Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ένας κόσμος διαμελισμένος . Μέρος 3ο

Στις αρχές του 20ού αιώνα πολλοί 'Ελληνες έβλεπαν την Οθωμανική αυτοκρατορία σαν τακτικό σύμμαχο τους απέναντι στην Βουλγαρία. Μερικοί πίστευαν ότι το συμφέρον της Ελλάδας δεν ήταν να προσαρτήσει οθωμανικά εδάφη αλλά να εξελληνίσει     τον οθωμανικό κόσμο εκ των έσω, ένα σχέδιο για την επιτυχία του οποίου ορισμένοι Τούρκοι μουσουλμάνοι ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν.
Υπήρχαν και εκείνοι που υποστήριζαν ότι κάποιου είδους ελληνοτουρκική συνδιοίκηση ίσως έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα να ελέγχει ως ένα βαθμό την οικονομία της περιοχής και να εμποδίζει την ελεύθερη είσοδο στους «παρείσακτους».
Το 1908, όταν μία ριζοσπαστική ομάδα πολύ νέων Τούρκων αξιωματικών επαναστάτησε εναντίον του σουλτάνου διακηρύσσοντας αδελφικούς δεσμούς μεταξύ των μουσουλμανικών και των μη μουσουλμανικών λαών, πολλοί Έλληνες καλοδέχτηκαν την ιδέα της συνεργασίας μαζί τους και τους υποστήριξαν έμπρακτα, τουλάχιστον στην αρχή.
Από το 1909 και ύστερα όμως φάνηκε καθαρά ότι η σύντομη έκρηξη πολυπολιτισμικού ιδεαλισμού είχε φτάσει στο τέλος. Οι Νεότουρκοι, κυρίαρχοι πλέον της αυτοκρατορίας, σκλήρυναν τη στάση τους απέναντι στις παντός είδους προκλήσεις που πήγαζαν αφενός από τον θρησκευτικό συντηρητισμό στη χώρα τους και αφετέρου από τις εδαφικές έριδες με την Αυστρία και τη Ρωσία.
Στα Βαλκάνια, ακόμα και οι μουσουλμάνοι υπήκοοι της Αλβανίας και του Κοσόβου είχαν κηρύξει αγώνες ανεξαρτησίας. Οι ελπίδες για μία ιστορική συμφιλίωση Ελλάδας-Τουρκίας υπέστησαν σχεδόν θανάσιμο πλήγμα το 1912, όταν η Ελλάδα συμμετείχε σε μία πανχριστιανική συμμαχία με τη Σερβία και τη Βουλγαρία που είχε στόχο να διώξει τα οθωμανικά στρατεύματα από  τα Βαλκάνια.

Αυτή η διένεξη απέφερε τεράστια εδαφικά οφέλη στην Ελλάδα, μεταξύ τους και την πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οποία ο ελληνικός στρατός κατάφερε να μπει λίγες μόνον ώρες πριν την προέλαση των Βουλγάρων.                                                          
Αυτές οι εδαφικές κατακτήσεις σήμαιναν και κάτι άλλο: ότι για πρώτη φορά το ελληνικό κράτος βρέθηκε να κυβερνάει ένα μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων υπηκόων. 
Σε πολλά από τα νεοαποκτηθέντα εδάφη όπου οι χριστιανοί ήταν διαιρεμένοι λόγω γλώσσας και εθνικής ταυτότητας, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν την μεγαλύτερη σε αριθμό κοινότητα.
Στους Έλληνες επικρατούσε ευρέως η εντύπωση ότι ένας συμπαγής και «πειθήνιος» πληθυσμός μουσουλμάνων χωρικών θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στον βουλγάρικο επεκτατισμό.
Ακόμα και σε αυτό το τελικό στάδιο της διαίρεσης του οθωμανικού κόσμου, οι     
προστριβές στα Βαλκάνια δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν ξεκάθαρος «πολιτισμικός» ανταγωνισμός μεταξύ ορθόδοξων χριστιανών και μουσουλμάνων.
Οι συμμαχίες άλλαζαν εν ριπή οφθαλμού και καμία πλευρά δεν δίσταζε να συνάψει συμφωνίες χωρίς να υπολογίζει θρησκευτικές ή άλλες διαφορές. Μήνες μετά τις συγκρούσεις του 1912, κατά τη διάρκεια των οποίων λειτούργησε για ένα διάστημα κάποιος πανχριστιανικός συνασπισμός, στα βαλκανικά κράτη άρχισαν πάλι εχθροπραξίες.
