Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Το θεμελιώδες επίτευγμα: ομοιογενές εθνικά κράτος

Παρά την τρομακτική εθνική και ατομική καταστροφή και εξουθένωση, που άρχισε να εκδηλώνεται από τα μέσα του 1914, με την απηνή δίωξη του ελληνικού στοιχείου, σύμφωνα με το νεοτουρκικό σύνθημα «Η Τουρκία για τους Τούρκους» και κορυφώθηκε η δίωξη αυτή εφιαλτικά κατά το μοιραίο 1922, η Ελλάδα κατόρθωσε να μετριάσει την οδύνη της με την κατοχύρωση της ελληνικότητας - με τον ερχομό των προσφύγων - των νέων χωρών και ιδίως της Μακεδονίας και της Θράκης, πάνω στις οποίες διασταυρώνονταν τότε τα άπληστα βλέμματα των γειτόνων. Και αυτή η κατοχύρωση πραγματοποιήθηκε με την αναγκαστική ανταλλαγή των Ελληνο-τουρκικών πληθυσμών και της εθελούσιας των Βουλγάρων (Συνθήκη Νεϋγύ 1919).
Το γεγονός αυτό, η κατοχύρωση της ελληνικότητας, αποτέλεσε το εξαιρετικά σημαντικό, από εθνική άποψη, επίτευγμα, ένα ουσιαστικό και πρώτο αντιστάθμισμα στη δεινή δοκιμασία του ελληνικού λαού, το πρώτο ελπιδοφόρο μήνυμα της Άνοιξης, ύστερα από έναν στυγνό και παγερό χειμώνα.
Κιλκίς

Η θαυμάσια αυτή χρησιμοποίηση του τόσο ζωντανού και δυναμικού ανθρώπινου υλικού, όπως ήσαν οι πρόσφυγες, για την κάλυψη των βόρειων περιοχών της χώρας, ήταν έργο σωστών υπολογισμών των πολιτικών της εποχής και πρώτιστα του Ελευθέριου Βενιζέλου, που θα μας το αποκαλύψει παρακάτω σε μια επιστολή του.
Και όταν πλέον, η αποκατάσταση των προσφύγων, κατά το 1929, κυρίως των αγροτών συντελέσθηκε κάπως ικανοποιητικά στις έρημες και σχετικά άγονες περιοχές της Βόρειας Ελλάδος, ακαλλιέργητες και εγκαταλειμμένες λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων 1912-13 και 1917-18 των συμμαχικών δυνάμεων και τμήματος των ελληνικών κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου όλα αυτά άφησαν πίσω τους μια «καμμένη γη», η Βόρεια Ελλάδα είχε σωθεί, ξαναβρήκε την παλιά ελληνικότητά της.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της προσφυγικής επιδράσεως ο όλους τους τομείς, υπογράμμισε ιδιαίτερα το επίτευγμα της εθνολογικής αλλαγής: «Αν δεν πλανώμαι, είπε, δεν υπήρξε ποτέ εθνικον ελληνικόν κράτος εξίσου μεγάλον, όπως αυτό το οποίον έχομεν σήμερον. Διεμορφώσαμεν αυτοκρατορίας και επί της Μακεδονικής εποχής και εις την Βυζαντινήν περίοδον, αλλ' ήσαν αυτοκρατορίαι ελληνικοί, δεν ήσαν καθαρώς εθνικόν ελληνικόν κράτος. Το σημερινόν είναι καθαρώς εθνικόν ελληνικόν κράτος και μάλιστα τόσον ομοιογενές, ίσως είναι το πλέον ομοιογενές εθνικόν κράτος της σημερινής Ευρώπης...».
Ο βαθύς μελετητής των προσφυγικών θεμάτων A. I. Αιγίδης, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, τονίζει την ουσίωση ωφέλεια την οποία αποκόμισε η Ελλάδα και την πιο μόνιμη, με την αποχώρηση των 350.000 Τούρκων και την εισροή περίπου 1,3 εκατομ. Ελλήνων, με την εθνολογική αναμόρφωση των πιο επίκαιρων εδαφών της χώρας, δηλαδή, της Μακεδονίας και της Θράκης. 
Η Σύμβαση που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923 για την αναγκαστική ανταλλαγή των Ελληνο-τουρκικών πληθυσμών Ελλάδος-Τουρκίας, δεν ήταν η πρώτη του είδους στο Διεθνές Δίκαιο, με μόνη τη διαφορά ότι αυτή ήταν «αναγκαστική». Προηγήθηκε μια άλλη, που πρέπει να θεωρηθεί πρώτη, η μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας, που πραγματοποιήθηκε στα 1913, με την ανταλλαγή των βουλγαρικών και τουρκικών πληθυσμών που ήσαν εγκαταστημένοι γύρω στα Βουλγαρο-τουρκικά σύνορα και σε βάθος 15 χιλιομέτρων. Η ανταλλαγή αυτή ήταν «προαιρετική», κατά τη Συμφωνία, αλλά στην ουσία, κάλυπτε ένα «τετελεσμένο» γεγονός, μια και οι πληθυσμοί από δω και από κει των συνόρων εγκατέλειψαν τις εστίες τους πολύ πριν να υπογράφει η Συμφωνία και έτσι έχασαν «νόμιμα» τις περιουσίες τους.
Δεύτερη σημαντική ανταλλαγή πληθυσμών έγινε με την Ελληνο-βουλγαρική «Συμφωνία εθελούσιας μεταναστεύσεως», που υπογράφηκε στη Νεϋγύ στις 27 Νοεμβρίου 1919, κατά τις συζητήσεις των συμμάχων και Βουλγαρίας για την υπογραφή της ειρήνης, ύστερα από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο.


Γιώργος Ν. Λαμψίδης