Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ένας κόσμος διαμελισμένος. Μέρος 4ο

Επειδή το διπλωματικό και στρατιωτικό κλίμα είναι τόσο συχνά ψυχρό, είναι κυρίως στο πεδίο του πολιτισμού -λογοτεχνία, σινεμά και τραγούδια- που οι δύο λαοί εκφράζουν ελεύθερα το βάθος των αισθημάτων που τους ενώνουν και αμφισβητούν τα ιδεολογήματα που τους υποχρέωσαν να ζουν σε χωριστούς, ασύνδετους κόσμους.
 Ακόμα και σήμερα υπάρχει τεράστια ανταπόκριση σε κάθε βιβλίο, ταινία, ή μουσική εκδήλωση που εκφράζει το πάθος και την κοινή μοίρα που ενώνει Τούρκους και Έλληνες μέχρι σήμερα - παρά το βαρύτατο τίμημα που απαιτήθηκε, και κατατέθηκε, για την έκδοση αυτού του διαζυγίου εδώ και ογδόντα τόσα χρόνια.
Η συμφωνία να υπάρξει ένας επίσημος χωρισμός Ελλάδας και Τουρκίας, με τη μέθοδο της ανταλλαγής πληθυσμών, προκάλεσε αναταραχή στην περιοχή και τον κόσμο όταν ανακοινώθηκε, διερευνητικά το Δεκέμβριο του 1922 και τελειωτικά ένα μήνα μετά. Η ιδέα σίγουρα είχε μία ψυχρή και απάνθρωπη λογική. Νέα σύνορα χαράσ­σονταν, οικονομικά συμφέροντα επαναπροσδιορίζονταν με συνέπειες στην ισορροπία των πληθυσμών.
 Αυτός ήταν ο λόγος που αποφασίστηκε ότι η Ελλάδα θα γινόταν αμιγώς χριστιανικό κράτος ενώ στην Τουρκία η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θα ήταν μουσουλμάνοι.
Όποιος ζούσε στο «λάθος» μέρος από θρησκευτική άποψη θα μετοικούσε στην απέναντι όχθη του Αιγαίου για να ξεκινήσει νέα ζωή στο «σωστό» κράτος.
Ήταν μία φυσιολογική κατάληξη στο μέτρο που οι βαρβαρότητες των τελευ­ταίων μηνών, οι πόλεμοι των τελευταίων ετών και οι οικονομικές και κοινωνικές μεταρ­ρυθμίσεις του περασμένου αιώνα οδηγούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Συγχρόνως όμως ήταν απολύτως αφύσικη.
Οι όροι του διαζυγίου διατυπώθηκαν με ωμή σαφήνεια σε μία συνθήκη που υπογράφτηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1923 στη Λωζάννη, όπου η θριαμβεύτρια Τουρκία, η εξουθενωμένη Ελλάδα και οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής συναντήθηκαν για να σχεδιάσουν το μέλλον της άστατης περιοχής που τότε ήταν γνωστή ως Εγγύς Ανατολή. Η συνδιάσκεψη, που δεν έληξε παρά έξι μήνες αργότερα, είχε στόχο να βάλει τέλος σε μία δεκαετία συνεχών πολέμων και να παγιώσει στη διπλωματική αρένα τα σκληρά κερδισμένα πολεμικά λάφυρα της Τουρκίας.
Ανταλλαγή πληθυσμών, Λήμνος


Στο πρώτο άρθρο της Σύμβασης περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών αναφέρεται ότι:
...Θέλει διενεργηθεί η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού  ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελλη­νικών εδαφών.
 Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσιν ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της ελληνικής Κυβερνήσεως.
Ενώ το σκεπτικό της συμφωνίας και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα φαινόταν απλό, οι άμεσες συνέπειες αυτής της απόφασης ήταν κάθε άλλο παρά απλές. Η απόφαση σήμαινε διαφορετικά πράγματα για διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων που είχαν πληγεί από τις διαμάχες που προσπαθούσε να διευθετήσει η συνθήκη.
Για περίπου ένα εκατομμύριο Έλληνες χριστιανούς από την Τουρκία και για 100.000 μουσουλμάνους από την Ελλάδα οι οποίοι είτε είχαν φύγει πρόσφατα είτε είχαν απελαθεί, η σύμβαση απαγόρευε ρητά την επιστροφή στη γενέτειρά τους.
