γλυκίσματα, με φρέσκο βούτυρο κι ανθότυρο.
Ένα αδιάκοπο πήγαινε-έλα, επικρατούσε εκεί.
Μέσα σ'εκείνο το μαγευτικό περιβάλλον τι και τι δεν απλώθηκε πάνω στα τραπέζια, ψωμιά και ψωμάκια ροδοψημένα, ζεστά, μαλαχτόν, πιλίτ, πασλαμάτζ, πιπιλίσματα. Από σαλάτες; Σμιλάγκια, τσικουλτζά, φασούλα κόκκινα, τουρσιά όλων των ειδών. Τα φαγητά μοσχοβολούσαν. Κυνήγια ψητά και μαγειρευτό, χαψοπίλαφον, καβουρμά, κοτόπουλα με πιλάφι από πλιγούρι και τόσα άλλα. Από πίττες άλλο τίποτα. Υπήρχαν στα τραπέζια: κολοκυθόπιτες, μπουρμάλι, πιλίτ, πιπιλόπιττα.....
και σαν ήρθε η ώρα των γλυκών, αν και όλοι παραχορτασμένοι, δεν μπόρεσαν να μη γευτούν μ' ευχαρίστηση νίσαστον, χαλβά, ωτία.
Το γεύμα κράτησε ώρες, μέσα σε γενική ευθυμία.
Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Η Θεοδώρα με τη θεία της, τη Μαρία, τη Θεοδούλη και τα εξαδέλφια της Βασίλειο και Μανουήλ, είχαν πάει στο διπλανό χωριό. Δυο αρχοντόπουλα ζήτησαν την άδεια από τον αυτοκράτορα για να τις συνοδέψουν. Του πανσέβαστου δούκα της Χαλδίας γιος ο ένας, και ο γιος του πρωβεστιάριου Αμυρούτζη, ο άλλος, που είχε μεγάλη μόρφωση κι έδειχνε συμπάθεια στη θεοδούλη. Ακόμα ο αυτοκρατορικός παιδαγωγός και δυο Βενετσιάνοι νεαροί άρχοντες που φρόντιζαν πάντα να βρίσκονται όπου και η θεοδώρα. 0 παιδαγωγός τους πίεζε όλους να μην αργούν για να προφτάσουν την εκκλησία.
-Και οι "Αγάπες"; ρώτησε ο Βενετσιάνος, που δεν τον πολυενθουσίαζε το εκκλησίασμα και τόσο αφού ο ίδιος και σύντροφός του ήταν καθολικοί.
- "Οι Αγάπες", "Τα Κυριακά δείπνα", εξήγησε η Θεοδώρα, γιορτάζονται σαν τελειώσει η εκκλησία. Είναι κάτι, που σε τούτο το χωριό, βέβαια και σε άλλα, τα διατηρούν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.
Ξηραντέρ
Οι Βενετσιάνοι, έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή, γιατί οι άλλοι, βέβαια, το γνώριζαν τούτο το έθιμο.
- Και τι γίνεται, σ' αυτά τα "Κυριακά δείπνα"; ξαναρώτησε περίεργος.
-Με την απόλυση, συνέχισε η Θεοδώρα, τρώνε όλοι συντροφικά και ψυχαγωγούνται με χορό και τραγούδια, που κι αυτά κρατούν από πολύ παλιά, Φυσικά ο λυράρης είναι απαραίτητος.
Τα  σπίτια του χωριού ήταν ένα γύρω ζωσμένα με δέντρα οπωροφόρα, μα δεν έλειπε απ' αυτά κι ο αχερώνας, το "ξεραντέρ". Η εκκλησία κάτασπρη φάνταζε σαν νυφούλα, μ' έναν μεγάλο περίβολο ένα γύρω. Εκεί γιόρταζαν τις "Αγάπες".
Για μεγάλη ανακούφιση και χαρά όλων - έξω βέβαια από τους Βενετσιάνους -μα δεν το δείχναν - πρόφτασαν, να εκκλησιαστούν.
Η άφιξη του αυτοκράτορα με την Αυλή του, στον Πύργο "Παρχαρίδα" είχε γνωστοποιηθεί σε όλους. Έτσι, με την απόλυση, τους περικύκλωσαν με πραγματικό
ενθουσιασμό.
