Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Οι Νεότουρκοι

Στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, οι σύνδεσμοι, οι ενώσεις και οι εταιρίες που συσπείρωναν τους δυσαρεστημένους από την πολιτική και τη διακυβέρνηση του Αβδούλ Χαμήτ Β’ συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους και διαμόρφωσαν ένα κίνημα το οποίο καταγράφηκε στην Ιστορία ως οι «Νεότουρκοι». 
Στις τάξεις τους υπήρχαν κάθε είδους διανοούμενοι και στελέχη του κρατικού μηχανισμού ή της άρχουσας τάξης. Υπήρχαν όμως και πάρα πολλοί αξιωματικοί, ιδιαίτερα του στρατού που βρισκόταν στα Βαλκάνια, γεγονός που έδινε στην κίνηση ισχυρό κύρος και πραγματική πολιτική δύναμη. Pραγματικά, τον Ιούλιο του 1908, όταν κινήθηκαν στρατιωτικές μονάδες κάτω από το συντονισμό επιφανών αξιωματικών όπως ο Ενβέρ και ο Νιαζί, ο σουλτάνος έσπευσε να ενδώσει σε όλες σχεδόν τις απαιτήσεις τους.
 Το Σύνταγμα που είχε καταργηθεί εδώ και τριάντα χρόνια επανήλθε σε ισχύ και προκηρύχθηκαν εκλογές στις οποίες όλοι, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, θρησκεία και έθνος, μπορούσαν να πάρουν μέρος.
Άρθρο του Αμερικανού πρώην πρεσβευτή Χένρι Μοργκεντάου στην «Independent» (28 Φεβρουαρίου 1920)

Πριν τελειώσει ο Ιούλιος, όλες οι πολυεθνικές πόλεις και επαρχίες της Αυτοκρατορίας πανηγύριζαν για το τέλος της απολυταρχίας στο όνομα «της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης και της δικαιοσύνης». Θα νόμιζε κανείς ότι ζούσε ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Στην πραγματικότητα, η θεαματική αυτή μεταστροφή των όρων του πολιτικού συστήματος δρομολόγησε βαθιά ανατρεπτικές διεργασίες σε ολόκληρο το οθωμανικό κράτος. 
Η διαδικασία ήταν απλή και την έχουμε συναντήσει πολλές φορές στην Ιστορία κάθε φορά που ένα πολυεθνικό κρατικό μόρφωμα επιχειρεί να διασφαλίσει τη συνοχή του μέσα από κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι επιμέρους πολιτιστικές, θρησκευτικές, κοινωνικές σε τελευταία ανάλυση ηγεσίες μετατρέπονται σε πολιτική εκπροσώπηση των «δικών τους ανθρώπων», του δικού τους έθνους. Οι «κοινοτικές» ηγεσίες γίνονται εθνικές, αν θέλουμε να το εκφράσουμε αλλιώς. Με τον τρόπο αυτό, αντί να διασφαλιστεί η ενότητα του πολυεθνικού μορφώματος, διαμορφώνονται τα εργαλεία της διάλυσής του.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες το τοπίο άλλαζε ριζικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έλληνες, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Κούρδοι, Άραβες, Αλβανοί απέκτησαν εθνικούς εκπροσώπους, οι οποίοι σχεδόν αμέσως προώθησαν αιτήματα που μάλλον «εθνικά» ήσαν. Οι πληθυσμοί που ως τότε θεωρούνταν «αλύτρωτοι» από τις εθνικές τους κοιτίδες και πρωτεύουσες είχαν πλέον επίσημους εκπροσώπους που το δήλωναν κιόλας. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία για τους προξένους των Δυνάμεων, οι οποίοι αμέσως ανέλαβαν έργο «διαμεσολαβητή», παρεμβαίνοντας με τρόπο προκλητικό σε υποθέσεις που θεωρητικά αφορούσαν μόνο το οθωμανικό κράτος.
 Ακόμα και οι πρόξενοι των «μικρών» δημιουργούσαν τη δική τους επικράτεια στον οθωμανικό χώρο. Τα προξενεία της Βουλγαρίας ή της Ελλάδας έγιναν κέντρα «συγκυβέρνησης», καθώς πλέον σε αυτά αναφέρονταν οι νεόκοποι «εθνικοί εκπρόσωποι». Όλες οι εκκρεμότητες από τον καιρό της Συνθήκης του Βερολίνου και μετά λύθηκαν μονομιάς σε βάρος της Κωνσταντινούπολης. Η Βουλγαρία έγινε ανεξάρτητη, η Κρήτη έφθασε ένα βήμα πριν από την ένωση με την Ελλάδα, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη προσαρτήθηκε στην Αυστροουγγαρία. Τα χειρότερα ήταν μπροστά.
Η Επιτροπή Ένωσης και προόδου -το νεοτουρκικό κίνημα- προσπάθησε να ελιχθεί μέσα σε αυτό το εχθρικό και, σε μεγάλο βαθμό απρόσμενο για τους ίδιους, περιβάλλον. πολύ γρήγορα οι εκκλήσεις για «τάξη» και για «πάταξη της αναρχίας» αντικατέστησαν τις φιλελεύθερες αρχικές διακηρύξεις. Τα γεγονότα του Μαρτίου - Απριλίου 1909 ριζοσπαστικοποίησαν τις θέσεις των επαναστατών. Στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη του παλαιού καθεστώτος επιχείρησαν αντεπανάσταση στην Κωνσταντινούπολη, έδιωξαν τους «νεότουρκους» στην ισχυρή τους βάση, τη Θεσσαλονίκη, και επιχείρησαν με αιματηρό τρόπο να επαναφέρουν τα πράγματα εκεί όπου βρίσκονταν μερικούς μήνες νωρίτερα. Ο στρατός της Μακεδονίας και της Θράκης παρέμεινε πιστός στο Νεοτουρκικό Κομιτάτο και ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του.
