Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΦΥΣΕΡΑ - ΚΑΖΑΣ ΠΛΑΤΑΝΩΝ. Μέρος 2ο

Το σχολείο

Στο χωριό λειτουργούσε μονοτάξιο δημοτικό σχολείο. Το διώροφο ευπρεπισμένο διδακτήριο βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην εκκλησία. Ένα μέρος των εξόδων του σχολείου εξασφάλιζε ο αρχιερατικός επίτροπος Πλατάνων από εισφορές και κρατήσεις επί της πωλήσεως των καπνών.
Η φοίτηση των μαθητών στο σχολείο γινόταν μετά την κατάθεση των ετησίων διδάκτρων (μία ή δύο λίρες).
Η έναρξη των μαθημάτων γινόταν στις 10 Νοεμβρίου και η λήξη στις 30 Απριλίου.  Η απασχόληση των μαθητών στις γεωργικές και κτηνοτροφικές δουλειές των οικογενειών τους, καθιστούσε προβληματική τη συμμετοχή τους στα μαθήματα, γι’ αυτό και η λήξη των μαθημάτων γινόταν νωρίτερα.
Η λειτουργία του σχολείου σταμάτησε οριστικά τον Απρίλιο του 1916, με τη φυγή των Ελλήνων κατοίκων του χωριού.

Κτίσματα - οικοδομική τεχνική
Η οικοδομική τεχνική εξαρτιόταν κυρίως από το κλίμα της περιοχής, τη γεωμορφολογία του εδάφους και την αρχιτεκτονική της παραλιακής ζώνης. Τα σπίτια ήταν διώροφα, χτισμένα από πελεκητή πέτρα. Στον ισόγειο χώρο στεγάζονταν όλες οι βοηθητικές λειτουργίες: στάβλος, αποθήκες, κ.τ.λ., ενώ στον πρώτο όροφο ήταν η κυρίως κατοικία. Η κατοικία αποτελούνταν από δυο υπνοδωμάτια και μια κουζίνα με το τζάκι όπου μαγείρευαν. Το πάτωμα μεταξύ των δυο ορόφων αποτελείτο από χοντρούς κορμούς δέντρων τοποθετημένους παράλληλα και σκεπασμένους από αργιλώδες χώμα, το οποίο κυλίνδριζαν ώστε να είναι συμπαγές.
Από την πρόσθια όψη φαινόταν και οι δύο όροφοι του σπιτιού, ενώ από την πίσω μόνο ο επάνω όροφος, αφού το σπίτι ήταν χτισμένο σε επικλινές έδαφος, έτσι ώστε το ισόγειο να καλύπτεται στη μια του πλευρά εξ ολοκλήρου και στις δυο πλαϊνές κατά το ήμισυ, από χώμα.
Η πρόσβαση στον πρώτο όροφο μπορούσε να γίνει είτε από την είσοδο του ισογείου μέσω μιας πέτρινης σκάλας (καταρράχτες) που οδηγούσε, εσωτερικά, στον επάνω όροφο είτε από την πίσω πλευρά, χωρίς τη χρήση σκάλας, αφού το έδαφος κάλυπτε το ισόγειο.
Η στέγη (στέβος) αποτελούνταν από χοντρά ξύλινα δοκάρια που σχημάτιζαν το σκελετό της, σκεπασμένα με λεπτά σανίδια από ξύλο λευκής ελάτης (τεβόρ’), τα χαρτώματα. Το ξύλο της λευκής ελάτης ήταν ανθεκτικό, ωστόσο τα χαρτώματα φθείρονταν λόγω των συχνών βροχοπτώσεων και γι’ αυτό τα αντικαθιστούσαν ανά διαστήματα. Η χρήση της λαμαρίνας ήταν πολύ περιορισμένη λόγω κόστους.
Στην αυλή κάθε σπιτιού υπήρχε το ξεραντέρ’, υπερυψωμένο μικρό ξύλινο οίκημα στερεωμένο σε τέσσερις πασσάλους, που χρησίμευε για το στέγνωμα των καλαμποκιών και των φασολιών, καθώς και ως αποθηκευτικός χώρος για τα δημητριακά. Σε μερικές περιπτώσεις υπήρχε και δωμάτιο, που προοριζόταν για τα νεαρά ζευγάρια, με ταβάνι και ξύλινο πάτωμα. Για τη θέρμανση των σπιτιών και το μαγείρεμα, υπήρχε στο κέντρο της κουζίνας μια εστία (χωνός). Ο χωνός ήταν ένα κυκλικό βαθούλωμα στο δάπεδο, με βάση και τοίχωμα από πέτρινες πλάκες (παρακαμίνια). Η βάση του χωνού ήταν χαμηλότερα από το πάτωμα. Οι πέτρινες πλάκες ήταν κατά το ήμισυ βυθισμένες στο πάτωμα, το δε υπόλοιπο μέρος τους ήταν γύρω από τη φωτιά ώστε να μη σκορπίζει η στάχτη. Δεν είχε καπνοδόχο και ο καπνός έφευγε από το αταβάνωτο στέγασμα. Τα δοκάρια της στέγης με τον καιρό καπνίζονταν και αποκτούσαν μεγαλύτερη αντοχή. Από τη στέγη κρεμούσαν με γάντζο και αλυσίδα τα μεγάλα χάλκινα σκεύη πάνω από το χωνό.

