Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Εποποιίες στα βουνά, τους κάμπους και τα χωριά του Πόντου. Μέρος 2ο

5. Το ολοκαύτωμα της σπηλιάς του Οτ Καγιά, τον Απρίλιο του 1917.
Για την ιστορία αναφερόμαστε ακόμη μια φορά στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, παρ’ όλο που είδαμε τα γεγονότα αυτά και σε άλλο σημείο της μελέτης μας.
Σ’ αυτή τη σπηλιά όπως ήδη λέχθηκε, είχαν καταφύγει για να μη συλληφθούν από τους Τούρκους και οδηγηθούν στις εξορίες 700 περίπου γυναικόπαιδα και 80 περίπου ένοπλοι αντάρτες υπερασπιστές των γυναικόπαιδων, γιατί και νερό υπήρχε αλλά και γνώση ότι η σπηλιά αυτή μπορούσε σε δύσκολες περιστάσεις να τους προστατεύσει από την καταδίωξη των Τούρκων. 
Επικεφαλείς όλων αυτών ήταν: ο καπετάν Χατζηγιώργης Καραβασίλογλου από το χωριό Αγτσάλαν, ο Κωνσταντίνος Δεληογλάνογλου από το χωριό Ουτς Πουναρ, ο Γιώργης Παπάζογλου από το Καπάτσουχουρ, τα δύο παιδιά του Ταγκάλ Γιώργη από το χωριό Ασμάτσαμ όπως και ο Ατές Κωνσταντίν επίσης από το χωριό Ασμάτσαμ της Πάφρας.
Εναντίον των φυγάδων της σπηλιάς Οτ Καγιά ξεκίνησε ως επικεφαλής του συρφετού του, ο Ταλίπ Τσαούς μαζί με τα μπουλούκια του, φορτωμένα με τρόφιμα και πυρομαχικά από την Πάφρα, με νταούλια και ζουρνάδες, σα να πήγαιναν σε πανηγύρι, για τη σπηλιά της Παναγίας στο βουνό Νεπιέν νταγ. 

Όλοι οι κάτοικοι της Πάφρας ξύπνησαν από τον πολύ θόρυβο που έκαναν οι Τούρκοι και βγαίνοντας στα παράθυρα προσπαθούσαν να μάθουν τι συμβαίνει και για ποιο λόγο οι Τούρκοι κάνουν τέτοιους ντονανμάδες δηλ. παρελάσεις.
Οι Τούρκοι επιδρομείς μετά από αδιάκοπη πορεία 5 και πλέον ωρών, έφτασαν κατά το μεσημέρι στο τουρκοχώρι Τσασούρ και από εκεί στη συνέχεια μπροστά στις απόκρημνες πλαγιές του Νεπιέν Νταγ και προς το χωριό Οτ Καγιά. Προχώρησαν ακόμα, ώσπου βρέθηκαν κάτω από τους πανύψηλους βράχους που ορθώνονταν σαν ουρανοκρέμαστα φρούρια. 
Τα διψασμένα για ελληνικό αίμα μπουλούκια του Ταλίπ Τσαούς, έζωσαν τους απροσπέλαστους πέτρινους όγκους του Οτ Καγιά και μόλις τους δόθηκε το σύνθημα, άρχισαν να σκαρφαλώνουν με προσοχή και βιασύνη για τη Μάαρα της Παναγίας (τη σπηλιά της Παναγίας). Συνάμα πυροβολούσαν με πυκνές μπαταριές καταπάνω στη σπηλιά.
Οι 80 περίπου ένοπλοι υπερασπιστές αντάρτες της σπηλιάς οχυρωμένοι πίσω από τα βράχια, που έκλειναν το μονοπάτι στο στόμιο της σπηλιάς, περίμεναν τους επιδρομείς Τούρκους να πλησιάσουν όσο γινόταν πιο κοντά. Τα βόλια που έριχναν οι Τούρκοι στον αέρα, οι βρισιές που ξεστόμιζαν και οι απειλές τους, προκαλούσαν στους Έλληνες Παφρηνούς την ακλόνητη αποφασιστικότητα να πολεμήσουν μέχρι θανάτου και ανυπομονούσαν πότε θα δώσει το σύνθημα ο Καπετάν Χατζηγιώργης.
Ο Ταλίπ Τσαούς ανηφόριζε πίσω από τους ζαπτιέδες του και έδινε διαταγές. Πλησιάζοντας αρκετά τη σπηλιά, με δυνατή φωνή είπε στους Παφρηνούς αντάρτες: Γκιαούρηδες παραδοθείτε, είσαστε χαμένοι, δε γλιτώνει κανείς σας. 