Η "Αγάπη" εκείνη τη μέρα πήρε πανηγυρικό χαρακτήρα. Οι νιοί κι οι νιές, με τις τοπικές τους φορεσιές έλαμπαν από υγεία κι ομορφιά.
Στον μεγάλο αυλόγυρο κουβαλήθηκαν, στα γρήγορα, χαμηλά τραπέζια - "το χαμελόν το τραπέζ'" - και "σκαμνόπα", μονάχα από το μέσα μέρος. Κι αυτό, για να χαίρονται οι καθισμένοι - κύρια οι γεροντότεροι - το χορό που θ' άρχιζε, στον μεγάλο ελεύθερο χώρο μπροστά τους. Κι όχι πως οι γεροντότεροι δεν θα λάβαιναν στη συνέχεια μέρος στο χορό.
Επάνω στα τραπέζια απλώθηκαν λογής-λογής λιχουδιές: "πεϊνιρλίν", από ελαφρύ ζυμάρι, παχύ τυρί, μυρουδάτο βούτυρο, μικρές τυρόπιτες, που 'μοιάζαν με βαρκούλες. Όλα ροδοψημένα σε σπιτικούς φούρνους.
Κοφτάδες, ντολμάδες και τόσα άλλα, που μοσχοβόλησεν ο τόπος!
Στη μέση του ελεύθερου χώρου πήραν θέση "ο τουλουμτζής", ο "νταουλτζής", "ο ζουρνατζής", κι ο "λυριτζής", όλοι με τα όργανα της χαράς. Από τη σύναξη δεν έλειπε κι "ο ζιπκαλής", ο λεβέντης χωρικός (ντελή-κανλής)), με γιορτινή στολή "ζίπκας", με φυσιγγιοθήκη και το όπλο του. Μα, όχι για πόλεμο, αλλά για να βροντολαλήσει με το όπλο του πως έχουν χαρά. Γιορτή!
Πριν αρχίσει το τραγούδι κι ο χορός, το ντουφέκι βροντολάλησε.
Αμέσως ο "λυριτζής" με τη συνοδεία της λύρας του άρχισε να τραγουδάει τη Λεμόνα-Ηλιομάνα, που προστατεύει τα δέντρα και τα λουλούδια και γενικά το πράσινο. Η γλυκιά φωνή του "λυριτζή" τους συνεπήρε όλους:
- Μες τη φύση περπατώντας είδα δάση και λιβάδια, 
είδα δάση και λιβάδια και βρυσούλα σε μιαν άκρη
 και στην άκρη της βρυσούλας, έστεκε μεγάλο δέντρο, 
έστεκε μεγάλο δέντρο, με νεράντζια φορτωμένο.
Κι ένα κάνοντας να κόψω, παραθύμωσε η Λεμόνα.
Και του ήλιου η μάνα σκούζει: Τι λαλείς γλυκιά αηδόνα; 
Τι θυμώνεις Ηλιομάνα; Μήπως τσάκισα κλαδάκι,
Μήπως τσάκισα κλαδάκι ή σου μάρανα φυλλάκι;
Κι αν σου τσάκισα κλαδάκι, να μου σπάσει το χεράκι.
Κι αν σου μάρανα φυλλάκι, να μου μαραθεί η ψυχούλα.
0 τρελοβοριάς τσακίζει τα κλαδιά και τα κλωνάρια.
Και τα φύλλα τα μαραίνει με την κάψα του ο ήλιος.

Γενική απαίτηση να σύρει το χορό η Θεοδώρα. Κι όλοι τους πριν το καταλάβουν, βρέθηκαν στον κύκλο. Τα όργανα δεν σταμάτησαν κι ο λυράρης έπαιζε, έπαιζε και τραγουδούσε το ένα δίστιχο ύστερα από τ' άλλο.
Το γλέντι κορυφώθηκε, κι οι ηλικιωμένοι σηκώθηκαν. Νέοι κύκλοι σχηματίστηκαν. Χοροί σιγανοί και χοροί γρήγοροι. Εκεί που δυσκολεύτηκαν στην αρχή, ήταν σαν χορεύτηκε " 0 Περίπατος". Η Θεοδώρα όμως τον ξαναείχε χορέψει κι έτσι μ' επιτυχία κατηύθυνε τους χορευτές του κύκλου της ανάμεσα στους δρόμους του χωριού. Επέστρεψαν στον Πύργο, με το ηλιοβασίλεμα, κατενθουσιασμένοι!

Αυγή Β. Παπάκου