Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΦΥΣΕΡΑ -ΚΑΖΑΣ ΠΛΑΤΑΝΩΝ . Μέρος 1ο

Ονομασία του χωριού
Η πλήρης ονομασία του χωριού είναι Φυσερά.[1] Στις πηγές απαντάται με δυο μορφές: α) Φυσερά και β) Φισερά, καθώς και με δύο άρθρα: α) η και β) το.[2]
Η ονομασία ετυμολογείται από το αρχαίο ουσιαστικό φύσα = πνοή, φύσημα και την κατάληξη –ερά.[3] Ως εκ τούτου, καθίσταται επικρατέστερη η πρώτη ονομασία. Ο κάτοικος του χωριού λεγόταν Φυσερέτες (πληθ. οι Φυσερέτ’).
Ως προσδιοριστικό της εθνικότητάς τους οι κάτοικοι του χωριού, όπως και όλοι οι Έλληνες του Πόντου και του Καυκάσου, χρησιμοποιούσαν τη λέξη Ρωμαίοι, Ρωμαίοι είμες. Τη διάλεκτό τους την ονόμαζαν Ρωμαίικα.

 
Φυσερά(Isiclar) περιοχής Πλατάνων (Akçaabat)

Γεωγραφία - τοπογραφία

Πρόκειται για χωριό με μικτό πληθυσμό, Έλληνες και Τούρκους, που κατοικούσαν σε δυο συνοικίες, μια ελληνική και μια τουρκική.
Βρισκόταν ανάμεσα στην Τραπεζούντα και τα Πλάτανα (αρχ. Ερμώνασσα, τουρκ. Akçaabat) σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας και νότια των Πλατάνων. Ήταν χτισμένο σε μια πλαγιά του Μπογάζ Καγιά, ύψωμα του όρους Καραπτάλ. Άλλο κοντινό βουνό ήταν το Ζιαρέτ.[4]
Δίπλα από τα τελευταία σπίτια του χωριού περνούσε ο ποταμός Καλάνεμα, που πήγαζε νοτιότερα κοντά στο χωριό Χάσκα.[5] Για να περνούν από τη μία συνοικία στην άλλη χρησιμοποιούσαν μια ξύλινη γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες. Ψηλότερα, από το όρος Μπογά Τεπέ ή Καλετζούκ (μικρό φρούριο), κατέβαινε ο ποταμός Κάζερα, παραπόταμος του Καλάνεμα, καθώς και μικρά ποταμάκια με αρκετά νερά από την περιοχή της Τόνιας (αρχ. Θοανία, τουρκ. Tonya). Τα νερά των παραποτάμων έπεφταν στον Καλάνεμα μετά τη Φυσερά.  Άλλο μεγάλο ποτάμι της περιοχής ήταν το Αχαντά.
Στα βόρεια του χωριού υπήρχαν υψώματα, κι έτσι από το χωριό δεν φαινόταν η Μαύρη Θάλασσα.
Για να μεταβεί κανείς στη Φυσερά, από τον παραλιακό δρόμο Τραπεζούντας – Πλατάνων (15 χμ.) και λίγο πριν τα Πλάτανα, κατευθυνόταν νότια παίρνοντας το δρόμο που ήταν παράλληλος με τον ποταμό Καλάνεμα.
Η Φυσερά απείχε 15 χιλιόμετρα από τα Πλάτανα, τρεις – τέσσερις ώρες με τα πόδια και από την Τραπεζούντα 5-6 ώρες.
Στην περιφέρεια Πλατάνων ανήκαν τα εξής ελληνικά ή μικτά, με Έλληνες και Τούρκους, χωριά:[6] Πλάτανα,[7] Ασόρ, Καλλιερά ή Καλλιγερά, Καλογεννά, Καρτσέα ή Καρτζέα, Μυρσίνη ή Μερσίνη, Στρουκί ή Στρουκιά, Φιζ και Φραγκουλάντων. Άλλα κοντινά ελληνικά χωριά ήταν:[8] Καλάνημα ή Καλάνεμα, Μακρυαινή,[9] Τσαβανά, Χαρακά, Χάψη και Χολομάνα.
Κοντινά τούρκικα χωριά ήταν τα εξής: Μουλά, Μουτσουρά σε απόσταση πέντε χμ. βορειοανατολικά, Χάτζκεϊ τρία χμ. δυτικά, Χόρωβη ή Χόροβα πέντε χμ. και Χτημένο ή Χτήμαινα. Το Χάτζκεϊ[10] ή Χάτζκα ή Χάσκα πριν το 1461 ήταν ελληνικό χωριό με την ονομασία Σταυρός.[11] Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων.
Σημειώνονται και τα τοπωνύμια Καγκέλια  και Κάζερα, χωρίς να προσδιορίζονται τοπικά,[12] καθώς και η τοποθεσία Μααζία όπου στάθμευαν καθ’ οδόν προς τα βοσκοτόπια.