Ακούγοντας τις προκλήσεις αυτές ο Καπετάν Χατζηγιώργης κραύγασε για απάντηση. Ατές - ατές (φωτιά - φωτιά) και δυνατή ομοβροντία ακούστηκε ξαφνικά που έκανε τα βράχια και τους γκρεμούς να αντιδονήσουν και δεκάδες τούρκικα κορμιά να κυλήσουν χτυπημένα στη βαθιά χαράδρα. Οι υπόλοιποι Τούρκοι καλύφθηκαν πίσω από τις πέτρες και απάντησαν με βροχή από σφαίρες. Άρχισε μια σκληρή μάχη. Ανταλλάχτηκαν πυκνά πυρά που αχολογούσαν και σφύριζαν μέσα στους γκρεμούς. Οι Τούρκοι δεν κρατήθηκαν πολύ και άρχισαν να λυγίζουν. Οι Παφρηνοί αντάρτες τους αποπήραν και βγήκαν από τους κρυψώνες τους και τους κυνήγησαν στον κατήφορο μέχρι τους πρόποδες του Οτ Καγιά. Ο Ταλίπ Τσαούς  φρένιασε και ρίχτηκε πάνω στους ζαπτιέδες του και βγάζοντας το μαστίγιό του φώναξε σ’ αυτούς: Σκαρφαλώστε γρήγορα στα βράχια και να μου φέρετε αμέσως τα κεφάλια αυτών των άπιστων Παφραλήδων που τόλμησαν να αντισταθούν. Οι σκορπισμένοι και περίτρομοι Τούρκοι συγκεντρώθηκαν και με αλαλαγμούς όρμησαν ξανά στον ανήφορο και δίνοντας ο ένας στον άλλο κουράγιο και πυροβολώντας αδιάκοπα προχωρούσαν για τη σπηλιά. Φθάνοντας όμως στα μισά του δρόμου δέχθηκαν και πάλι βροχή τα πυρά των Παφραλήδων που τους ρίχτηκαν με μεγαλύτερη ορμή και μίσος. Οι Τούρκοι δείλιασαν και πισωγύρισαν αμέσως όσο και αν φώναζε και τους απειλούσε ο διοικητής τους Ταλίπ Τσαούς. Σε μια στροφή του μονοπατιού μερικοί Τούρκοι προσπάθησαν να κρατηθούν, αλλά οι αντάρτες τους γκρέμισαν και πάλι κάτω.
Από τις πρωινές σχεδόν ώρες τις 16 Απριλίου 1917 και ενώ κόντευε να γείρει ο ήλιος η μάχη συνεχιζόταν. Ο Ταλίπ Τσαούς με τα μπουλούκια του έκαμε την τελευταία του εξόρμηση, αφού συγκέντρωσε τους πανικόβλητους ζαπτιέδες του και ρίχτηκε μαζί τους στον ανήφορο, μα όμως σε λίγο καταγκρεμίστηκε και ντροπιάστηκε. Οι Τούρκοι για πολλές ώρες δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις βρισιές και τους εξευτελισμούς του διοικητή τους. Την άλλη μέρα 17 Απριλίου 1917, από τα χαράματα άρχισε και πάλι η επίθεση των Τούρκων, μα και πάλι απέτυχαν. Κάθε φορά που επιτίθονταν περισσότερο τρομαγμένοι επέστρεφαν και πάλι στις βάσεις τους, γιατί έχαναν όλο και περισσότερο τους συντρόφους τους.
Την τρίτη μέρα 18 Απριλίου 1917, αν και ο ίδιος ο Ταλίπ Τσαούς μπαίνει μπροστά και εξορμά στη σπηλιά δεν καταφέρνει να κάνει τίποτα εκτός από το να πληγωθεί και ο ίδιος στον ώμο δυο φορές. Την τέταρτη μέρα 19 Απριλίου 1917, απελπισμένος και τσακισμένος ο Ταλίπ Τσαούς αναγκάσθηκε να ζητήσει ενισχύσεις από το διοικητή της Πάφρας τον Μεχμέτ Αλή βέη, ο οποίος πήρε μαζί του από την Πάφρα ολόκληρο σύνταγμα και τρία ορεινά πυροβόλα και ξεκίνησε για το Οτ Καγιά του Νεπιέν Νταγ.