 Ο Αβδούλ Χαμήτ Β’ εκθρονίστηκε, οι πρωτεργάτες της αντεπανάστασης απαγχονίστηκαν δημόσια και η «Ενωση και Πρόοδος» μπήκε στην πλέον ριζοσπαστική της φάση.
Μέσα σε κλίμα σφοδρών συγκρούσεων στην κορυφή, προωθήθηκαν εκρηκτικές μεταρρυθμίσεις στη βάση. Η πλέον καταλυτική από αυτές ήταν η -αυτονόητη στις νέες συνταγματικές συνθήκες· στράτευση των χριστιανών, των Εβραίων και άλλων αλλόθρησκων ή αλλοεθνών υπηκόων της Αυτοκρατορίας στον οθωμανικό στρατό. Η άρνηση του μέτρου και η αντίδραση σε αυτό υπήρξαν σχεδόν καθολικές. Όσοι ως τότε εξαιρούνταν της στρατιωτικής θητείας έκαναν ό,π περνούσε από το χέρι τους για να αποτρέψουν αυτή την εξέλιξη. Όταν οι μηχανισμοί του στρατού επιχείρησαν να την επιβάλουν, τότε η επικράτεια γέμισε ανυπότακτους και, ενίοτε, όταν τα μέτρα έγιναν υπερβολικά πιεστικά, ένοπλους αντάρτες στα βουνά. Όσοι τελικά στρατεύονταν, μη μπορώντας να κάνουν αλλιώς, ήσαν στρατιώτες απόλυτα αναξιόπιστοι, τελείως ακατάλληλοι για μάχιμες μονάδες. Έτσι γεννήθηκαν τα Τάγματα Εργασίας, τα «Αμελέ Ταμπουρού» τα οποία θα γίνονταν διάσημα στη διάρκεια του επόμενου Παγκόσμιου Πολέμου.
 Αρμένισα κακοποιημένη από τους Τούρκους και με γράμματα πάνω στο σώμα της σε σχήμα σταυρού. Φωτογραφία του 1915
Στα 1911, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του μέτρου της στρατολογίας, η Αλβανία αποστάτησε ζητώντας την ανεξαρτησία της. Μέσα στη γενικευμένη κρίση η Ιταλία επιτέθηκε στη Λιβύη και ξεκίνησε ένας μακρόχρονος πόλεμος που κράτησε ένα χρόνο (Οκτώβριος 1911-1912) και που οδήγησε τον ιταλικό στρατό στα Δωδεκάνησα και τον ιταλικό στόλο στις πύλες των Δαρδανελίων. Τον Οκτώβριο του 1912 τα μικρά βαλκανικά κράτη συνασπίστηκαν και σε δύο Βαλκανικούς Πολέμους -ενάντια στην Υψηλή Πύλη από κοινού και κατόπιν ενάντια στους προηγούμενους συμμάχους τους- αναδιαμόρφωσαν τα Βαλκάνια μακριά πλέον από την εξουσία του όποιου σουλτάνου.
Οι πόλεμοι προκάλεσαν νέα μεγάλα κύματα προσφύγων ενώ, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, συνοδεύτηκαν από αμέτρητες πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες σφαγών, βασάνων και εξευτελισμών σε βάρος των μουσουλμανικών πληθυσμών. Το κλίμα που δημιουργήθηκε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πάλι οι μουσουλμάνοι επίστρατοι -βασικά οι μονάδες των κληρωτών που συγκρότησαν οι αγρότες της Ανατολίας- ματώθηκαν στα αμέτρητα πεδία των μαχών ή πέθαναν από τις στερήσεις και τις αρρώστιες -τη χολέρα και τον τύφο - σε απερίγραπτα στρατόπεδα αιχμαλώτων, οδήγησε σε σκλήρυνση την οθωμανική κοινωνία, που πλέον γινόταν με ταχείς ρυθμούς τουρκική κοινωνία. Οι πολιτικές και στρατιωτικές αποτυχίες οδήγησαν ταυτόχρονα σε σκλήρυνση στην κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας και σε διαδοχικές αιματηρές εκκαθαρίσεις κυβερνητικών αξιωματούχων και κρατικών στελεχών. 
Τελικά μια τριανδρία, προερχόμενη από την ηγεσία των Νεοτούρκων, οι Εμβέρ, Τζεμάλ και Ταλάτ, σταθεροποίησε την πολιτική της θέση τον Μάιο του 1914, πατώντας, κυριολεκτικά, πάνω στα πτώματα των εχθρών της. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πλέον έτοιμη να πεθάνει για ν’ αναγεννηθεί ως Τουρκία.
Στις 24 Νοεμβρίου 1914 ο σουλτάνος Μεχμέτ ο Ε’ -που παρεμπιπτόντως κρατούσε και τον τίτλο του Χαλίφη-ηγέτη των Πιστών- κήρυξε «Ιερό Πόλεμο» ενάντια στις δυνάμεις της Αντάντ και η Τουρκία μπήκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Ο πόλεμος αυτός, με όσα προηγήθηκαν και όσα τον ακολούθησαν -μέσα στην τρομερή δωδεκαετία 1911-1923-, αποτέλεσε τη γενέθλια πράξη της Τουρκίας.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