Στις οικογένειες των οποίων οι άνδρες ήταν αιχμάλωτοι πολέμου ή κλεισμένοι σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργα­σίας, έδινε μία αμυδρή ελπίδα ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα θα γύριζαν σύντομα κοντά τους. Σε όσους πάλι είχαν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους αλλά δεν είχαν εγκα­ταλείψει ακόμα τις πατρίδες τους, ειδικά στους ορθόδοξους της Μαύρης Θάλασσας, η συμφωνία καλλιεργούσε προσδοκίες ότι θα έφευγαν από κει ζωντανοί.
Και τέλος, για περίπου 450.000 ανθρώπους που δεν είχαν απευθείας θιγεί από τον πόλεμο (χονδρικά 400.000 Έλληνες μουσουλμάνοι των οποίων οι μητρικές γλώσσες συμπεριλάμβαναν ελληνικά, αλβανικά και βουλγαρικά καθώς και τούρκικα, και του­λάχιστον 50.000 τουρκόφωνοι χριστιανοί που ζούσαν στο εσωτερικό της Ανατολίας μακριά από τις ζώνες πολέμου) η συνθήκη κατάφερε σκληρό και αναπάντεχο χτύπημα. Σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν για πάντα τις πόλεις και τα χωριά όπου είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει και όπου προσδοκούσαν ότι θα συνέχιζαν να ζουν.
Σε αυτούς τους ανθρώπους δεν δόθηκε καμία επιλογή. Κανείς δεν τους ρώτησε αν προτιμούσαν να παραμείνουν στα σπίτια τους αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την ευθύνη να ζήσουν ως ελάχιστη μειονότητα σε ένα κράτος η πλειονότητα των κατοίκων του οποίου έτεινε να εδραιώσει την κυριαρχία της. Κανείς δεν τους ρώτησε πώς αισθάνονταν ή ακόμα και με ποια εθνική ή κοινωνική ομάδα ήταν πιο δεμένοι.
Τα προσωπικά αισθήματα των ανθρώπων που μπλέχτηκαν σ' αυτή την υπόθεση ήταν το τελευταίο που απασχό­λησε τους πολιτικούς που αποφάσισαν την ανταλλαγή πληθυσμών.
Αυτό που ήθελαν, χωρίς πάντως ταπεινά κίνητρα, ήταν μία έντιμη και βιώσιμη λύση που θα ελαχιστοποι­ούσε την πιθανότητα νέων πολέμων, για την παρούσα ή τις επερχόμενες γενιές.
Οι άνθρωποι μετακινούνται ευκολότερα από όσο τα κτίρια ή οι πολιτισμοί και, από τη στιγμή που θα μετακινηθούν, υπάρχουν τρόποι, θα λέγαμε, να προγραμματιστούν απ' την αρχή σε πλείστες όσες νέες ιδεολογικές κατευθύνσεις.
 Αυτό ήταν εν μέρει τουλάχιστον το σκεπτικό της ανταλλαγής των πληθυσμών. Το να βάζεις όμως σε νέα καλούπια ολόκληρους πληθυσμούς προτρέποντας τους να σκεφτούν τους εαυτούς τους και τις ταυτότητες τους με εντελώς διαφορετικό τρόπο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, γιατί ουσιαστικά σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα αναγκαστούν να καταπνίξουν τα συναισθήματα που τους δένουν με τη γη των προγόνων τους.
Ταυτοχρόνως σημαί­νει ότι οι άνθρωποι εξωθούνται να αρνηθούν το γεγονός ότι υπάρχουν πράγματα στα οποία διαφέρουν από τους νέους συμπατριώτες τους.
Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου ο πόνος του ξεριζωμού, του διωγμού κάτω από συχνά απάνθρωπες συνθήκες από τους τόπους που γεννήθηκαν και με τους οποίους ήταν βαθιά δεμένοι, έγινε ακόμα μεγαλύτερος λόγω της δυσκολίας της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα και της απεγνωσμένης προσπάθειάς τους να αποκοπούν από όλα όσα τους συνέδεαν με τις χαμένες πατρίδες τους.
 Αν λοιπόν, παρατηρώντας το φυσικό περιβάλλον της Τουρκίας ή της Ελλάδας, έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε ένα μέρος που υπέστη ψυχικό κλονισμό ή τραύμα οι παρενέργειες του οποίου δεν έχουν ακόμα γιατρευτεί, η αίσθηση αυτή είναι απόλυτα βάσιμη.
Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας περίπου 20% του πληθυσμού της Ανατολίας βρήκε βίαιο θάνατο: 2,5 εκατομ­μύρια μουσουλμάνοι, 800.000 Αρμένιοι, 300.000 Έλληνες.
 Με άλλα λόγια, το ένα τρίτο του χριστιανικού πληθυσμού και το ένα όγδοο του μουσουλμανικού δεν υπήρχε πια, κάτι που έκανε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ένα κράτος ως επί το πλείστον ισλαμικό και αγροτικό.
Το 96% των υπηκόων ήταν πλέον μουσουλμάνοι, ενώ προτού ξεκινήσει η δεκα­ετία της αμοιβαίας σφαγής το ποσοστό ήταν 80%. Η ανταλλαγή πληθυσμών ήταν μία τελική, στυγνή αλλά λογική λύση στην μακρά διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας η Ανατολία γινόταν ολοένα και πιο ισλαμική και τα νότια Βαλκάνια χριστιανικά.
 ΣΜΥΡΝΗ 
Δεν ήταν μόνον οι πρόσφυγες που επηρεάστηκαν από αυτό το ιδιόμορφο συμβάν στην ιστορία της Ευρώπης. Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες της Τουρκίας και της Ελλάδας μεταμορφώθηκαν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, όχι μόνο λόγω των νεοφερμένων που αναγκάστηκε να απορροφήσει η κάθε χώρα αλλά (ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας) λόγω του πληθυσμού που στερήθηκε.
Για ορισμένες περιοχές της Τουρκίας η αναχώρηση των χριστιανών σήμαινε    την απώλεια όλων κυριολεκτικά των εμπόρων και των επιχειρηματιών καθώς και των περισσοτέρων μικροεπαγγελματιών και μαστόρων. Στις περιοχές της κεντρικής Ανατολίας που κάποτε άνθησε η χριστιανική επιχειρηματικότητα υπάρχει ακόμα η αίσθηση ότι η τοπική οικονομία δεν συνήλθε ποτέ.
Στην Ελλάδα υπήρξε μεγαλύτερη είσοδος προσφύγων απ' όσο έξοδος. Σε πολλές πόλεις του βορρά και σε ορισμένες συνοικίες της Αθήνας είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των κατοίκων που έχουν μικρασιατική καταγωγή.
Με άλλα λόγια, μία μεγάλη μερίδα λαού στην ελληνική Μακεδονία και τις προσφυγικές γειτονιές της πρωτεύουσας έχει τις ρίζες της στην τουρκική Ανατολία ή τη Θράκη.
 Αν κάποιος σήμερα θελήσει να αναλύσει την πολιτική, τον πολιτισμό ακόμα και τις θρησκευτικές πρακτικές των κατοίκων οποιασδήποτε περιοχής στη βόρεια Ελλάδα, το πρώτο που πρέπει να ρωτήσει είναι: από ποια  θέση της στο μέρος της σημερινής Τουρκίας έλκουν την καταγωγή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι; Στην Τουρκία υπάρχουν ελάχιστες περιοχές όπου μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο, αλλά η οικονομία και η κοινωνία της Τουρκίας εξελίχθηκαν με τρόπο που δεν είναι εύκολα κατανοητός εκτός αν ληφθεί υπόψη ότι εκπατρίστηκε  και καθώς σχεδόν το σύνολο της νεογέννητης αστικής τάξης, που συνέβαινε να είναι χριστιανική.  
Οι μαζικές ανταλλαγές του 1923 ήταν τελικά μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ή μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων; Σύμφωνα με το γράμμα της συνθήκης ήταν σαφώς το δεύτερο.
 Αλλά οι άνθρωποι αμφιταλαντεύονταν. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν τους όρους «Ελληνας και χριστιανός» ή «Τούρκος και μουσουλμάνος» σαν να ήταν έννοιες ταυτόσημες, και άλλοτε όχι. Για την ακρίβεια, σε ολόκληρη την περιοχή η κατανόηση και κατηγοριοποίηση των ανθρώπινων κοινωνιών άλλαζαν άρδην.
