Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΦΥΣΕΡΑ-ΚΑΖΑΣ ΠΛΑΤΑΝΩΝ. Μέρος 3ο

Η τελευταία οκταετία (1916-1923)

Τον Απρίλιο 1916 οι Ρώσοι καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα και πολλοί Τούρκοι στην ευρύτερη περιοχή προβαίνουν σε λεηλασίες χριστιανικών χωριών και θηριωδίες, ως αντίποινα για την κατάληψη της πόλης και του ανατολικού Πόντου από ομόδοξους των Ελλήνων κατακτητές. Οι κάτοκοι πολλών τουρκικών χωριών αναγκάστηκαν να φύγουν, λόγω του ότι στις τάξεις του ρωσικού στρατού υπηρετούσαν Αρμένιοι. Το 1915 είχε γίνει η Γενοκτονία των Αρμενίων, και τώρα υπήρχε ο φόβος για αντίποινα.
Ότι όμως δεν έγινε στον ανατολικό Πόντο, έγινε στο δυτικό Πόντο, όπου άρχισαν οι εξορίες και θανατώσεις, με κάθε τρόπο, των εκεί Ελλήνων.
Τα αλλεπάλληλα γεγονότα δημιούργησαν αναταραχή στο χωριό. Βέβαια ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος για τους Έλληνες του χωριού, ωστόσο και οι Τούρκοι θορυβήθηκαν αφού γνώριζαν πως τα πολεμικά γεγονότα θα επηρεάσουν και τους ίδιους. Για το λόγο αυτό οι Τούρκοι του χωριού απευθύνθηκαν στον παπα Κωνσταντίνο Σιδηρόπουλο και του πρότειναν να μεσολαβήσει στους  Έλληνες  συγχωριανούς τους, ώστε να υπάρξει αλληλεγγύη μεταξύ των δυο εθνοτήτων και αλληλοπροστασία.  Ο ιερέας συμφώνησε και μεταβίβασε την επιθυμία των Τούρκων στους Έλληνες του χωριού.
Όμως την περιοχή λυμαίνονταν άτακτοι φυγόστρατοι Τούρκοι, καθώς και κάτοικοι των γύρω τουρκικών χωριών. Έξω από το χωριό αποδεκατίστηκε ένας λόχος του ρωσικού στρατού από Τούρκους οπλοφόρους. Οι συχνές λεηλασίες από μέρους των ατάκτων, καθώς και η αβεβαιότητα για το μέλλον, οδήγησαν τον παπα Κωνσταντίνο να συμβουλέψει τους Έλληνες συγχωριανούς του να φύγουν προς την Τραπεζούντα.
Τέλη Απριλίου του ’16 οι κάτοικοι της Φυσεράς αναγκάζονται να φύγουν από το χωριό τους. Πολλοί ήταν αυτοί που προτίμησαν να πάνε στη Ρωσία, άλλοι σκόρπισαν στη γύρω από το χωριό περιοχή και πολλοί κατέφυγαν μέσα στην Τραπεζούντα, όπου ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης χριστιανών και μουσουλμάνων, φρόντιζε τα πλήθη που είχαν έρθει ως πρόσφυγες στην πόλη. Το πρώτο βράδυ διανυκτέρευσαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Ευγενίου.
Μετά την αποχώρηση των Ελλήνων από τη Φυσερά, άτακτοι από τα γύρω βουνά λεηλάτησαν την ελληνική συνοικία και την έκαψαν.
Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο ρωσικός στρατός προελαύνοντας, φτάνει ως τον Χαρσιώτη ποταμό κοντά στην Τρίπολη. Όσοι κάτοικοι του χωριού ήταν στην Τραπεζούντα και τη γύρω περιοχή, πλην ελαχίστων, βλέποντας πως η περιοχή του χωριού τους καταλήφθηκε από τους Ρώσους, πήγαν στο χωριό τους. Ελάχιστοι παρέμειναν στο χωριό και με πολύ κόπο κατάφερναν μόλις και μετά βίας να εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Αυτοί ήταν καζαντζήδες (τεχνίτες κατεργασίας χαλκού) και γανωτήδες (χαλαϊτζήδες) και επειδή είχαν γνωριμίες έμειναν ή στο χωριό ή στα γειτονικά τουρκικά. Πολλοί βρήκαν στέγη και τροφή στην γειτονική περιοχή της Τόνιας, σε χωριά ποντιόφωνων ελληνογενών μουσουλμάνων.
