Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Διοίκηση Χρύσανθου στην Τραπεζούντα

Στα τέλη του 1914 ο οθωμανικός στρατός εισέβαλε στη Ρωσία. Στις 17.1.1915 η οθωμανική Τρίτη Στρατιά αντιμετώπισε κοντά στο Καρς τη ρωσική Στρατιά του Καυκάσου και υπέστη βαρύτατη ήττα, μετά την οποία ο ρωσικός στρατός εισήλθε στο οθωμανικό έδαφος.
 Στις 29.5.1915 η οθωμανική κυβέρνηση εξέδωσε το διάταγμα «Sevk ve iskan Kanunu», το οποίο προέβλεπε τη βίαιη εκτόπιση στη Συρία των επαναστατημένων Αρμενίων. Η εκτόπιση πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες που προεξοφλούσαν την εξόντωση των εκτοπισθέντων. Ο αριθμός των θυμάτων -πέρα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις- ήταν τεράστιος, ως τάξη μεγέθους ανήλθε σε εκατοντάδες χιλιάδες.
Το ίδιο διάταγμα εφαρμόστηκε και για το μαζικό εκτοπισμό των Ρωμιών του Πόντου στο εσωτερικό της χώρας. Ο εκτοπισμός πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που προκάλεσε αναλόγως μεγάλο αριθμό θυμάτων και συνεχίστηκε επισήμως μέχρι τις 8.2.1916, οπότε έληξε τυπικώς η ισχύς του διατάγματος. Ωστόσο, οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και ο υποσιτισμός μαζί με τις ασθένειες αποδεκάτισαν τους εκτοπισθέντες.
Ο μητροπολίτης Χρύσανθος υποδέχεται στην Τραπεζούντα τον Μεγάλο Δούκα Νικόλαο Νικολάγιεβιτς, επικεφαλής των ρωσικών στρατευμάτων.

Αφού κατέλαβε το Ερζερούμ, τον Απρίλιο του 1916 ο ρωσικός στρατός βάδισε προς την Τραπεζούντα. Ο οθωμανικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και παρέδωσε τη διοίκηση σε τοπική επιτροπή Ρωμιών, υπό το μητροπολίτη Χρύσανθο. Η επιτροπή αυτή αναγνωρίστηκε από το ρωσικό στρατό και άσκησε διοίκηση καθ’ όλη τη διάρκεια της ρωσικής κατοχής. Ετσι, επί δύο περίπου χρόνια λειτούργησε ένα κρατικό μόρφωμα με ελληνική διοίκηση. Την άνοιξη του 1917 ο Χρύσανθος υπέβαλε υπόμνημα στην ελληνική και τη ρωσική κυβέρνηση, με το οποίο ζήτησε τη μονιμοποίηση αυτού του καθεστώτος, δηλαδή την προσάρτηση της επαρχίας Τραπεζούντας στο ρωσικό κράτος, υπό καθεστώς αυτοδιοίκησης. Η προσωρινή του διοίκηση είχε διατηρήσει τις ισορροπίες με το μουσουλμανικό πληθυσμό, καθιερώνοντας μικτά διοικητικά όργανα και δικαστήρια.
 Επίσης, η προσωρινή διοίκηση ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την περίθαλψη Ρωμιών προσφύγων που συνέρρεαν στην Τραπεζούντα, κυρίως από την επαρχία Χαλδίας, καθώς και μουσουλμάνων που διώχτηκαν από το ρωσικό στρατό.
Το αίτημα του Χρύσανθου για την προσάρτηση της Τραπεζούντας στη Ρωσία θα μπορούσε ίσως να έχει συνέχεια, λόγω της κατοχής της περιοχής από το ρωσικό στρατό, αλλά δεν είχε λόγω των πολιτικών μεταβολών στη Ρωσία. Τον Ιανουάριο του 1918 η προσωρινή κυβέρνηση της Ρωσίας εκκένωσε τα κατεχόμενα εδάφη. Ο ανατολικός Πόντος ανακτήθηκε από τον οθωμανικό στρατό. Ο Οθωμανός στρατηγός αναγνώρισε το διοικητικό έργο του Χρύσανθου, καθώς και την καλή στάση του απέναντι στους μουσουλμάνους και έδωσε εντολή να μη γίνουν βιαιοπραγίες, αλλά στην πραγματικότητα συμμορίες ατάκτων έκαψαν χριστιανικά χωριά.
 Τότε, περίπου τριακόσιοι άντρες σχημάτισαν ένοπλες ομάδες στην περιοχή της Τραπεζούντας. Αυτή είναι η εικόνα που παραδίδει ο Χρύσανθος. Σύμφωνα όμως με τον Καθενιώτη, με την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων, μετακινήθηκε σε ρωσικό έδαφος ολόκληρος ο αστικός πληθυσμός της Τραπεζούντας και παρέμειναν σε αυτήν μόνον 5.000-6.000 Ρωμιοί, που προέρχονταν από το εσωτερικό.
Τους μήνες Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1918, ηγέτες των Νεότουρκων είχαν συνεννοήσεις στην Τραπεζούντα με τους ηγέτες των Γεωργιανών. Συνάντηση μαζί τους είχε και ο Χρύσανθος: «Μετά των επανελθουσών εις Τραπεζούντα τουρκικών αρχών και μετά του νέου βαλή Τραπεζούντος Σουλεϊμάν Νετζμή βέη ανασυνέδεσεν η μητρόπολις Τραπεζούντος τας παλαιάς σχέσεις και την αρμονικήν περί πάντων συνεργασίαν, και μετά κοινού περί της χώρας ενδιαφέροντος και στοργής συνεζήτει ο αρχιερεύς Τραπεζούντος (...) περί της μετά την λήξιν του Παγκοσμίου Πολέμου διά της συνεργασίας των δύο λαών, ελληνικού και μουσουλμανικού, αποκαταστάσεως και προαγωγής της κοινής πατρίδος»
Μέχρι το τέλος του πολέμου, η αντίληψη της «κοινής πατρίδος» διατηρήθηκε στον ανατολικό Πόντο.