Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Ακόμα θυμάμαι τις κραυγές αυτής της γυναίκας που έφτασε τρέχοντας στο σπίτι μας.
«Παρθένα! Παρθένα!» Η Μητέρα ήταν στην κουζίνα και ετοίμαζε το μεσημεριανό. Τα ξέφρενα χτυπήματα στην πόρτα μας την έκαναν να τιναχτεί αναστατωμένη.
«Παρθένα!» είπε η γυναίκα όταν άνοιξε η Μητέρα την πόρτα. «Έχουν πάρει τον Λάμπο».
Τα μάτια της μητέρας μου άνοιξαν διάπλατα και ο ολοφάνερος φόβος στη φωνή της τράβηξε και τη δική μας προσοχή.
«Ποιος πήρε τον Λάμπο;» έβαλε τις φωνές η μητέρα μου.
«Οι στρατιώτες. Έχουν πάρει όλους τους άντρες που μπόρεσαν να βρουν, τους βάλαν στη γραμμή και τους πήραν μακριά».
Χωρίς να περιμένει να ακούσει άλλες λεπτομέρειες, η Μητέρα την έσπρωξε και βγήκε από το σπίτι. Ακόμα κρατούσε στο χέρι της το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε για να κόβει τα λαχανικά. Κατέβηκε τρέχοντας το δρόμο προς το κέντρο του χωριού και εμείς τρέξαμε από πίσω της.
Sano and Thea Halo in 1989

«Λάμπο!» φώναξε, κοιτάζοντας γύρω γύρω απεγνωσμένη. «Λάμπο!» Αλλά και οι άντρες και οι στρατιώτες είχαν φύγει.
Γυναίκες του χωριού έτρεχαν παντού, κλαίγοντας και φωνάζοντας.
«Πού τους πήγαν;» φώναξε η Μητέρα.
«Σε στρατόπεδο εργασίας», είπε μια γριά μέσα από τους λυγμούς της. Έτριψε τα μάτια της με την ποδιά της και φώναξε προς τον ουρανό. «Έχουν πάρει το γιο μου. Θα τον σκοτώσουν εκεί. Θα τον σκοτώσουν».
«O άντρας μου είχε πάει σε ένα τέτοιο στρατόπεδο», είπε μια άλλη γυναίκα. «Είναι αλήθεια. 0 άντρας μου ήταν πολύ αδύναμος όταν το ’σκάσε. Ούτε φαγητό είχαν ούτε ένα μέρος της προκοπής να κοιμούνται».
Όταν είχαν πάρει τον άντρα της, αυτή η γυναίκα στεκόταν κάθε μέρα στην άκρη του δρόμου και τον περίμενε να γυρίσει. «Θα φτιάξω ένα καινούργιο ρούχο για εκείνον που θα έρθει να μου πει πρώτος ότι ο άντρας μου γύρισε σπίτι», είχε πει. Και μια μέρα, να τος φάνηκε να ανηφορίζει στο δρόμο. Έτρεξα να της το πω, ελπίζοντας ότι θα ήμουν η πρώτη που θα της έφερνα τα καλά μαντάτα.
«Αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει», είπε η Μητέρα. «0 πόλεμος έχει τελειώσει».
Κάθε μέρα περιμέναμε και εμείς ότι θα τον δούμε να στέκεται στην πόρτα, αλλά κάθε μέρα περνούσε όπως ακριβώς και η προηγούμενη. Όλο και πιο συχνά, ο Παππούς κατέβαινε στο εργαστήρι του στην τουρκική πόλη στους πρόποδες του βουνού. Το σπίτι ήταν πιο ήσυχο χωρίς την παρουσία τους. Καμιά φορά, πήγαινα και στεκόμουν έξω από το μαγαζί τους ελπίζοντας ότι θα άκουγα το γνωστό κουδούνισμα που κάνει το μέταλλο, «κλινκ, κλινκ, κλινκ», όταν το χτυπάει άλλο μέταλλο. Ή το «γους, αχχχχ, γους» που κάνουν τα τεράστια φυσερά. Και όταν έβλεπα ότι πάντα μόνο σιωπή έβγαινε από κει, έμπαινα ήσυχα μέσα και έκλεινα τα μάτια μου. Τα άνοιγα απότομα και έλπιζα ότι θα έβρισκα όρθιο εκεί τον πατέρα μου να κρατάει ένα πέταλο ή κάποιο εργαλείο, το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο από τη δυνατή φωτιά, ενώ ο Παππούς θα δούλευε με δύναμη τα φυσερά που θα ζωντάνευαν με θόρυβο τη φωτιά.