Στο διάστημα της ρωσικής κατοχής (1916-18), όσοι έμειναν στην Τραπεζούντα και αυτοί που γύρισαν στο χωριό, έζησαν δύσκολες καταστάσεις. Ελάχιστοι μόνο κατάφεραν να βρουν δουλειά μέσα στην Τραπεζούντα, πράγμα που τους εξασφάλισε κάποια – σχετική πάντα –άνεση. Όσοι προηγουμένως έφυγαν για τη Ρωσία, μαθαίνοντας πως η ρωσική κατοχή στην Τραπεζούντα εδραιώθηκε, επιστρέφουν στην πόλη.

Στο διάστημα της παραμονής τους στην Τραπεζούντα, μερικά παιδιά φοίτησαν στο περίφημο Φροντιστήριο, παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Ένας από τους δασκάλους των παιδιών ήταν ο Χιονίδης.[20]
Η ρωσική κατοχή, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ουσιαστικά ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στο λιμάνι περίμεναν πλήθη προσφύγων που είχαν έρθει από τις νοτιότερες περιοχές, προκειμένου να επιβιβαστούν σε κάποιο πλοίο για την Ελλάδα.
Κάποια στιγμή, ειδοποιήθηκαν να φύγουν γιατί θα εκρηγνυόταν τα πυρομαχικά που εγκατέλειπαν οι Ρώσοι στις αποθήκες του λιμανιού. Επειδή υπήρχε διαμάχη για το ποιο χωριό θα επιβιβαστεί πρώτο στα πλοία, πολλοί θεώρησαν πως η ειδοποίηση για ενδεχόμενη έκρηξη ήταν μια πρόφαση ώστε να απομακρυνθούν κάποιοι από την προβλήτα και να επωφεληθούν όσοι παραμείνουν εκεί. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο όταν άρχισαν οι εκρήξεις, καθώς καθυστερημένα ο κόσμος προσπαθούσε να φύγει. Επί τριήμερο καιγόνταν το λιμάνι, προσθέτοντας περισσότερη αγωνία, φόβο και τρόμο στους πρόσφυγες.
Τέλη του ’17 όσοι Φυσερέτ’ απέμειναν στο χωριό, την Τόνια κι αυτοί που ήταν μέσα στην Τραπεζούντα επιβιβάζονται σε πλοία και φεύγουν για τη Ρωσία. Πρώτος σταθμός το Βατούμ (Πάτομ) από εκεί με ρωσικό πολεμικό πλοίο πήγανε στο Σοχούμι, Νοβοροσίσκ. Αποβιβάστηκαν στο Νοβοροσίσκ κι από εκεί πήγαν με κάρα στην Ανάπα.
Το Φεβρουάριο του 1918 ο τουρκικός στρατός μπαίνει στην Τραπεζούντα και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της γύρω περιοχής στα πλαίσια μιας «ανταλλαγής περιουσιών», καταλαμβάνουν τα σπίτια των φυγάδων Ρωμιών.
Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, οι περισσότεροι Φυσερέτ’, που εντωμεταξύ είχαν φύγει για τη Ρωσία, βλέποντας πως στον Πόντο υπάρχει κίνηση για δημιουργία Δημοκρατίας του Πόντου, επιστρέφουν στην Τραπεζούντα. Στη μετακίνησή τους αυτή, συνέβαλε κι η εντύπωση πως, για τη δημιουργία του ποντιακού κράτους υπήρχε η έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Πολύ σύντομα όμως διαψεύσθηκαν οι ελπίδες τους και αρκετοί γύρισαν στη Ρωσία.[21]
 Όσοι προτίμησαν να μείνουν στην Τραπεζούντα παρέμειναν εκεί μέχρι το 1922. Στο διάστημα της παραμονής τους, οι άνδρες εργάζονταν για την ανέγερση κτισμάτων, σε μια τοποθεσία κοντά στην πόλη, όπου πριν το 1915 υπήρχε αρμένικο χωριό που κάηκε. Την επιστασία του έργου είχε μια αμερικανίδα.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη έγιναν μάρτυρες της θλιβερής αναχώρησης χιλιάδων εξορίστων προς το εσωτερικό της Τουρκίας. Από την Τραπεζούντα εξορίστηκαν και πολλοί Φυσερέτ’. Κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν, όπως ο Απόστολος Πουγαρίδης και ο Γεώργιος Κουσίδης, ενώ ο Νικόλαος Πουγαρίδης κατάφερε να επιβιώσει και γύρισε στην πόλη μετά από πολύ καιρό.[22]
Με την κατάρευση του μικρασιατικού μετώπου και τη Μικρασιατική Καταστροφή, έφυγαν από εκεί με ελληνικά εμπορικά πλοία (Ιωάννης) τα Χριστούγεννα του 1922 και την Πρωτοχρονιά του 1923 έφτασαν στο Αίγιο. Εκεί έμειναν σε εκκλησίες και σχολεία. Κατόπιν πήγαν στο χωριό Σελιανίτικα κοντά στην Πάτρα. Κατόπιν επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατευθύνθηκαν προς τα Ιόνια Νησιά και τις δυτικές ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας: πέρασαν από την Πάργα (Θεσπρωτίας),  μετά από την Κέρκυρα, χωρίς να γίνει δυνατό να αποβιβαστούν και να εγκατασταθούν σε κάποιο μέρος. Η ταλαιπωρία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι τοπικές αρχές των περιοχών που πήγαιναν αρνούνταν κατηγορηματικά να τους δεχθούν. Επέστρεψαν και πάλι στην Πάτρα κι από εκεί με τρένο πάλι στα Σελιανίτικα όπου παρέμειναν για 5-6 μήνες.
Πολλές από τις οικογένειες που είχαν καταφύγει στη Ρωσία ήρθαν νωρίτερα στην Ελλάδα και είχαν εγκατασταθεί στον Πολυπλάτανο Φλώρινας. Όταν αυτοί έμαθαν για τους συγχωριανούς τους που βρίσκονταν στα Σελιανίτικα,   τους ειδοποίησαν να έρθουν στη Φλώρινα επειδή υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις, για να μπορέσουν να ζήσουν καλλιλεργώντας τη γη.
Παρά τις υποσχέσεις των τοπικών αρχών της Πάτρας για διανομή εδαφών, έφυγαν για τη Φλώρινα το καλοκαίρι του 1923. Φθάνοντας στην Φλώρινα κατευθύνθηκαν στο χωριό Κολχική όπου ήδη κατοικούσαν οικογένειες από το Καρς (τότε Πλησέβιτσα – Πλέσεβα).
Επειδή όμως στο διπλανό χωριό Άγιο Βαρθολομαίο, είχαν εγκατασταθεί οικογένειες συγγενικές των προσφύγων κατοίκων της Κολχικής, οι Φυσερέτ’ που προσωρινα διέμεναν στην Κολχική δέχτηκαν να πάνε αυτοί στον Άγιο Βαρθολομαίο και να έρθουν στην Κολχική οι εκ Καρς προερχόμενοι, ώστε να ζουν μαζί με τους συγγενείς και συγχωριανούς τους.
Στον Άγιο Βαρθολομαίο, υπήρχαν ακόμη Τούρκοι, που έφυγαν το 1924, αφού πούλησαν τα πάντα
 Οι νεοερχόμενοι Φυσερέτ’ καταρχήν εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Τούρκων και αργότερα, το 1925 και 1926 στα σπίτια που κατασκεύασε η Ε.Α.Π.
Όταν ήρθαν στον Άγιο Βαρθολομαίο βρήκαν εκεί αρκετούς πρόσφυγες από τα μέρη του Καρς που έφτασαν εκεί ένα χρόνο νωρίτερα, αφού είχαν μείνει για 2 – 3 περίπου χρόνια σε περιοχές της Ανατολικής Θράκης και τις οποίες εγκατέλειψαν το Σεπτέμβριο του 1922. Οι Φυσερέτ’ μαζί με τους Έλληνες του Καρς αποτέλεσαν τους μόνιμους κατοίκους του χωριού.