Το πέρασμα, από ένα κράτος θρησκευτικό σε ένα εθνικό, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, τελευταία ίσως και να οπισθοχώρησε. Το 1920 η αλλαγές ήταν ακόμα σε πολύ αρχική φάση. Πράγματι, για όσους κατανοούσαν τον κόσμο σύμφωνα με τον παλαιό οθωμανικό τρόπο, θεωρώντας δηλαδή τη θρησκεία σαν κριτήριο για να καθορίζουν τη μοίρα ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων, η επιλογή της Λωζάννης δεν θα φαινόταν καθόλου παράξενη.
Στο οθωμανικό σύστημα διακυβέρνησης, η θρησκεία ήταν εκείνο που διαφοροποιούσε ουσιαστικά τους υπηκόους του σουλτάνου. Έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου αν ήταν Οθωμανός μουσουλμάνος, Οθωμανός χριστιανός ή Οθω­μανός Εβραίος.
Αυτό καθόριζε πόσο φόρο θα πλήρωνε, ποια θα ήταν η θέση του στην κοινωνία και σύμφωνα με ποιους νόμους θα δικαζόταν.
Επειδή η αυτοκρατορία ήταν οργανωμένη ως μουσουλμανική θεοκρατία, απαιτούσε από τους μη μουσουλ­μάνους υπηκόους της να ζουν σύμφωνα με θεοκρατικά πρότυπα.
Με άλλα λόγια, να οργανώνονται σε θρησκευτικές ομάδες στις οποίες ο πνευματικός ηγέτης αναλάμ­βανε συγχρόνως το ρόλο του ηγέτη της κοινότητας και ήταν υπεύθυνος απέναντι στο σουλτάνο για τη συμπεριφορά του ποιμνίου.
Δίνοντας πρωτοκαθεδρία στη θρη­σκεία οι οθωμανικές αρχές ακολουθούσαν ως ένα σημείο το πρότυπο της βυζαντινής θεοκρατίας αλλά και της ισλαμικής παράδοσης που είναι επίσης θεοκρατική.
Έτσι κι αλλιώς, στην κλασσική του τουλάχιστον εκδοχή, το οθωμανικό κατεστημένο δεν αντιμετώπιζε τους υπηκόους του ανάλογα με τη γλώσσα που μιλούσαν, τα έθιμα που ακολουθούσαν ή την «εθνική» υπόσταση που πίστευαν ότι είχαν.
 Ένας οθωμανός μουσουλμάνος μπορούσε να μιλά σέρβικα, αραβικά, αλβανικά ή τούρκικα χωρίς αυτό να τον διαφοροποιεί στα μάτια της εξουσίας.
Προς το τέλος της οθωμανικής εποχής αυτό άρχισε να αλλάζει. Η θρησκεία έδωσε τη θέση της στο «έθνος» ως βασικό στοιχείο ταυτότητας και ιδεολογικής συγγένειας.
Τον καιρό που η οθωμανική θεοκρατία βρισκόταν στο απόγειο, το ελληνικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, θεσμός με βαρύνουσα σημασία στην αυτοκρατορία, ασκούσε τεράστια επιρροή στους ορθόδοξους χριστιανούς, Έλληνες και μη.
Τον 19ο αιώνα όμως και καθώς το ρεύμα του εθνικισμού μεγάλωνε, δημιουργήθηκαν ή αναβίωσαν νέοι θρη­σκευτικοί φορείς κυρίως από Σλάβους και Άραβες, οι οποίοι ήταν μεν απαράλλαχτοι με το ελληνικό Πατριαρχείο σε δόγμα αλλά εξέφραζαν διαφορετικές εθνικές ταυτό­τητες.
Οθωμανική Μακεδονία
Τυπικά, η σύγκρουση στην οθωμανική Μακεδονία στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ιεραρχών της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά αυτό δεν ήταν τόσο ένας θρησκευτικός πόλεμος όσο ένας πόλεμος εθνικής ταυτότητας με θρησκευτικό περιτύλιγμα.
Στις περισσότερες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και στα περισσό­τερα κράτη που είτε ήταν ευρωπαϊκά είτε ασπάζονταν τις ευρωπαϊκές ιδέες, η άρχουσα τάξη είχε επηρεαστεί από ένα νέο δόγμα, αυτό του σύγχρονου εθνικισμού, που προσ­δοκούσε να εκτοπίσει το θρήσκευμα ως βασικό στοιχείο της ταυτότητας των λαών, και ήταν το ίδιο μία θρησκεία στο μέτρο που ήθελε να ερμηνεύσει και να καθοδηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και να διαπραγματευτεί τις αιώνιες αλήθειες.