Όταν είχαν περάσει λίγοι μήνες από τότε που πήραν τον Πατέρα, πήγα στο μύλο με τη φίλη μου τη Μαριγούλα για να αλέσουμε το σιτάρι. Δεν είχαμε χρόνο να σταματήσουμε, ούτε και για να πενθήσουμε γιατί θα ερχόταν ο χειμώνας και θα μας έβρισκε απροετοίμαστους.
Ο μύλος είχε πολύ κόσμο. Κάτσαμε στον ήλιο, κουλουριασμένες για να μην κρυώνουμε και περιμέναμε τη σειρά μας. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον κρύο πέτρινο τοίχο του μύλου και άκουγα το νερό που έτρεχε και κατρακυλούσε, καθώς ο τεράστιος ξύλινος τροχός γυρνούσε γύρω γύρω δεχόμενος το νερό και χύνοντάς το πάλι. Μέσα στο μύλο, μια μεγάλη στρογγυλή και επίπεδη πέτρα ήταν πάνω από μια άλλη όμοιά της. Και αυτές γυρνούσαν, τρίβοντας η μια την άλλη.
«Δε θα ήταν ωραία αν μπορούσαμε να καθίσουμε σε ένα από αυτά τα δοχεία του νερού στο μύλο και να αρχίσουμε να γυρνάμε και εμείς γύρω γύρω;» ρώτησε η Μαριγούλα και χαμογέλασε. Ζάρωσε τα μάτια της και το μικρό κενό που άφηνε ένα δόντι που έλειπε ανάμεσα στα χείλη της έδινε στο πρόσωπό της ένα γλυκό, διαβολικό ύφος με μια πρόσθετη δόση ζαβολιάς.
«Ναι. Θα ήταν πράγματι ωραία», είπα.
«Γύρισε ο πατέρας σου;» μου φώναξε μια γυναίκα από τη θέση της κοντά στη μυλόπετρα.
Έγνεψα με το κεφάλι μου. Όχι. Δεν είχε επιστρέφει ακόμα και οι ελπίδες μας λιγόστευαν ολοένα και περισσότερο με την κάθε μέρα που περνούσε. « Τς, Τς », έκανε η γυναίκα με τα χείλη της και κούνησε το κεφάλι της. Μετά, συνέχισε να δουλεύει στη μυλόπετρα. Σήκωσε το στρίφωμα της φούστας της και το έπιασε στη μέση της για να μην την εμποδίζει. Η παχουλή της σάρκα ξεχείλιζε από την ποδιά της καθώς έχυνε το σιτάρι σε μια τρύπα κοντά στο κέντρο της μεγάλης πέτρας που ήταν από πάνω. Το αλεσμένο σιτάρι έπεφτε μετά σε ένα λούκι στην έξω άκρη και κατέληγε στον ανοιγμένο σάκο της, Σιγοτραγουδούσε την ώρα που δούλευε και οι αποτελεσματικές κινήσεις της αποκάλυπταν τη μεγάλη της πείρα στη δουλειά αυτή. Και άλλες γυναίκες γυρνούσαν μέσα στο μύλο με τα παιδιά τους να κρέμονται απ’ τις ποδιές τους. Ο Παππούς και οι γιοι του είχαν χτίσει αυτό το μύλο και τον χρησιμοποιούσαν όλοι όσοι ήθελαν. Εγώ ένιωθα πολύ περήφανη όταν έβλεπα τους γερούς του τοίχους και τον γιγαντιαίο μαγικό τροχό του.
Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, ο αέρας είχε γίνει ξανά ψυχρός. Πήγα στο τζάκι για να ζεστάνω τα κρύα χέρια και πόδια μου. Η Μητέρα πήρε το σάκο με το αλεσμένο αλεύρι και το έχυσε μέσα στο μεγάλο ξύλινο βαρέλι που χρησιμοποιούσε για να ζυμώνει. Σχημάτιζε ένα βουνό από αλεύρι γύρω από μια τρύπα στην άκρη του βαρελιού. Όση ζύμη είχε περισέψει από την προηγούμενη φορά μούλιαζε ήδη σε ζεστό νερό για να μαλακώσει και θα τη χρησιμοποιούσε για να φουσκώσει η καινούργια.
Σιγά σιγά έβρεχε την τρύπα με το νερό της ζύμης και έσπρωχνε λίγο λίγο το αλεύρι δουλεύοντάς το με τα χέρια της. Και πάλι, έβαζε νερό προσθέτοντας κάθε φορά και λίγο αλεύρι μέχρι που τελείωνε και το αλεύρι και το νερό. Έφτιαχνε μια μεγάλη μπάλα ζύμης που θα έφτανε ακόμη και για δώδεκα καρβέλια. Στο τέλος, έβαζε και την περισσευούμενη ζύμη και τη δούλευε και αυτή με τα χέρια της. Μετά, τη σκέπαζε και την άφηνε να φουσκώσει σε κάποιο ζεστό σημείο του σπιτιού.
Ήταν η σειρά της Μητέρας να ανάψει το φούρνο. Μαζέψαμε τα ξύλα σε ένα σωρό, έτοιμα για άναμμα. Η Μητέρα άναψε τη φωτιά μέσα στο θολωτό φούρνο για να ζεσταθεί όσο θα φούσκωνε η ζύμη. Όταν ο φούρνος ζεστάθηκε αρκετά, έφερε τη φωτιά δίπλα στο άνοιγμά του και έβαλε τα αφράτα καρβέλια να ψηθούν. Χρησιμοποιούσε ξύλινο φτυάρι για να τα σπρώχνει μέσα. Όταν τελείωνε με το ψήσιμο, έρχονταν και άλλες γυναίκες για να προλάβουν να χρησιμοποιήσουν το φούρνο όσο ήταν ζεστός, προσθέτοντας και άλλα ξύλα, αν χρειαζόταν.
Την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου εκείνο το βράδυ, εισπνέοντας εκείνο το γλυκό άρωμα του ζεστού ψωμιού που είχε γεμίσει το σπίτι μας, άκουσα τη μητέρα μου που έκλαιγε στο διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκα για να δω τι συμβαίνει. Η Χριστοδούλα έστεκε ακριβώς πίσω μου.
Ο Πατέρας ήταν όρθιος στην εξώπορτα μισοπαγωμένος. Τα πόδια του αιμορραγούσαν από τις ανοικτές πληγές. Μόλις τον είδε, η Μητέρα έκλεισε γρήγορα την πόρτα πίσω του και άρχισε να κλαίει. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και τα μαλλιά του μπερδεμένα και απεριποίητα.
«Μην με πιάνεις», της είπε την ώρα που πήγε να τον πλησιάσει. «Είμαι γεμάτος ψείρες».
«Πώς ήρθες; Σε άφησαν να φύγεις; Τι θέλεις να σου φέρω;»
Έτρεξε να βάλει ένα σκαμνί κοντά στη φωτιά.
«Έλα κάθισε κοντά στη φωτιά να ζεσταθείς. Θα σου φέρω κάτι να φας».
Ο Πατέρας πήγε κουτσαίνοντας μέχρι τη φωτιά και κάθισε με αργές κινήσεις, λες και κάθε κίνηση τού προκαλούσε πόνο.
«Όχι. Δε με άφησαν να φύγω», είπε ο Πατέρας. «Εγώ το ’σκασα. Δεν πρέπει να το πεις πουθενά ότι έχω γυρίσει στο σπίτι. Αν το μάθουν οι γείτονες, μπορεί να το πουν στους στρατιώτες. Παρά πολλοί άντρες είναι ακόμα κρατούμενοι σε εκείνα τα βρομερά στρατόπεδα».