Στις 20 Απριλίου 1917, φθάνοντας μπροστά στα βράχια της Παναγίας περικύκλωσε την περιοχή σε ακτίνα δυο χιλιομέτρων και έδωσε εντολή στα πυροβόλα του να χτυπούν με πυκνούς κανονιοβολισμούς τις θέσεις των ανταρτών ολόγυρα στη σπηλιά. Τα κανόνια βρόντηξαν και πάλι για δυο ολόκληρες ώρες με σκοπό να τρομοκρατήσουν και να ακινητοποιήσουν τους αντάρτες. Οι οβίδες έσκαγαν ολόγυρα στο στόμιο της σπηλιάς και στα κοντινά βράχια. Έτρεμε η γης και ο βρόντος σκέπαζε κάθε άλλο θόρυβο. Μετά από το μπαράζ του πυροβολικού, ο Μεχμέτ Αλής σίγουρος πλέον για το αποτέλεσμα, διέταξε το σύνταγμά του να προχωρήσει και να εξορμήσει. Όμως οι εύστοχες βολές των ανταρτών αποδεκάτιζαν τους Τούρκους που ορμούσαν μπουλούκια κατά πάνω τους, για να τους ξετρυπώσουν από τα οχυρά τους.
Μετά από σκληρή και αιματηρή μάχη τριών και πλέον ωρών, οι Τούρκοι λύγισαν πάλι και οπισθοδρόμησαν. Οι αντάρτες τουφέκισαν όσους είχαν σκαρφαλώσει κοντά τους και κατόπιν κυνήγησαν τους άλλους που κατρακυλούσαν πανικόβλητοι χωρίς να δίνουν σημασία στις φωνές του διοικητή τους και των αξιωματικών τους.
Την επόμενη μέρα 21 Απριλίου 1917, επιχείρησε ο Μεχμέτ Αλής δεύτερη επίθεση με χειρότερα αποτελέσματα. Το μεσημέρι ερεύνησε για πολύ ώρα την περιοχή καβάλα στ’ άλογό του και στο τέλος βρήκε μια πιο κατάλληλη θέση για τα κανόνια του. Μια θέση από όπου θα μπορούσε να σκοπεύει στο στόμιο της σπηλιάς. Πρόσταξε να κουβαλήσουν και να τοποθετήσουν γρήγορα τα πυροβόλα εκεί και να αρχίσει αμέσως ο κανονιοβολισμός. Την ίδια στιγμή διέταξε να ετοιμασθεί και ο στρατός και σε λίγη ώρα ένα φοβερό κανονίδι τράνταξε τον τόπο. Τα τρία κανόνια με γυρισμένες τις κάννες τους στο στόχο τους ξερνούσαν τις οβίδες τους τη μια μετά την άλλη στο στόμιό της σπηλιάς.

Το τούρκικο σύνταγμα, οι τσανταρμάδες και τα άτακτα πλήθη των Τούρκων από τη γειτονική τουρκική κωμόπολη Τσασούρ με επικεφαλής τον αιμοβόρο Κελ Μπαΐρ, περικυκλώνουν τελικά τη σπηλιά και τους 80 υπερασπιστές της, μαζί και τα 700 γυναικόπαιδα που ήσαν κρυμμένα μέσα στη σπηλιά. Τους κάνουν πρόταση να παραδοθούν, μα αυτοί αρνούνται και αρχίζει τότε μια φοβερή και φονική μάχη, σώμα με σώμα γύρω από τη σπηλιά και σκοτώνονται 50 με 60 από τους υπερασπιστές της σπηλιάς. Τα βόλια των υπερασπιστών τελειώνουν και οι γενναίοι πολεμιστές καταλαβαίνουν πως τους εγκαταλείπουν πια οι σωματικές τους δυνάμεις. Μερικοί αυτοκτονούν όταν καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν παρά ένα βόλι και αυτό το στρέφουν καταπάνω τους για να μη παραδοθούν ζωντανοί στους Τούρκους. Αυτή εξάλλου ήταν και η εντολή του αρχηγού τους καπετάνιου Χατζηγιώργη Καραβασίλογλου. Αν χρειασθεί ακόμα και να αλληλοσκοτωθούν, αν κάποιος από κάποιο μεγάλο τραύμα δε μπορεί να αυτοπυροβοληθεί και να αυτοκτονήσει. Μένουν τελικά βαριά τραυματίες 15-20 αντάρτες και μέσα στη δύνη της μάχης εξαντλούν όλα τους τα βόλια και δεν υπάρχουν περιθώρια για να αυτοκτονήσουν. 