Στα κράτη της δυτικής Ευρώπης όπως η Γαλλία και η Γερμανία, η νίκη του εθνικι­σμού επί του θρησκευτικού φανατισμού φαινόταν σχεδόν ολοκληρωτική: οι άνθρωποι αισθάνονταν πίστη για το γαλλικό ή γερμανικό έθνος η οποία, τουλάχιστον στις αρχές του 20ου αιώνα διαπερνούσε (χωρίς φυσικά να καταργεί) τις διαφορές μεταξύ καθολι­κών, άθρησκων, προτεσταντών ή Εβραίων πολιτών.
Βοηθούσε το ότι η απόλυτη πίστη στη διδασκαλία αυτών των θρησκειών είχε αρχίσει να φθίνει. Αλλά στις παραδοσιακές κοινωνίες της οθωμανικής επικράτειας οι θρησκευτικοί δεσμοί παραήταν ισχυροί για να παραμεριστούν. Όχι ότι οι υπήκοοι του σουλτάνου ήταν όλοι βαθιά θρησκευόμενοι, αλλά σε έναν τέτοιο κόσμο ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς μία εξουσία που δεν ήταν θεμελιωμένη στη θρησκεία.
 Όταν λοιπόν ο εθνικισμός -η πίστη ότι οι αυστηρά καθορισμένες «εθνότητες» αποτελούν το υλικό με το οποίο χτίζεται το ανθρώπινο πεπρωμένο- έφτασε στην περιοχή, επικάλυψε και διασταυρώθηκε με τις παλαιότερες θρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές αλλά κάθε άλλο παρά τις κατάργησε.
Ως ένα σημείο, ο συμβιβασμός σεχταρισμού και εθνικισμού αποτελούσε έναν έξυ­πνο τακτικό ελιγμό των θρησκευτικών ηγετών που γνώριζαν, συνειδητά ή όχι, ότι αποδεχόμενοι εν μέρει το νέο εθνικιστικό ρεύμα, και ελέγχοντάς το, θα μπορούσαν να διατηρήσουν την δική τους εξουσία.
Έτσι οι ορθόδοξοι ιεράρχες του οθωμανικού κόσμου αυτοανακηρύχθηκαν «Έλληνες ορθόδοξοι» ή «Σέρβοι ορθόδοξοι» ή «Αλβανοί ορθόδοξοι» και ως εκ τούτου όχι απλοί συνεργάτες αλλά πρωταγωνιστές στο μέγα σχέδιο δημιουργίας νέων εθνών-κρατών.
Σαν αντίτιμο γι' αυτή την υπαναχώρηση κατάφερναν συνήθως να επιβάλουν το θρήσκευμα σαν κριτήριο εθνικής ταυτότητας στα νέα κράτη. Πέτυχαν για παράδειγμα ότι για να θεωρηθεί κάποιος Έλληνας πρέπει (αλλά δεν φτάνει) να είναι χριστιανός ορθόδοξος.
Το νέο δόγμα του εθνικισμού επηρέασε την περιφέρεια του οθωμανικού κόσμου προτού φτάσει στην καρδιά του. Στα βάθη της Ανατολίας υπήρχε πλήθος ανθρώπων που δήλωναν απλώς μουσουλμάνοι -υπό την πνευματική καθοδήγηση του χαλιφά­του- και όχι μέλη μιας εθνικής ή γλωσσικής ομάδας. Ακόμα και στα Βαλκάνια, όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάννης η διαδικασία του περάσματος από ένα μοντέλο συνειδητοποίησης σε ένα καινούριο δεν είχε ακόμα τελειώσει.
 Μόλις είκοσι χρόνια νωρίτερα, καθώς η διαμάχη για το μέλλον της Μακεδονίας έφτανε στο αποκορύφωμα, οι περισσότεροι χριστιανοί χωρικοί στην περιοχή ήταν σίγουροι για ένα μόνο πράγμα, το θρήσκευμά τους. Αν τους ρωτούσε κάποιος ποια είναι η εθνικότητα τους, αν δηλαδή είναι Έλληνες, Σέρβοι ή Βούλγαροι, δεν θα πολυκαταλάβαιναν την ερώτηση.