Κλίμα

Το κλίμα της περιοχής[13] χαρακτηρίζεται από τις ήπιες θερμοκρασίες, τις πολλές βροχοπτώσεις, το σύντομο χειμώνα με λίγα χιόνια και το δροσερό καλοκαίρι. Το σχετικά μικρό υψόμετρο του χωριού, δεν επηρέαζε σημαντικά τις κλιματολογικές συνθήκες.

Διοίκηση

Το χωριό υπαγόταν στο Βιλαέτι Τραπεζούντας, στο Σαντζάκι Τραπεζούντας και Στον Καζά Πλατάνων. Είχε κοινότητα, με έδρα στην τουρκική συνοικία. Η ελληνική συνοικία εκπροσωπούνταν από τον πάρεδρο.
Πάρεδροι διετέλεσαν οι πιο δραστήριοι του χωριού, μεταξύ των οποίων και ο ιερέας Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, ο οποίος δραστηριοποιούνταν σε όλες τις υποθέσεις του χωριού και εκπροσωπούσε τους συγχωριανούς του στα δικαστήρια των  Πλατάνων.

 

Ιστορία του χωριού

Είχε διασωθεί στη μνήμη των κατοίκων πως παλαιότερα το χωριό κατοικούνταν από 300 οικογένειες. Ήταν χωρισμένο σε δυο ενορίες: του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Κωνσταντίνου. Την κατάληψη της Τραπεζούντας το 1461 από τους Τούρκους, ακολούθησαν βίαιοι εξισλαμισμοί, διώξεις και εξανδραποδισμοί του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Η Φυσερά υπέστη τις συνέπειες, με αποτέλεσμα να αποδεκατιστεί ο πληθυσμός της και να συρρικνωθεί ο οικισμός. Μια άλλη αιτία για την δραστική μείωση του πληθυσμού ήταν η πανούκλα (Γουρζουλάς) που ενέσκηψε στο χωριό, στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάληψη της Τραπεζούντας.
Τα εδάφη της παλιάς Φυσεράς, ανήκαν – πριν το Ξεριζωμό – στα χωριά Μουλά, Μουτσουρά, Χέτζικα, Χόροβα και Χτήμαινα.
Οι Φυσερέτ’ καλλιεργώντας τα χωράφια τους, τύχαινε πολλές φορές να βρίσκουν παλιά αντικείμενα, κομμάτια κεραμιδιών, λαξευμένες πέτρες, κ.ά. Βρέθηκαν επίσης και παλιά νομίσματα τα οποία ο Κωνσταντίνος Πουγαρίδης (έφτιαχνε ξυλόγλυπτα) παρέδωσε στη Μητρόπολη Τραπεζούντας.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το παρακάτω περιστατικό:[14] Μια γυναίκα θερίζοντας χόρτο κοντά σε ένα μεγάλο βράχο, λίγο μακρύτερα από το χωριό, βρήκε ένα λαγήνι όλο χρυσά και φορτώνοντάς το στην πλάτη, το μετέφερε στο σπίτι της. Ο πατέρας της είχε εμπορικό κατάστημα υφασμάτων στην Τραπεζούντα και ξόδεψε τα χρυσά για να επεκτείνει τις δουλειές του.
Πριν το 1845 το χωριό είχε 40 ελληνικές και τουρκικές οικογένειες, όμως κατόπιν εποικίσθηκε με οικογένειες που ήρθαν από τα χωριά Παπάρζα (οι Κεσιδαίοι), Μούζενα (5 οικ.) και Κουτουλά (5 οικ.).[15]