 

Επαγγέλματα - ασχολίες

Το κυριότερο επάγγελμα των κατοίκων ήταν η γεωργοκτηνοτροφία. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους γύρω από το χωριό, ήταν περισσότερο αναπτυγμένη η κτηνοτροφία και λιγότερο η γεωργία.
Γνώριζαν όμως και άλλες επαγγελματικές ασχολίες, περισσότερο για την κάλυψη των αναγκών του σπιτιού και των εργασιών τους, παρά ως κύριο επάγγελμα. Έτσι ο γεωργοκτηνοτρόφος γνώριζε και τις τεχνικές άλλων επαγγελμάτων: πριονιστής, σιδεράς, μαραγκός, κτίστης, κ.τ.λ., ως συμπληρωματικές και βοηθητικές.
Τα χωράφια και οι βοσκές των Ελλήνων βρισκόταν σε τοποθεσίες διαφορετικές από εκείνες των Τούρκων, εκτός από το Καλετζούκ, όπου οι εκτάσεις ήταν μοιρασμένες και στις δυο εθνότητες.
Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν μικρές και δεν προσφέρονταν για εκτεταμένες καλλιέργειες. Σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσαν μερικά μόλις στρέμματα γης. Η αύξηση του πληθυσμού επέβαλε την επέκτασή τους· έτσι όταν προέκυπτε ανάγκη για νέες εκτάσεις, εκχέρσωναν και αποψίλωναν τις γύρω δασώσεις και θαμνώδεις περιοχές, εξασφαλίζοντας εκτάσεις για καλλιέργεια.
Καλλιεργούσαν καλαμπόκι, κίτρινο και άσπρο για ψωμί, σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, κυρίως φασόλια στα αδύναμα χωράφια, και κηπευτικά. Γινόταν και περιορισμένη καλλιέργεια καπνών που προορίζονταν για το λαθρεμπόριο το οποίο ανθούσε στην περιοχή. Κάθε σπίτι είχε κήπο με λάχανα, κολοκύθια, ντομάτες, κ.τ.λ.
Η οικιακή βιοτεχνία ήταν ανεπτυγμένη στο βαθμό που κάλυπτε τις ανάγκες των οικογενειών, χωρίς να δημιουργεί σοβαρό πλεόνασμα. Η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων και η παρασκευή κονσερβοποιημένων τροφών κάλυπτε τις διατροφικές ανάγκες κάθε οικογένειας. Οι ανάγκες σε υφάσματα καλύπτονταν από το μαλλί των αιγοπροβάτων που εξέτρεφαν, καθώς επίσης και από την κάνναβη.
Φημισμένος τεχνίτης της ξυλογλυπτικής από τη Φυσερά ήταν ο Κωνσταντίνος Πουγαρίδης που ζούσε στην Τραπεζούντα, όπου είχε και το εργαστήριό του.
Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού – μόνο οι Έλληνες - μετανάστευαν, κυρίως στη Ρωσία, στην Ανάπα οι περισσότεροι και λίγοι στο Σοχούμι, όπου εργάζονταν ως λατόμοι, αρτοποιοί και χτίστες. Πολλοί από αυτούς αγόραζαν αμπέλια και καλλιεργήσιμε εκτάσεις. Αρκετοί πήγαιναν και στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξασκούσαν βιοτεχνικά επαγγέλματα. Στο χωριό έρχονταν τις μεγάλες γιορτές. Αντίθετα οι Τούρκοι του χωριού δεν ξενιτεύονταν.
Αρκετοί από τους κατοίκους εξασκούσαν το επάγγελμα του γανωτή, γυρίζοντας στα χωριά των γύρω περιοχών.
Ψάρευαν ελάχιστα ψάρια από ένα ποτάμι που πήγαζε από την άκρη του χωριού καθώς και από τον Καλάνεμα
Ο νερόμυλος ήταν στην άκρη του χωριού δίπλα στο ποτάμι και κοντά στην τουρκική συνοικία.
Τα απαραίτητα είδη τα προμηθεύονταν από το παζάρι των Πλατάνων, όπου πήγαιναν μια φορά την εβδομάδα.
Karakapan