Η Μητέρα του πήγε ένα πιάτο με ζεστή σούπα.
«Τα στρατόπεδα είναι παγωμένα και γεμάτα ψείρα. Δουλεύαμε νύχτα-μέρα χωρίς να έχουμε ούτε αρκετό φαγητό, ούτε κάποιο μέρος της προκοπής να κοιμηθούμε ή να πλυθούμε», είπε ο Πατέρας. «Σε μερικά στρατόπεδα απλώς αφήνουν τους Έλληνες να πεθάνουν εγκαταλειμμένοι. Ακόμα και στον πόλεμο, οι Τούρκοι άφηναν τους Έλληνες να σκοτωθούν χωρίς όπλα και χωρίς φαγητό. Νομίζω ότι αυτό θέλουν. Θέλουν να πεθάνουμε όλοι μας».
Η Μητέρα σκέπασε το πρόσωπό της με την ποδιά και ξέσπασε σε αναφιλητά. «Πώς γίνονται αυτά τα πράγματα;» ρώτησε.
Εμείς είχαμε μείνει μαρμαρωμένοι στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας. Ένιωθα τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια μου. 0 πατέρας μου δεν έμοιαζε καθόλου με τον πατέρα που ήξερα, ήταν ένας άγνωστος με αυτά τα αιματοβαμμένα κουρέλια και τα ανάκατα μαλλιά.
«Μπαμπά;» είπα.

Η Μητέρα στέγνωσε γρήγορα τα μάτια της.
«Φέρε τη λεκάνη, Θυμία. Και συ, Χριστοδούλα, φέρε νερό για να πλυθεί ο πατέρας σου. Μετά, πηγαίνετε γρήγορα για ύπνο. Θα τον δείτε το πρωί».
Κινηθήκαμε γοργά και υπάκουα, φέρνοντας το νερό και τη λεκάνη.
«Είσαι καλά, μπαμπά;» ρώτησα όταν τελειώσαμε. Τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από τα ματωμένα πόδια του.
«Τώρα είμαι καλά», είπε. «Τώρα που ήρθα σπίτι μου, εδώ που ανήκω. Πήγαινε να κοιμηθείς τώρα. Έχεις σχολείο το πρωί. Πήγαινε να κοιμηθείς και όνειρα γλυκά».
Το βράδυ εκείνο δεν πέρασε γρήγορα. Προσπάθησα να μείνω ξύπνια όσο περισσότερο μπορούσα, φοβούμενη ότι μπορεί να μην τον έβρισκα εκεί το πρωί.
Το σχολείο μας ήταν χτισμένο από κορμούς δέντρων όπως και τα σπίτια μας, μόνο που δεν είχε στάβλο για τα ζώα από κάτω. Είχε μονάχα ένα μεγάλο δωμάτιο.
Μια μεγάλη σόμπα ήταν τοποθετημένη στη μια γωνιά. 0 κάθε μαθητής έφερνε και από λίγα ξύλα κάθε μέρα για να την ανάβουμε.
Για τα μικρά παιδιά, όπως ήταν ο Γιάννης, που πήγαιναν στο νηπιαγωγείο εκείνη την εποχή, ο Παππούς είχε χαράξει την αλφάβητο σε μια ξύλινη πλάκα με ένα πυρακτωμένο σίδερο. Η πλάκα είχε και ένα χερούλι για να την παίρνουμε στο σχολείο. Με αυτή την πλάκα μάθαμε και εμείς την αλφάβητο. Για τα μεγαλύτερα παιδιά, ο Παππούς είχε αγοράσει ένα μεγάλο φύλλο χαρτί που είχε λέξεις και ζωγραφιές επάνω. Δεν είμαι σίγουρη πού το είχε βρει, μάλλον θα το πήρε σε κάποια από τις πόλεις που πήγαινε για ψώνια, αφού δεν υπήρχαν καθόλου μαγαζιά στα δικά μας τα χωριά. Είχε διπλώσει το φύλλο με έναν ειδικό τρόπο και μετά το είχε ράψει στη μία πλευρά. Έπειτα έκοψε τις διπλωμένες άκρες και έφτιαξε έτσι ένα βιβλίο.