Το ίδιο συνέβαινε με τους χριστιανούς που ζούσαν στην καρδιά της Ανατολίας -Τουρκόφωνοι, ελληνόφωνοι ή και τα δύο- οι οποίοι, στην ανάγκη, θα απαντούσαν ότι είναι κάτοικοι κάποιας πόλης ή περιοχής και υπήκοοι της αυτοκρατορίας. Στη γλώσσα των πολιτικών επιστημόνων, θα λέγαμε ότι είχαν μία «προ-εθνοτική» αντίληψη της ταυτότητάς τους.
Αν ήταν ελληνόφωνοι ίσως αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμιοί - ένας χαρακτηρισμός των οθωμανών χριστιανών που είχαν τις ρίζες τους στη Βυζαντινή ή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν θα έλεγαν όμως ότι είναι Έλληνες (όρος που χαρακτήριζε τους υπηκόους του νεαρού Βασιλείου της Ελλάδας) εκτός αν τους το μάθαινε στο σχολείο κάποιος δάσκαλος άρτι αφιχθείς από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, συνεπαρμένος από εθνικιστικά ιδεώδη.
Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι λέξεις όπως «Έλληνας» ή «Τούρκος» δεν είχαν τη σημασία τους πριν την εποχή του εθνικισμού. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις Τούρκος σήμαινε άξεστος χωρικός από την Ανατολία, σε αντίθεση με τον εξευγενισμένο οθωμανό μουσουλμάνο.
 Πολλούς αιώνες προτού αναβιώσει μέσα σε ένα πνεύμα εθνι­κισμού η λέξη Έλλην ή ελληνικός, είχε ένα κάπως υποτιμητικό νόημα καθώς σήμαινε κάποιον παγανιστή που λάτρευε ακόμα τις θεότητες της αρχαίας Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση η ελληνικότητα και η τουρκικότητα ήταν ρευστοί, ανακριβείς ορισμοί χωρίς συγκεκριμένο νομικό ή πολιτικό βάρος οι οποίοι λειτουργούσαν στο πλαίσιο μιας ακα­θόριστης πραγματικότητας. Μεταξύ των χριστιανών της Ανατολίας για παράδειγμα, υπήρχαν εκείνοι που είχαν πρόσφατα μεταναστεύσει από την Ελλάδα στην Τουρκία και ταυτίζονταν έντονα με το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
Άλλοι πάλι ζούσαν εκατοντά­δες χιλιόμετρα στο εσωτερικό της χώρας, μιλούσαν μόνο τούρκικα και είχαν μία πολύ αμυδρή γνώση της ύπαρξης της Ελλάδας.
Και μεταξύ των δύο άκρων -Χριστιανοί της Ανατολίας που αισθάνονταν απόλυτα Έλληνες ή σχεδόν καθόλου- υπήρχαν πολλές βαθμίδες. Έτσι γίνεται με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Αλλά η συνθήκη της Λωζάννης, όπως και ο πόλεμος που προηγήθηκε, είχε αφετηρία έναν νέο τρόπο αντίληψης των κοινωνιών, που αναγνώριζε ερμητικά κλειστές κατηγορίες και επέμενε ότι κάθε άτομο και οικογένεια πρέπει να αποτελεί κομμάτι ενός συγκεκριμένου έθνους και να ζει μέσα στα σύνορα του.
Παρά την παρακμή της οθωμανικής θεοκρατίας, η μόνη κατηγορία που όλοι καταλάβαιναν ήταν η θρησκεία. Και παρόλο που και η ίδια η θρησκεία βρι­σκόταν σε παρακμή, η σημασία της ως στοιχείου ταυτότητας παρέμεινε άθικτη.
Αυτή ήταν σε τελική ανάλυση η λογική πίσω από τη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης το 1923, κατά την οποία το «πρόβλημα» της θρησκευτικής πολυμορφίας λύθηκε μονομιάς. Οι αρχιτέκτονες του σχεδίου είχαν κατανοήσει ένα παράδοξο.
Ήταν πολύ πιο εφικτό να δημιουργηθεί μία νέα, πολιτιστικά και εθνικά ενιαία κοινότητα -μια κοινότητα 'Ελλήνων πολιτών ας πούμε, ή Τούρκων πολιτών- αν η «πρώτη ύλη» της κάθε μιας ήταν ομόθρησκη.