Παρχάρια

Με το τέλος του χειμώνα, άρχιζαν οι προετοιμασίες για τη μετάβαση ανθρώπων και κοπαδιών στα θερινά βοσκοτόπια – εξοχές (παρχάρια). Η μετακίνηση άρχιζε στις 9 Μαρτίου. Η ημέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στη  μνήμη των 40 μαρτύρων της Σεβάστειας και είχε επικρατήσει ως έθιμο στο χωριό, την ημέρα αυτή κάθε οικογένεια να τρώει τριών ειδών φαγητά: 40 σαλιγκάρια, 40 βλαστάρια τσουκνίδας (κιντέας –κιντέατα) και 40 λουκουμάδες (τσιριχτά). Μετά το γεύμα η πομπή ξεκινούσε θορυβώδικα, με φωνές και χαιρετισμούς, δίνοντας πανηγυρικό τόνο στο ξεκίνημα. Κατά την πορεία απαγορευόταν να παίζουν μουσικά όργανα και να τραγουδούν γιατί το ξεκίνημα συνέπιπτε με τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Τα κοπάδια τα συνόδευαν οι μεσήλικες, ενώ οι νέοι έμεναν στο χωριό για τις γεωργικές δουλειές. Κάθε Σαββατοκύριακο οι νέοι ανέβαιναν στο παρχάρ’ για να δώσουν στους δικούς τους τρόφιμα που εντωμεταξύ τους είχαν τελειώσει και να πάρουν γαλακτοκομικά.
Ο πρώτος σταθμός ήταν ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό στη θέση Μεζιρέδες. Εκεί υπήρχαν πρόχειρες καλύβες για τους ανθρώπους, ενώ τα ζωντανά έμεναν στο ύπαιθρο.
Η παραμονή τους στη θέση Μεζιρέδες διαρκούσε ως τις 23 Απριλίου, ημέρα γιορτής του Αγίου Γεωργίου και εκτός των εργασιών είχε και παραθεριστικό χαρακτήρα.
Την ημέρα αυτή έρχονταν οι νέοι από το χωριό, αποκλειστικά και μόνο για να βοηθήσουν στη μεταφορά, και όλοι μαζί ξεκινούσαν για το όρος Καλετζούκ, όπου και ο επόμενος σταθμός τους. Εκεί άνθρωποι (παρχαρέτ’) και κοπάδια παρέμεναν από τις 23 Απριλίου ως τις 21 Μαΐου.
Από τις 21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης, ως τις 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου, παρέμεναν στο Μεγάλο Παρχάρ’ που βρισκόταν στο βουνό Κιαούρ Οπασή (στάνη των απίστων - Ρωμιών) και γύρω - γύρω είχε δάση από έλατα (τσάμιας). Από εκεί φαινόταν η Μαύρη Θάλασσα.
Για να πάνε οι νέοι στο Μεγάλο Παρχάρ’ περνούσαν από τις τοποθεσίες: Αναπαυτέρ’, Σαμάλερα, Κρύο Νερό, Λιμναία, Διπόταμος και κατέληγαν στο Μεγάλο Παρχάρ’.