Καμιά φορά, όταν έλειπε η δασκάλα από την αίθουσα, παίρναμε ένα από τα μικρά βιβλία με τις ζωγραφιές και βάζαμε κάποια ζωγραφιά πάνω στη σόμπα. Μετά, τοποθετούσαμε ένα καθαρό κομμάτι χαρτί από πάνω και το τρίβαμε με ένα καρύδι ξεπατικώνοντας την εικόνα πάνω στο χαρτί με το λάδι που έβγαζε το καρύδι.
Υπήρχε ένα κοριτσάκι που αγαπούσε πολύ το σχολείο. Το όνομά της ήταν Δέσποινα. Ήταν ένα από τα πιο μεγάλα κορίτσια. Έτρεχε πάντα στο κέντρο της τάξης και έβαζε το θρανίο της ακριβώς μπροστά από τη δασκάλα. Τα μεγαλύτερα παιδιά κάθονταν μπροστά. Τα παιδιά που ήταν στις μικρότερες τάξεις κάθονταν πιο πίσω. Σε κάθε σειρά, τα παιδιά ήταν ολοένα και μικρότερα και τα πολύ μικρά παιδιά ήταν στο τέλος της τάξης. Η Δέσποινα πάντα πρόσεχε. Δεν ήταν σαν τα υπόλοιπα παιδιά. Άκουγε όσα έλεγε η δασκάλα με μεγάλη προσήλωση. Σχεδόν, με ευλάβεια. Της άρεσε πολύ να διαβάζει. Διάβαζε ότι έβρισκε μπροστά της. «Εσύ θα πας ψηλά», της έλεγαν όλοι, σίγουροι ότι κάποια μέρα η αγάπη της για τα γράμματα θα την έκανε σπουδαία. Το γλυκό της πρόσωπο έλαμπε από περηφάνια και ενθουσιασμό.
Όμως, τα περισσότερα παιδιά, μαζί και εγώ, μισοακούγαμε μόνο όσα μας έλεγε η δασκάλα, καθώς ο ήλιος έλουζε την αίθουσα μπαίνοντας από το παράθυρο. Όταν ακούγαμε κάποιο παιδί να γελάει έξω στο δρόμο, θέλαμε και εμείς να πάμε να το βρούμε.
«Τι συμβαίνει;» ρωτούσε η δασκάλα όταν έβλεπε κάποιο παιδί στις τελευταίες σειρές να έχει σηκώσει το χέρι του.
«Μπορώ να πάω στην τουαλέτα;» ακουγόταν η λεπτή ντροπαλή φωνούλα.
Όταν η δασκάλα έδινε τη συγκατάθεσή της, το παιδί ορμούσε προς την πόρτα. Η επιστροφή του, όμως, δεν ήταν ποτέ εξίσου γοργή με την έξοδο. Σερνόταν μέχρι να γυρίσει, σαν τις χελώνες στα χωράφια. Συνήθως, όμως, εγώ ή και οι άλλοι που χρησιμοποιούσαν αυτή τη δικαιολογία τρέχαμε έξω, λες και μόλις μας είχαν απελευθερώσει από κάποια φυλακή και μετά εξαφανιζόμασταν για το υπόλοιπο της ημέρας.
Άλλες φορές πάλι, τρέχαμε έξω και στεκόμασταν στον ήλιο καρφώνοντας το βλέμμα μας στα πόδια μας, στο έδαφος. Αν η σκιά μας δεν φαινόταν, ξέραμε ότι ήταν μεσημέρι. Τρέχαμε πάλι μέσα και ανακοινώναμε τα καλά νέα.
«Μας συγχωρείτε», λέγαμε, προσπαθώντας να κρύψουμε τον πολύ ενθουσιασμό μας. «Είναι μεσημέρι. Είναι ώρα να πάμε σπίτι για φαγητό».