Αυτή τη φορά η οθωμανική Τουρκία, με τη διακριτική υποστήριξη Ελλήνων και Σέρβων, κατάφερε να βάλει και πάλι στο χέρι μερικές περιοχές από την κατά γενική εκτίμηση υπερβολικά ισχυρή Βουλγαρία.
Μακροπρόθεσμα όμως οι πόλεμοι του 1912-13 έπαι­ξαν σημαντικό ρόλο στο να δηλητηριαστεί η ατμόσφαιρα στην Ανατολία και να γίνει πολύ δύσκολη η συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων.
Εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες, οι περισσότεροι από μόλις αποκτηθέντα σερβικά και βουλ­γαρικά εδάφη, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και βρήκαν κατάλυμα σε τζαμιά και δημόσια κτίρια. Είτε αυθόρμητα είτε ύστερα από πίεση των αρχών, αυτοί οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε σπίτια ελληνορθόδοξων χριστιανών της δυτικής και της βόρειας Ανατολίας.
Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου πολέμου το μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολίας μετατράπηκε σε σφαγείο. Εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες βρήκαν το θάνατο σε μάχες με Ρώσους και Βρετανούς.
Σε ένα από τα πιο αποτρόπαια κεφάλαια της σύγ­χρονης ιστορίας, ολόκληρος ο αρμένικος πληθυσμός στις περισσότερες περιοχές της Ανατολίας απελάθηκε προς τα νότια με αποτέλεσμα τουλάχιστον 600.000 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους.
Η σφοδρή διαμάχη μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης, των υποστηρικτών και των επικριτών της γύρω από τα αίτια αυτών των θανάτων συνεχίζε­ται ως σήμερα.
Ήταν αποτέλεσμα εθνοκάθαρσης ή, ας πούμε, εγκληματικής αμέλειας; Υπάρχουν ορισμένοι θαρραλέοι Τούρκοι ιστορικοί που υποστηρίζουν ότι ο δεύτερος ισχυρισμός είναι τουλάχιστον παράλογος.
Στον Δυτικό Πόντο και την ενδοχώρα πολλοί Έλληνες χριστιανοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους από τις τουρκικές αρχές που ισχυρίζονταν ότι ένοπλες ομάδες χριστιανών συνεργάζονταν ή ετοιμάζονταν να συνεργαστούν με τις τσαρικές δυνάμεις κατοχής στον Ανατολικό Πόντο. Μετά το 1917 που η Ελλάδα ενώθηκε με την αντιοθωμανική Τριπλή Συνεννόηση (Αντάντ) ήλθε η σειρά των ελληνορθόδοξων της Μικράς Ασίας να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.
Αλλά και πριν αρχίσουν αυτές οι τραγωδίες υπήρξε μία μοιραία εξέλιξη που επι­τάχυνε την αποικοδόμηση των σχέσεων μεταξύ ορθόδοξων χριστιανών και μουσουλ­μάνων στην Ανατολία, από το 1908 και ύστερα.
Ήταν ότι για πρώτη φορά λάβαινε χώρα μία οργανωμένη προσπάθεια εξαναγκασμού των χριστιανών να υπηρετήσουν στο οθωμανικό στράτευμα. Ο παλαιός διακανονισμός ότι οι χριστιανοί πλήρωναν υπέρογκους φόρους για να γλιτώνουν τη θητεία ήταν πλέον απαράδεκτος για τους επίδοξους τέκτονες ενός ενιαίου κράτους.
Η ιδέα οπλισμένων χριστιανών δεν ενθουσίαζε τους διοικητές και έτσι συνήθως τους έστελναν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Πολλοί χριστιανοί χωρικοί προτίμησαν τότε να εκπατριστούν αντί να καταταγούν. Ορισμένοι μετανάστευσαν στη Ρωσία. Άλλοι ενώθηκαν με ομάδες ενόπλων στην ύπαιθρο της Ανατολίας.
 Ψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα, πολλοί από τους οθωμανούς Έλληνες πολιτικούς που είχαν μείνει πιστοί στην αυτοκρατορία αποφάσισαν ότι υπό την κυριαρχία του σουλτάνου δεν υπήρχε μέλλον για το λαό τους.
Η αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, Μάιος 1919. 