Χλωρίδα – πανίδα

Η βλάστηση στην περιοχή γύρω από το χωριό ήταν πλούσια. Τα βουνά ήταν σκεπασμένα από δάση με έλατα και όπου υπήρχε ξέφωτο, αυτό σκεπαζόταν με χόρτο. Ευδοκιμούσαν πολλά αυτοφυή φυτά, όπως:
· Ξιμπιλάγκια ή σμιλάγκια = θαμνοειδές φυτό, δημώδης ονομασία αρκουδόβατος, με τρυφερές κορυφές, τις οποίες αφού έβραζαν τις έτρωγαν σαλάτα με λάδι και ξίδι ή τις μαγείρευαν με αυγά.
·Θομάντες ή θομάρ’ = μονόκορμο, αυτοφυές, με βολβούς σαν τεύτλα και πλατιά φύλλα που τα έβραζαν κι έφτιαχναν  σαλάτες ή τα μαγείρευαν με αυγά.
Η πανίδα της περιοχής ήταν η τυπική των ημιορεινών – ορεινών περιοχών. Στα γύρω βουνά υπήρχαν αρκούδες, λύκοι, τσακάλια, λαγοί, αγριογούρουνα , πέρδικες, ορτύκια, μπεκάτσες, μαυροπούλια, κ.τ.λ.

Πανηγύρια – διασκεδάσεις

Στους γάμους και τα πανηγύρια των Ελλήνων έπαιρναν μέρος κι οι Τούρκοι και αντίστροφα. Οι δυο εθνότητες ζούσαν αρμονικά και φρόντιζαν να τιμούν εκατέρωθεν τις γιορτές και τις χαρές τους.
Μεγάλες γιορτές που πανηγυρίζονταν δεόντως ήταν: της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Παντελεήμονα και της Αναλήψεως στη θέση Κάζερα όπου υπήρχε ερειπωμένο εξωκλήσι και αγίασμα, με το οποίο έβρεχαν το κεφάλι και τα άκρα τους γιατί πίστευαν πως θεραπεύει χρόνιες παθήσεις.
Στις 7 Ιουλίου, ημέρα μνήμης της Μεγαλομάρτυρος Κυριακής, Έλληνες και Τούρκοι συγκεντρώνονταν στο ερειπωμένο εξωκλήσι της και γιόρταζαν από κοινού. Το πανηγύρι αυτό ήταν μια παλιά συνήθεια, που αποκτήθηκε λόγω μιας δοξασίας: πίστευαν – και οι Τούρκοι – πως αποδίδοντας τις δέουσες τιμές στη Μεγαλομάρτυρα, εξιλεώνονταν κι έτσι θα αποτρέπονταν οι θεομηνίες και θα εξασφάλιζαν καλύτερες αποδόσεις από την κτηνοτροφία. Το δυνατό ανεμοστρόβιλο που φυσούσε στο χωριό, τον ονόμαζαν Αγίας Κυριακής άψιμον (φωτιά). Στο πανηγύρι δεν έπαιζαν μουσικά όργανα ούτε και πυροβολούσαν με τα όπλα, όπως συνήθιζαν να κάνουν στα άλλα πανηγύρια.
Λύρα έπαιζε ο Γεώργιος Κεσίδης, ο Νικόλαος Κεσίδης γιος του Γεωργίου και ο Ποζίδης Θεόδωρος (Θόδωρον ο Πόζιον), ζουρνά και νταούλι (ταούλ’) ο Παναγιώτης (Παναέτας) Κεσίδης. Ο πιο αγαπητός σκοπός ήταν το μακρύνη περιοχής Ματσούκας, που θεωρούνταν κάτι σαν «εθνικός ύμνος» στην περιφέρεια.
Χόρευαν, κυρίως, το χορό Σέρα (Πυρρίχειος) με φιγούρες. Στο χορό συμμετείχαν μόνο άνδρες, πέντε ως δέκα άτομα. Αν στο χορό Σέρα τύχαινε να μπουν και γυναίκες, τότε οι άνδρες συνέχιζαν χωρίς όμως τσακίσματα και χεροτινάγματα. Χόρευαν επίσης το Τικ και την Τρυγώνα χωρίς διακοπή και για να ξεκουραστούν συνέχιζαν με το Αργόν Ομάλ’, το Γοργόν Ομάλ’ και τη Μητερίτσα.
Χορευταράδες ήταν ο Ευστάθιος Πουγαρίδης και ο Ιωάννης Κεσίδης.
   Εμέν οι λύκ’ εσάρεψαν, απάν’ και ’ς σα καμμένα
   Θα στείλω ’σε τα λώμματα μ’, τρυγώνι μ’ ματωμένα