Με άλλα λόγια, προκειμένου να δημιουργηθούν κράτη στα οποία ο ρόλος της θρησκείας ως ρυθμιστικού παράγοντα θα ήταν λιγότερο σημαντικός, έπρεπε πρώτα να συγκεντρωθούν όσοι είχαν κοινή πίστη - και να απομακρυνθούν όσοι δεν είχαν.Υπάρχουν βέβαια και πιο πρακτικά επιχειρήματα υπέρ της αναγκαστικής ανταλ­λαγής, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όσοι πολιτικοί είχαν εμπλακεί στην υπόθεση. Για τους θεμελιωτές της τουρκικής δημοκρατίας, οι ελληνο-ορθόδοξοι είχαν χάσει το δικαίωμα να ζουν στο νέο κράτος από τη στιγμή που συνεργάστηκαν με τον ελληνικό στρατό ο οποίος κατείχε μεγάλο μέρος της Μικρασίας τα τελευταία τρία χρόνια.
 Οι Ρωμιοί, ή Έλληνες οθωμανοί, είχαν απαξιωθεί και κριθεί ένοχοι στο σύνολο τους και η απομάκρυνση τους -με απελάσεις ή και χειρότερα- ήταν αδιαπραγμάτευτη απαίτηση των Τούρκων νικητών.
Για το συντετριμμένο ελληνικό κράτος των πέντε εκα­τομμυρίων ανθρώπων που έπρεπε να αντιμετωπίσει την εισροή τουλάχιστον ενός εκα­τομμυρίου προσφύγων, η αποπομπή του μουσουλμανικού πληθυσμού προκειμένου να «χωρέσουν» οι νεοφερμένοι δεν ήταν τόσο θέμα αρχής όσο λύση ανάγκης. Αλλά η νέα ιδεολογία για τη δημιουργία εθνικών κρατών -ότι δηλαδή ο λόγος ύπαρξης του κράτους είναι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο να αποτελεί πατρίδα κάποιας συγκεκριμένης εθνότητας- ήταν το υπόβαθρο της επιχείρησης μαζικής ανταλλαγής πληθυσμών, που τελικά έγινε παραδεκτή και ως ένα σημείο επιθυμητή και από τις δύο πλευρές.
Στα σχολεία, τις αίθουσες διαλέξεων και τους στρατώνες και των δύο χωρών, νεαροί Έλληνες και Τούρκοι διδάσκονται μέχρι σήμερα να θεωρούν αυτόν τον αναγκαστικό χωρισμό σαν ηρωικό έπος με αίσιο τέλος.
 Στην επίσημη ιστορία της Τουρκίας, η απέ­λαση της ορθόδοξης χριστιανικής μειονότητας, η οποία ατιμάστηκε όταν ενήργησε σαν μοχλός ξένων συμφερόντων, θεωρείται ορόσημο στο δρόμο για την ελευθερία της χώρας και την είσοδο της στη σύγχρονη εποχή.
Ξεριζωμός
 Για τους Έλληνες, ο διωγμός των ομοθρήσκων τους από την Τουρκία και η επιστροφή τους στην πατρίδα αποτελεί μία τραγική και ευγενική σελίδα της ιστορίας τους με επίσης αίσιο τέλος καθώς απέδειξε την βαρβαρότητα των Τούρκων, τις ανυπέρβλητες διαφορές των δύο λαών και την ενότητα του ελληνικού κράτους το οποίο αγκάλιασε τους πρόσφυγες και τους προ­στάτεψε μέσα στα σύνορά του.
Αυτές οι απόψεις δύσκολα θα γίνονταν ευρέως αποδεκτές αν δεν εμπεριείχαν και το σπόρο της αλήθειας. Το αίσθημα των Τούρκων ότι προδόθηκαν από τους χριστια­νούς γείτονές τους που υπέθαλψαν την εισβολή της Ελλάδας στη χώρα τους ήταν πραγματικό, και δεν είχε ανάγκη υποκίνησης.
Και οι προσπάθειες θεμελίωσης ενιαίου έθνους τις οποίες κατέβαλαν και οι δύο χώρες μετά την ανταλλαγή ήταν ως ένα σημείο αποτελεσματικές -, πράγματι έγινε προσπάθεια και στις δύο χώρες να αισθανθούν «Έλληνες» ή «Τούρκοι» οι νεοφερμένοι - αν όχι οι ίδιοι, τουλάχιστον τα παιδιά τους. Όταν αυτή η στυγνή άσκηση εθνικής και φυλετικής μηχανικής τελείωσε, τα δύο κράτη πέτυχαν να απορροφήσουν τους πρόσφυγες και να επαναπροσδιορίσουν την εθνική τους ταυτότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις στο διάστημα μιας γενιάς. Ό,τι και να ένιωσαν για την αναγκαστική μετανάστευση τους σε άλλη χώρα, οι χριστιανοί της Ανατολίας και οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας έγιναν, επιφανειακά τουλάχιστον, Έλληνες και Τούρκοι αντίστοιχα.