Ό,τι λειτουργούσε ακόμα από τις παλαιές οθωμανικές ισορροπίες δέχτηκε θανατη­φόρο χτύπημα με τις εχθροπραξίες που ξέσπασαν σε ολόκληρη σχεδόν την Ανατολία ύστερα από το Μάϊο του 1919, όταν με τις ευλογίες των δυνάμεων της Δύσης ένα ελληνικό σώμα στρατού κατέκτησε τη Σμύρνη, το πλουσιότερο λιμάνι του Αιγαίου.
Τότε ήταν που ο Μουσταφά Κεμάλ, ένας χαρισματικός οθωμανός αξιωματικός του στρατού, οι ηγετικές ικανότητες του οποίου αναδείχτηκαν μέσα από το εθνικό φιάσκο του Α' Παγκοσμίου πολέμου, ξεκίνησε εκστρατεία για την ίδρυση ενός νέου κράτους όπου οι Τούρκοι μουσουλμάνοι θα ήταν αφεντικά στο ίδιο τους το σπίτι.
Καθώς το στρατιωτικό και πολιτικό κίνημα του Κεμάλ κέρδιζε οπαδούς -όχι μόνο εναντίον του Ελληνικού στοιχείου αλλά και της παλαιάς οθωμανικής σχολής διακυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη, την οποία ο Κεμάλ θεωρούσε υποχείριο των δυνάμεων της δύσης- άρχισε να φαίνεται καθαρά ότι είχε φτάσει η ώρα της μεγάλης στρατιωτικής αναμέτρησης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, πολιτών και στρατιωτών.
Ο αγώνας για επικράτηση στην Ανατολία υπήρξε σκληρότατος ιδίως από τα μέσα του 1921 και ύστερα. Ο ελληνικός στρατός θανάτωσε ή καταδίωξε Τούρκους πολίτες στην περιοχή του Μαρμαρά προτού στραφεί προς τα ανατολικά.
Εν τω μεταξύ στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας εκατοντάδες χιλιάδες ορθόδοξοι χριστιανοί, που θεωρήθηκαν συμπαθούντες ή εν δυνάμει σύμμαχοι της Ελλάδας, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να περάσουν πεζή πάνω απ' τα βουνά κάτω από συνθήκες τόσο απάνθρωπες που μόνο οι δυνατότεροι και πιο τυχεροί επέζησαν.
Οι τελευταίες εβδομάδες πριν από την ήττα της Ελλάδας το Σεπτέμβριο του 1922 είχαν φρικτές επιπτώσεις στους κατοίκους της Μικρασίας. Ο ελληνικός στρατός, υποχωρώντας από την κεντρική Τουρκία προς τα παράλια, πυρπόλησε χωριά και πόλεις αφήνοντας τους κατοίκους άστεγους και πεινασμένους.                                           
Οι Τούρκοι νικητές ικανοποίησαν ως ένα σημείο τη δίψα τους για εκδίκηση πάνω στους ντόπιους ελληνο-χριστιανικούς πληθυσμούς χωρίς να υπολογίσουν ηλικία και φύλο.
Όμως, παρά την απερίγραπτη οδύνη που προξένησαν ο ένας στον άλλο, το νήμα που ένωνε 'Ελληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους στον παλαιό οθωμανικό κόσμο δεν κόπηκε απόλυτα, ακόμα και το 1922. Όποια και αν ήταν τα βάσανα     που υπέστησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της συνύπαρξης τους, οι άνθρω­ποι και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν αντέδρασαν μόνο με αμοιβαίο μίσος ούτε αισθάνθηκαν μόνο ανακούφιση ή ευγνωμοσύνη για το χωρισμό τους.
Τέτοια συναισθή­ματα υπήρξαν, φυσικά. Οι αναμνήσεις των διωγμών και της προδοσίας ανακατεύτηκαν με εξίσου δυνατά θετικά αισθήματα και μνήμες που κατά κάποιο τρόπο γεφύρωσαν το μεταξύ τους χάσμα. Προσωπικές φιλίες, εμπορικές συνεργασίες, η συνείδηση ενός κοινού κόσμου που περιλάμβανε τη γη, τη γλώσσα, τη μουσική, το φαγητό και γενικά την καθημερινότητα δεν έπαψαν ποτέ να ισχύουν.
Αυτό εξηγεί ως ένα σημείο το τραύμα του αποχωρισμού που έφερε συγχρόνως πόνο και ανακούφιση. Ρίχνει επίσης φως στα αντιφατικά συναισθήματα που κάθε τόσο έρχο­νται στην επιφάνεια ακόμα και σήμερα στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, είτε αυτά είναι κοινωνικά είτε προσωπικά.

Bruce Clark