Παραδόσεις

Οι προσφωνήσεις των συγγενικών προσώπων, δε διέφεραν από αυτές της γύρω περιοχής. Έτσι αποκαλούσαν τον πατέρα πατέρα και τιατιά, τη μητέρα μάνα, τον παππού πάππο, τη γιαγιά καλομάννα, το θείο/α από τη μεριά του πατέρα θείο/α, από τη μεριά της μητέρας ταή το θείο και πιπή τη θεία. Τους αδερφούς αποκαλούσαν με το μικρό τους όνομα και τις αδερφές με το μικρό τους ονομα ή αδερφή.
Οι Φυσερέτ’ έπαιρναν γαμπρούς και νύφες από τα χωριά της Ματσούκας, άλλωστε πολλές οικογένειες του χωριού κατάγονταν από εκεί.
Ο γιος που κατοικούσε με τους γονείς του, μπροστά τους δεν επιτρεπόταν να πει η γαρή μ’ ή γυναίκα μ’ (η γυναίκα μου), γιατί κάτι τέτοιο θεωρούνταν προσβολή προς τους γέρους γονείς. Επίσης δεν μπορούσε μπροστά τους να αγκαλιάσει και να χαϊδέψει τα παιδιά του.
Η στάση αυτή προέκυπτε από την πεποίθηση πως όσο ζουν οι γονείς, ο γιος ή η κόρη είναι παιδιά γι’ αυτούς, κι ως εκ τούτου "δεν δικαιούνται να έχουν παιδιά" ή να εκφράζουν την αγάπη τους προς αυτά. Έλεγαν σχετικά οι γέροι γονείς: "Τέαμ ετράνυνες κι εσύ κ’ εποίκες παιδία!" (δηλαδή: Δήθεν μεγάλωσες κι εσύ κι έκανες παιδιά!). Βέβαια αυτό ίσχυε περισσότερο για τον γέρο πατέρα και λιγότερο για τη μητέρα, που ήταν πάντα περισσότερο ελαστική σε τέτοια ζητήματα.
Όταν ο άνδρας ήθελε να φωνάξει τη γυναίκα του ποτέ δε χρησιμοποιούσε το όνομά της. Φώναζε: "Νέκουτση ή Νέπουτση, εσέν λέγω ’κ’ ακούς;", ή "Νη εσέν λέγω!". Η γυναίκα καλούσε τον άνδρα λέγοντας: "Νέπαι!".
Πλάτανα - Τραπεζούντας