Επιπλέον, η επίσημη εκδοχή που παρουσιάζει αυτό το χωρισμό σαν «απελευθέ­ρωση» δεν είναι απόλυτα ξένη στα βιώματα των ανθρώπων των δύο χωρών. Πέρα από τις εθνικές ιδεολογίες, πολλοί απλοί άνθρωποι έζησαν την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σαν απελευθέρωση.
Για τους Έλληνες ήταν απελευθέρωση από τον αυταρχισμό του οθωμανικού κατεστημένου και για τους Τούρκους απελευθέρωση από την οικονομική κυριαρχία των χριστιανών στο εμπόριο και τη βιομηχανία. Και δεν θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για απελευθέρωση από το φόβο. Ύστερα από τις φρικαλεότητες που έγιναν εκατέρωθεν στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής εποχής θα μπορούσαμε ασφαλώς να ισχυριστούμε ότι, για πολλούς ανθρώπους, ο φυσικός χωρισμός των κοινοτήτων φαινόταν, και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν, η καλύ­τερη εγγύηση για την επιβίωση τους.
Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Είναι το μισό που οι άνθρωποι πίστεψαν αλλά και υποχρεώθηκαν να πιστέψουν. Το άλλο μισό είναι ότι όταν οι λαοί του Αιγαίου χωρίστηκαν δια της βίας, η κάθε κοινότητα έχασε ένα κομμάτι της ταυτότητάς της, άρα και την ικανότητα να καταλαβαίνει τον εαυτό της. Αυτό το παράδοξο βρήκε την έκφρασή του στις τέχνες -μυθιστορήματα, τραγούδια και ταινίες- τα οποία φέρνουν στην επιφάνεια έναν κόσμο στον οποίο Έλληνες και Τούρκοι, χριστιανοί και μουσουλ­μάνοι αναγνωρίζονται σαν συνάνθρωποι και όχι σαν εχθροί.
 Μέχρι σήμερα, μόνο στο πεδίο του πολιτισμού οι δύο λαοί μπόρεσαν να εξερευνήσουν το βάθος του πόνου που τους ενώνει. Ακόμα και τώρα που η Τουρκία ετοιμάζεται να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει χώρος για τέτοια συναισθήματα στον διάλογο της Αθήνας και της Άγκυρας.
Χτυπώντας ρυθμικά τα πόδια τους στους χώρους των παρελάσεων, Έλληνες και Τούρκοι  νεοσύλλεκτοι διδάσκονται να εκτοξεύουν τραγουδιστά συνθήματα μίσους ο ένας για τον άλλο. Από μία άποψη ίσως αυτό να είναι ενθαρρυντικό.
 Αν η εμφύσηση του μίσους χρειάζεται να γίνεται οργανωμένα και συνειδητά, αυτό ίσως συμβαίνει γιατί η πνευματική διχοτόμηση βυζαντινού και οθωμανικού κόσμου δεν περατώθηκε απολύτως ακόμα και τις στιγμές που ο εθνικισμός βρισκόταν στο απόγειο. Αυτό μαρ­τυρούν τα ερειπωμένα μνημεία που στέκουν ακόμα όρθια και στις δύο χώρες. Ίσως υπάρχει ακόμα καιρός να αποκατασταθούν οι κατεστραμμένες σχέσεις, μαζί με τα κατεστραμμένα κτίσματα.
Είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αξίζει να ερευνηθεί η ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας-Τουρκίας σαν άσκηση διπλωματικής σκοπιμότητας, σαν σκοτεινό πολιτιστικό και γεωπολιτικό ορόσημο και σαν τραγωδία που επηρέασε εκατομμύρια ανθρώπων.
 Πώς οι πολιτικοί αποφάσισαν ποιους θα συμπεριλάβουν και ποιους θα αποκλείσουν από αυτή την πρωτοφανή σε κλίμακα άσκηση δημιουργίας εθνών. 


Bruce Clark
"Δυο φορές ξένος"