Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Ο «ρεαλισμός» δεν κερδίζει πάντοτε.

Μητροπολίτης Χρύσανθος
Στον Πόντο οι κάτοικοι άρχισαν να ξαναβγαίνουν στο βουνό. Τον Απρίλιο του 1920 ελληνική πηγή υπολόγιζε τους αντάρτες στη Σαμψούντα σε 4.000, αλλά σημείωνε ότι είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, υπόμνημα της Επιτροπείας Ποντίων προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού, στην Αθήνα, ανέφερε ότι στην περιοχή της Σαμψούντας υπήρχαν 4.000 οπλισμένοι Ρωμιοί, οι οποίοι απασχολούνταν σε ειρηνικά έργα, αλλά ήταν έτοιμοι να συγκροτήσουν ανταρτικά σώματα. Επίσης, αναφέρονταν 4-5.000 εμπειροπόλεμοι, που είχαν πολεμήσει κατά του τουρκικού στρατού, αλλά μετά την ανακωχή πούλησαν τα όπλα τους και επιδόθηκαν στα «ίδια αυτών έργα». Ωστόσο, δεν υπήρχε ενιαία ηγεσία των ανταρτών. Τον Ιούλιο σημειώθηκαν έριδες μεταξύ των πολλών οπλαρχηγών. Αλλά δεν ήταν οι μοναδικές έριδες στο ποντιακό στρατόπεδο. Την ίδια εποχή (Ιούλιος 1920) συγκρούσεις σημειώνονται και στις οργανώσεις των Ποντίων στην Κωνσταντινούπολη και το Βατούμ. Η αποτυχία όλων των προσπαθειών καθιστούσε υπόλογους όλους όσοι είχαν χειριστεί το πρόβλημα.
Σε ένα νέο υπόμνημά του ο Χρύσανθος αρνήθηκε για μία ακόμη φορά την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία. Ισως η κίνηση αυτή -το καλοκαίρι του 1920- να διευκόλυνε την τελική στροφή προς τη συνεννόηση με τους Τούρκους και την εξεύρεση λύσης στο εσωτερικό του τουρκικού κράτους. Στην Κωνσταντινούπολη ο μητροπολίτης Γερμανός διαπραγματευόταν με αντικεμαλικούς, ενώ στην Τραπεζούντα και τη Ματσούκα έγιναν συναντήσεις χριστιανών και μουσουλμάνων προκρίτων. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Ηδη είχαν σχηματισθεί μουσουλμανικές («τουρκικές») οργανώσεις με σκοπό να αποτρέψουν την ίδρυση «κυβέρνησης των Ρωμιών» στον Πόντο, που έστελναν και εκείνες υπομνήματα στους «μεγάλους» και περιέγραφαν τα δικαιώματά τους στην περιοχή.
Ορισμένες εκδηλώσεις βίας σε βάρος τους και κυρίως ο φόβος της επιστροφής των μεταναστών -που θα προκαλούσε ζήτημα αναδιανομής των περιουσιών-, καθώς και ο εξελισσόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος πύκνωσαν τις τάξεις των «επιτροπών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων» των μουσουλμάνων του Πόντου.
Ματθαίος Κωφίδης
Ο Χρύσανθος δεν επέστρεψε ποτέ στην επαρχία του, η οποία είχε ήδη καταληφθεί από τα κεμαλικά στρατεύματα. Κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τελούσε υπό συμμαχική κατοχή. Στο μητροπολιτικό μέγαρο της Τραπεζούντας ενεργήθηκε έρευνα και κατασχέθηκε ολόκληρη η αλληλογραφία του, η οποία στοιχειοθετούσε αποδεικτικό υλικό για να παραπεμφθούν όλοι οι συνεργάτες του με την κατηγορία ότι επιχείρησαν να αποσπάσουν με τη βία τμήμα της τουρκικής επικράτειας. Οι πρόκριτοι εξορίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Ο ρωμαίικος πληθυσμός που είχε απομείνει διατάχθηκε να αναχωρήσει στο εσωτερικό εγκαταλείποντας κινητή και ακίνητη περιουσία.
Τον Δεκέμβριο του 1921 ο Χρύσανθος είχε σταλεί στο Λονδίνο από την κυβέρνηση Γούναρη, προκειμένου να πείσει τους Αγγλικανούς επισκόπους ότι η εκλογή του (βενιζελικού) Μελετίου Μεταξάκη στον πατριαρχικό θρόνο ήταν παράνομη. Εκεί έμαθε ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τουρκικό «Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας», όπως και πολλοί πρόκριτοι, οι οποίοι και εκτελέστηκαν. Μαζί και ο Κωφίδης, ο πρώτος Πόντιος βουλευτής στο οθωμανικό Κοινοβούλιο. Ο «ρεαλισμός» δεν κερδίζει πάντοτε.