Πληθυσμιακά στοιχεία

Πριν το Ξεριζωμό είχε 60 ελληνικές οικογένειες, 350 περίπου άτομα και 50 τουρκικές. Οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ήταν πολύ καλές. Άλλωστε οι Τούρκοι του χωριού ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων και συμμετείχαν σε όλες τις θρησκευτικές δραστηριότητες των χριστιανών συγχωριανών τους.
Αναλυτικά οι Έλληνες κατοικούσαν: σε 3 σπίτια Δαμιανιδαίοι,[16]  4 σπίτια Κεσιδαίοι, 4 Κοσμιδαίοι, 4 Κουσιδαίοι, 5 Κωνσταντινιδαίοι (παλιό επώνυμο Χιονίδης), 4 Λιθοξοϊδαίοι  (Ταχτσόγλη), 2 Νοτιδαίοι, 1 Ποζίδης, 6 Πουγαριδαίοι, 1 Σαββίδης, 1 Σελεμίδης, 6 σπίτια Σιδηροπουλαίοι και 1 σπίτι Συμεωνίδης.
Στο χωριό κατοικούσαν και 13 Ρώσοι, που έμειναν στην περιοχή μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 - 78. Οι 10 από αυτούς παντρεύτηκαν τουρκάλες και εξισλαμίστηκαν, ενώ οι 3 παντρεύτηκαν ελληνίδες και έμειναν στην ελληνική συνοικία.
Όλοι οι κάτοικοι, Έλληνες και Τούρκοι, μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και την τουρκική γλώσσα.

Εκκλησίες – ξωκλήσια

Στην άκρη της ελληνικής συνοικίας (μαχαλάς) και προς την τουρκική, βρισκόταν ο παλιός ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος από πελεκητή πέτρα και στέγη αποτελούμενη από λίθινες πλάκες. Ήταν από τους παλαιότερους ναούς της δυτικής περιφέρειας Τραπεζούντας και το χτίσιμό του ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια (12ος – 13ος αι.). Ήταν σταυροειδής με τρούλο και το εσωτερικό του ήταν διακοσμημένο με αγιογραφίες.[17]
Την παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου συνόδευε κι ένας θρύλος. Λεγόταν πως η παλιά Εκκλησιαστική Επιτροπή -  το 1880 περίπου - είχε κρύψει πάνω από το υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου έναν θησαυρό. Η ύπαρξη του θησαυρού οδήγησε εκεί χρυσοθήρες, οι οποίοι τον πήραν κι έτσι τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι διηγούνταν το χρονικό αυτής της υπόθεσης.
Υπάρχει και σχετικός θρύλος που συνοδεύει το χαμένο αυτό θησαυρό. Στα χέρια Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης είχε πέσει ένα σχέδιο – χάρτης . (Στην Πόλη υπήρχαν και πολλοί Φυσερέτες και ενδεχομένως η ύπαρξη θησαυρού στη Φυσερά να γνωστοποιήθηκε μέσω αυτών.) Ήρθαν ένα βράδυ στο χωριό δυο καβαλάρηδες και πήγαν στον ιερέα του χωριού. "Θα σας δώσουμε" είπαν "χόρτα για τα ζώα σας και αφήστε μας να μείνουμε μέσα στην παλιά εκκλησία." Το πρωί έφυγαν χωρίς να χαιρετήσουν κανέναν και αυτό κίνησε την περιέργεια των χωρικών. Όταν πήγαν στην εκκλησία, είδαν πως επάνω από την κεντρική είσοδο ήταν σκαμμένος ο τοίχος και υπέθεσαν πως εκεί υπήρχε λαγήνι με λίρες, το οποίο πήραν οι επισκέπτες.
Η εκκλησία του χωριού ήταν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, δίπλα στο σχολείο, όπως άλλωστε συνήθιζαν σε όλα σχεδόν τα ελληνικά χωριά του Πόντου. Ιερέας τα τελευταία χρόνια πριν το Ξεριζωμό ήταν ο Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος και ο γιος του Γεώργιος Σιδηρόπουλος.
Το ξύλινο τέμπλο της εκκλησίας ήταν έργο του τεχνίτη Κωνσταντίνου Πουγαρίδη, φτιαγμένο από ξύλο «καστανόχρωμης καρυδιάς» που επιδεχόταν καλλωπισμό. Ο τεχνίτης χρησιμοποιούσε σχεδόν πάντα το ίδιο ξύλο μιας και μπορούσε πάνω σ’ αυτό να φτιάξει καλαίσθητα και πρωτότυπα ξυλόγλυπτα.


Στα υψώματα γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά εξωκλήσια. Στα σύνορα με το μικτό χωριό Δανείαχα (Δανίγιαχα) και το τουρκικό Κουσερά, ήταν το εξωκλήσι του Αεπαντελεήμονα . Στο ανατολικό ύψωμα του χωριού, στη θέση Παλαιά Καλύβια υπήρχε εξωκλήσι του Αγεωργή, όπου πανηγύριζαν την ημέρα της γιορτής του Έλληνες και Τούρκοι.[18] Σε μια δασώδη και γραφική περιοχή του βουνού Καρά Νταγ ήταν το ερειπωμένο εκκλησάκι της Μεγαλομάρτυρος Κυριακής. Σε άλλη τοποθεσία ήταν το εξωκλήσι της Αναλήψεως.