Προληψεις – δεισιδαιμονίες

Τα πονηρά πνεύματα τα ονομάτιζαν ως Μάισσες, Τζεζούδες, , Διαβόλ’ και Περήδες.[19]
Για να προφυλάσσονται από τα πονηρά δαιμόνια είχαν Νουσκά ή Χαμαήλια από χαρτάκια διπλωμένα σε τρίγωνα σχήματα με κάποιο περιεχόμενο και τα κρεμούσαν στο λαιμό τους. Τα Νουσκά τα προμηθεύονταν από τους παπάδες ή τους χοτζάδες και συνέβαινε πολλές φορές μουσουλμάνος να τα ζητάει από ορθόδοξο ιερέα ή χριστιανός από χότζα.
Πίστευαν πως αν κάποιος δει νεκρό θα πάθει κακό. Ως αντίδοτο έκοβαν ένα κομμάτι από το σάβανο του νεκρού, το έκαιγαν και την ώρα που καιγόταν «κάπνιζαν» το άτομο που έπαθε κακό. Άλλο αντίδοτο ήταν να κυλιστεί αυτός που έπαθε κακό κάθε Τετάρτη και Παρασκευή για τρεις φορές πάνω στο μνήμα του νεκρού. Άλλος τρόπος: ξαστέριαζαν (ξενυχτούσαν) νερό πάνω στο μνήμα, πήγαιναν στο σπίτι του παθόντος και φωνάζοντάς τον να βγει στο εξώπορτο, το έριχναν ξαφνικά στην πλάτη του κατάσαρκα, χωρίς όμως το νερό αυτό να το βάλουν μέσα στο σπίτι.
Απέφευγαν να καταρώνται και ιδίως να προφέρουν τις κατάρες: Να τρώει σε ο Γουρζουλής (Να σε φάει ο διάβολος – η πανούκλα), Το καρά χαπέρ’ σ’ να έρται (Το μαύρο μαντάτο να σου ’ρθει), Να κόφτ’ ο Θεός τα χρόνια σ’ (Να κόψει ο Θεός τα χρόνια σου), Να   βάλτ’ ’σε ’κα η μάνα σ’ (Να σε θάψει η μάνα σου).
Θέλοντας να αποφύγουν τα ψέματα, πρόφεραν τους εξής σύντομους όρκους: Μα το Θεό, Μα το Σταυρό, Μα τον Αέρ’ (το Άγιο Γεώργιο), Μα τον Αεκωσταντίνο.
Εκτός από τα διαβάσματα του παπά ή του χότζα για το ξεμάτιασμα, είχαν και ξόρκια. Ήταν μυστικά διαβάσματα από γυναίκες, που διάβαζαν σχεδόν μουρμουρίζοντας, κρατώντας  στο δεξί τους χέρι ένα μαχαιράκι με μαύρη λαβή και στο αριστερό μια βελόνα. Με τον ίδιο τρόπο που έτριβαν τη λεπίδα του μαχαιριού στη βελόνα, θώπευαν τον παθόντα. Άλλος τρόπος: έβαζαν ένα πρωτότοκο παιδί με τρία σπυριά αλάτι στο δεξί χέρι, να τα γυρίσει τρεις φορές γύρω από τον άρρωστο και να τα ρίξει στο νερό λέγοντας: «όπως λιώνει το αλάτι, να λιώσει και το μάτιασμα».
Αν ξέμενε κάποιο ζώο τη νύχτα στην εξοχή, πήγαιναν στον εξορκιστή που έδενε με μια κλωστή τα δόντια μιας χτένας και μουρμούριζε «έξορκα» για να δέσει τα στόματα των αγριμιών ώστε να μη φάνε το ζώο. Αν έβρισκαν το ζώο ξέδεναν τη χτένα, γιατί πίστευαν πως είναι αμαρτία για το «δέτη» να ψοφήσει από πείνα το αγρίμι που είχε δεμένο στόμα.
Οι χριστιανοί πίστευαν πως ο Τούρκος μετά το θάνατό του βρικολακιάζει, γίνεται δηλαδή χορτλάχ’ (τουρκ. hortlak). Οι μουσουλμάνοι πίστευαν πως ο χορτλάχ’ δεν πλησιάζει στις εκκλησίες.