Τότε μόνο ο αρχικαπετάνιος Χατζηγιώργης σηκώνει το όπλο του, που στην άκρη είχε δεμένο ένα άσπρο μαντήλι ως σημείο παράδοσης και τούτο μόνο και μόνο για να μη φθάσουν οι Τούρκοι στη σπηλιά και ερευνήσουν για τα κρυμμένα γυναικόπαιδα,Όταν οι Τούρκοι πλησιάζουν τη σπηλιά για να συλλάβουν το γενναίο καπετάνιο, αυτός αυτοπυροβολείται και σκοτώνεται με την τελευταία σφαίρα που είχε κρατήσει μέσα στην κάννη του τουφεκιού του.
Οι Τούρκοι ανεμπόδιστοι πλέον σκαρφαλώνουν τα βράχια και πλησιάζουν το στόμιο της σπηλιάς και βλέπουν μπροστά τους τα πτώματα και μερικούς βαριά τραυματίες.
Η σπηλιά του Οτ Καγιά, δηλαδή το Μοναστήρι της Παναγίας της Μάαρα, βρίσκεται κοντά στο χωριό και σε υψόμετρο 1500 περίπου μέτρων και η μετάβαση σ’ αυτό μπορεί να γίνει μόνο από μια στενή ατραπό και με πολλές στροφές.
Στους πρόποδες του βουνού όπου είναι το Μοναστήρι του Οτ Καγιά, βρίσκεται και η τουρκική κωμόπολη Τσασούρ με 3.500 κατοίκους όλοι τους Τούρκοι.
Το Μοναστήρι είναι ένα στενόμακρο κατασκεύασμα και φαίνεται ένα μικρό κτίριο που και σήμερα ακόμη σώζονται τα τείχη του και που δε μπορεί το εσωτερικό του να χωρέσει περισσότερους από 30-40 επισκέπτες. Όμως στο βάθος του και σε κάποιο σημείο υπάρχει μια δίοδος, που οδηγεί σε μια μεγάλη σπηλιά που μπορεί να χωρέσει περισσότερους από 1000 ανθρώπους.
Αρκετοί Τούρκοι στρατιώτες μόλις μπήκαν μέσα στη σπηλιά του Οτ Καγιά και δε βρήκαν τον όγκο των γυναικόπαιδων άρχισαν με μανία να κομματιάζουν τις εικόνες που ήσαν εντοιχισμένες μέσα στη σπηλιά και  έφθασαν και στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας της Μάαρα. Για να τη θρυμματίσουν χρησιμοποίησαν μεγάλες πέτρες που τις κτυπούσαν πάνω στην εικόνα οπότε σε κάποια στιγμή μετακινήθηκε η πέτρινη πόρτα με την εικόνα της Παναγίας από το πολύ κτύπημα και την πίεση που δεχόταν και έτσι δημιουργήθηκε μια σχισμή και ένας δροσερός αέρας ερχόταν από το βάθος. Ανοίγοντας όλο και περισσότερο τη σχισμή και πιέζοντας τη μονοκόμματη πέτρα βρήκαν το άνοιγμα της σπηλιάς και τότε με έκδηλη χαρά ειδοποίησαν τον Μεχμέτ Αλή που ήταν έτοιμος να φύγει αφού είχε εξουδετερωθεί και η τελευταία αντίσταση.
 Όταν ο Μεχμέτ Αλή αντίκρυσε την είσοδο της σπηλιάς και τα εκατοντάδες γυναικόπαιδα μέσα στη σπηλιά, έδωσε εντολή να τα βγάλουν έξω από τη σπηλιά με τη βία και σε λίγα λεπτά η σπηλιά μεταβλήθηκε σε κόλαση. Φρικτές σκηνές βίας ξετυλίχθηκαν τότε μέσα στη σπηλιά, ατιμώσεις γυναικών και όργια και κάπου-κάπου και κάποια μαχαιριά σε κάποια νέα που αντιστεκόταν σε κάποιον Τούρκο που ήθελε να τη βιάσει. Κραυγές πόνου και σπαραγμού, η φρίκη σε όλη της την έκταση μέσα στη σπηλιά στην Ιερά Μονή του Οτ Καγιά χωρίς να έχει τελειωμό. Όμως, όπως είδαμε πιο πάνω, οι Παφραίοι αντάρτες δεν άφησαν να περάσει ατιμωρητεί η ατίμωση και η εν ψυχρώ δολοφονία αθώων γυναικόπαιδων και όταν τους δόθηκε η ευκαιρία εκδικήθηκαν τους νεκρούς του Οτ Κάγια, με την ολοσχερή καταστροφή της τουρκικής κωμόπολης Τσασούρ. Έτσι η εκδίκησή τους ήταν ολοκληρωτική και σκληρή.



Αχιλλέας Στ. Ανθεμίδης

Διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου Gottingen