Ένα υπομονετικό χαμόγελο εμφανιζόταν στο νεαρό πρόσωπο της δασκάλας μας. Έβαζε αργά τα χέρια της στις τσέπες και έβγαζε, με ακόμα πιο αργές κινήσεις, το μικρό χρυσό ρολογάκι της. Άνοιγε το καπάκι του και κοιτούσε την ώρα, μετά γυρνούσε αργά προς την τάξη.
«Εντάξει. Μια ώρα για το φαγητό».
Η έξοδος ήταν γοργή και θορυβώδης.
Αν θυμάμαι καλά, πηγαίναμε στο σχολείο όλο το χρόνο, εκτός από το καλοκαίρι. 0 Παππούς προσπαθούσε να μας μάθει και την αλφαβήτα και το Πάτερ Ημών στο σπίτι. Καθόμασταν και τον ακούγαμε υπομονετικά, μέχρι που τελείωνε και έπρεπε να σηκωθούμε και να τα επαναλάβουμε και εμείς. Όμως, μας έπιαναν κάτι γέλια, από ντροπή περισσότερο. Προσπαθούσε ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Στο τέλος, έβγαζε και αυτός το όμορφο χρυσό του ρολόι, σήκωνε το καπάκι, κοίταζε τους δείκτες και τους αριθμούς, μετά κουνούσε το λευκό του κεφάλι απογοητευμένος και μας άφηνε μόνους να γελάσουμε. Το θυμάμαι ακόμα αυτό το ρολόι, με τα τρία μικρά χερούλια και τη χρυσή αλυσίδα του που ξεκινούσε από τη μια τσέπη του γιλέκου του και κατέληγε στην άλλη τσέπη.
Πόσες φορές από τότε δεν κάθισα μόνη μου και είπα σιωπηλά το Πάτερ Ημών.
Εκτός από εκείνους τους παράξενους ανθρώπους που είχαν αρχίσει να περιφέρονται στα χωριά μας όλο και πιο συχνά, δεν ακούσαμε για καμιά άλλη φασαρία εκείνο το φθινόπωρο. Η Μητέρα έστεκε κάτω από τη βεράντα και έφτιαχνε βούτυρο όταν έφτασε ο πατέρας μου και ο θείος μου από το δάσος, κρατώντας και οι δύο μαζί ένα καταπληκτικό λάφυρο.
«Μαμά!» φώναξα. «Έρχονται. Νομίζω ότι κάτι έπιασαν».
Σταμάτησε να χτυπάει το βούτυρο, σήκωσε το βλέμμα της και σκίασε τα μάτια της με το χέρι κόντρα στον ήλιο.
«Ναι», είπε, γυρίζοντας να συνεχίσει τη δουλειά. «Φαίνεται πως κάτι έπιασαν. Θα είναι κουρασμένοι. Πήγαινε να τους φέρεις δροσερό νερό να ξεδιψάσουν».
Πήρα την κανάτα και έτρεξα στη βρύση του χωριού.
Τάγματα εργασίας

Μαζί μου, έτρεξαν και άλλα παιδιά. Όταν γυρίσαμε, κουβαλώντας με κόπο τη μεγάλη κανάτα με το νερό, η Μητέρα ήταν στην κουζίνα και ζέσταινε το στιφάδο για να φάνε. Ο Πατέρας και ο θείος μου κατευθύνονταν προς τον αχυρώνα. Κουβαλούσαν ένα τεράστιο, τρομακτικό ζώο με ατίθασο και σγουρό τρίχωμα, που το είχαν κρεμάσει από τους αστραγάλους σε ένα κομμάτι ξύλο. Δύο τεράστια δόντια, ένα από την κάθε μεριά του στόματός του, πετάγονταν γυριστά προς τον ουρανό. Έδωσα στον πατέρα μου το νερό αφηρημένη, καθώς κοιτούσα άναυδη αυτό το τέρας. 0 Πατέρας ήπιε μια μεγάλη γουλιά.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησα εντυπωσιασμένη.
«Είναι αγριογούρουνο», απάντησε ο πατέρας μου. Γέλασε, μάλλον επειδή έβλεπε το ύφος μας.
«Τι είναι το αγριογούρουνο;» ρώτησε ένα άλλο αγοράκι.
«Είναι ένα είδος γουρουνιού, μόνο πολύ πιο επικίνδυνο».
«Μπορεί να σου επιτεθεί;» θέλησε να μάθει η φίλη μου η Μαριγούλα.
«Ναι», είπε ο Πατέρας.
Έδωσα και στο θείο μου να πιει νερό. Μετά, έδεσαν το αγριογούρουνο στηρίζοντάς το σε δύο στύλους για να μπορούν να το κόψουν και να το μοιράσουν πιο εύκολα στην οικογένειά μας και τους πιο κοντινούς μας γείτονες, όπως ήταν το έθιμο. Τα πιο μεγάλα ζώα μοιράζονταν σε περισσότερο κόσμο στο χωριό. Το έθιμο αυτό ήταν ένδειξη φιλίας και πρέπει να υπήρχε εδώ και χιλιάδες χρόνια, αφού το κρέας ήταν για μας πολύτιμο αγαθό. Τυχεροί ήμασταν όταν καταφέρναμε να έχουμε λίγα κομματάκια στα φαγητά μας. Πιο πολύ χρησιμοποιούσαμε το κρέας για να δίνει γεύση στα φαγητά.
«Έλα να πλύνεις τα χέρια μου, Θυμία», είπε ο Πατέρας. Γονάτισε και άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου. Εγώ του έριχνα το δροσερό νερό και αυτός τα έτριβε. Διπλά του γονάτισε και ο θείος Κωνσταντίνος και κανε το ίδιο. Μετά, πήγαμε μέχρι το σπίτι με τα πόδια, ενώ ο Πατέρας είχε ακουμπήσει το δυνατό του χέρι του γύρω από το λαιμό μου.
Τα άλλα παιδιά χάζεψαν το αγριογούρουνο για λίγα λεπτά ακόμα και μετά έτρεξαν προς τα σπίτια τους έκπληκτα ακόμη με όσα είχαν δει.
Με το φως της φωτιάς, ο Πατέρας μας διηγήθηκε την περιπέτειά του. Είχε δει ένα άγριο ζώο, αλλά είχε πιστέψει ότι ήταν πολύ μικρότερο μέχρι που πετάχτηκε όρθιο. Τότε κατάλαβε το μέγεθος του και φοβήθηκε. Μετά με τα ρωμαλέα χέρια του που δάμαζαν το σίδερο, -πήρε τη λύρα του και την ακούμπησε στο γόνατό του. Με το σταθερό του χέρι άρχισε να παίζει. Το δοξάρι χάιδευε τις ευαίσθητες, τεντωμένες χορδές. Το πρόσωπό του είχε μια έκφραση ικανοποίησης, αλλά και εξάντλησης. Ο Παππούς σήκωσε και αυτός το σουραύλι που το κρατούσε σε μια γωνιά της μεγάλης πέτρινης καπνοδόχου για να είναι ζεστό και έτοιμο. 0 πατέρας μου έκλεισε τα μάτια και η γλυκιά φωνή του πλημμύρισε το δωμάτιο. Άρχισε να τραγουδάει ένα τούρκικο τραγούδι που το έλεγε συχνά.

Εχ σινί, σινί, σινί,
Γκαλαϊλαρούμ, εχ σινί ναναγκιγκούμ,
 Σενεσαβέρ Τουρκίνταμαμ
 Μπανάιν αλντουντά χετζγκουρεμάιμ 
Ασκί χαλιμά σαβεδαμάιμ νανεγκιγκούμ
 Σενεσαβέρ Τ ουρκίνταμαμ

Λίγες βδομάδες μετά από εκείνο το βράδυ, ξεκίνησαν άλλοι δύο συγχωριανοί να κυνηγήσουν αγριογούρουνα. Δε γύρισαν πίσω, όμως, και έτσι έφυγαν άντρες από το χωριό για να τους ψάξουν. Τους βρήκαν νεκρούς, κομματιασμένους από το αγριογούρουνο που κυνηγούσαν.


Απόσπασμα από το βιβλίο: ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"

Thea Halo