Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ο μακρύς 19ος αιώνας. Μέρος 3ο

Η μεγάλη αδυναμία των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου ήσαν οι σχέσεις τους με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Η ρήξη άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα ορατή από τον τελευταίο Ρωσοθωμανικό πόλεμο και μετά. Για ένα μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού, τα φτωχά αγροτικά στρώματα αλλά και για σημαντικό μέρος των οθωμανικών ελίτ, οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και η πορεία των πραγμάτων στο 19ο αιώνα ευνοούσαν οποιονδήποτε άλλον εκτός από τους Τούρκους της Αυτοκρατορίας. Η περίπτωση του Πόντου μπορεί ίσως να μας εξηγήσει το πώς δημιουργήθηκε αυτό το αίσθημα το οποίο, μέσα από τη βαθιά πικρία, προοδευτικά έχτιζε τις προϋποθέσεις για έναν τουρκικό εθνικισμό.
Οι μουσουλμάνοι, αγρότες στη συντριπτική τους πλειονότητα, διατήρησαν, ακόμα και σε αυτή τη φάση του Τανζιμάτ, ένα αμφιλεγόμενο «προνόμιο». Στρατεύονταν και πήγαιναν στον πόλεμο. Ετσι έγινε και στα 1877-78. Οι μουσουλμάνοι αγρότες της Ανατολίας πολέμησαν σκληρά στα Βαλκάνια, στις διαβάσεις του Καυκάσου, στα όρη και τις πεδιάδες της Ανατολίας. πέθαναν εκεί κατά δεκάδες χιλιάδες: ο οθωμανικός στρατός αυτής της περιόδου -ως και τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν διάσημος για τις απώλειες που είχε έξω και μακριά από τα πεδία των μαχών. 
Η ανύπαρκτη επιμελητεία και υγειονομική υπηρεσία προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων μεταξύ των αγροτών της Ανατολίας.

Η ανύπαρκτη επιμελητεία, η επίσης ανύπαρκτη υγειονομική υπηρεσία, η κακή διατροφή, οι άθλιες συνθήκες στρατοπεδείας προκαλούσαν εκατόμβες θυμάτων ερήμην του εχθρού σε πόλεμο, αλλά και σε ειρήνη. Η στράτευση θεωρείτο ένα είδος θανατικής καταδίκης και μόνο πολύ γεροί οργανισμοί ζούσαν αρκετά ώστε να επιστρέψουν στα χωριά και τις αγροτικές εργασίες τους.
Οσοι όμως επέστρεφαν από την κόλαση του στρατού και του πολέμου ανακάλυπταν, προφανώς με κάποια δόση απογοήτευσης, ότι, ανεξάρτητα από τις δικές τους θυσίες και την όποια  έκβαση του πολέμου, άλλοι είχαν επωφεληθεί από αυτόν. Οι χριστιανοί, Ελληνορθόδοξοι ή Αρμένιοι, αφενός δεν είχαν πάει να πολεμήσουν για την κοινή -στο πλαίσιο του Τανζιμάτ-πατρίδα, αλλά και εκμεταλλεύονταν τις νέες ευκαιρίες σε συνεργασία με τον εχθρό - τους Ρώσους στην εδώ περίπτωση. Εργάζονταν στις εταιρίες των τελευταίων, έκαναν εμπόριο μαζί τους, χρηματοδοτούσαν τις εξορμήσεις τους στις παραγωγικές πηγές της ενδοχώρας. Είχαν φυσικά χάσει τα παλαιά τους προνόμια, όπως τα εκχωρούσε άλλοτε η Πύλη, αλλά απολάμβαναν την προστασία των προξένων. Πολλές φορές τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ήταν άνισα διαμοιρασμένες: οι Διομολογήσεις περιλάμβαναν συχνά και όσους εργάζονταν για λογαριασμό των ισχυρών ευρωπαϊκών δυνάμεων και αυτοί ήσαν βασικά χριστιανοί της Αυτοκρατορίας.
Οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι ενίσχυαν τη θέση τους παρά τους μικρούς αριθμούς τους. Οι οικονομικές και πνευματικές ελίτ που δημιουργούσαν τα σχολεία τους ενισχύονταν ακόμα περισσότερο με την ίδρυση ξένων σχολείων, όπου διδάσκονταν ξένες γλώσσες και στην ουσία προετοιμάζονταν στελέχη για τις αυριανές καπιταλιστικές επιχειρήσεις του οθωμανικού χώρου. Μεγαλοπρεπή εκπαιδευτικά ιδρύματα ξεπηδούσαν από το πουθενά στο πουθενά: το λαμπρό συγκρότημα του Κολεγίου «Ανατόλια» στη Μερζιφούντα του Πόντου (πρόγονος του σημερινού «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης) αποτελεί ίσως το πλέον εύγλωττο παράδειγμα για το τι σήμαινε εκπαίδευση για τους χριστιανούς αστούς του Πόντου και το πόσα επένδυαν οι Δυτικοί -ακόμα και οι Αμερικανοί- πάνω σε αυτούς.
Η κατάσταση που διαμορφωνόταν στο περιθώριο των μεταρρυθμίσεων είχε αναστατώσει τους ντόπιους μουσουλμανικούς πληθυσμούς και είχε ανησυχήσει την οθωμανική κυβέρνηση. Οι προσπάθειες της τελευταίας να αντιμετωπίσει αυτά τα διαλυτικά φαινόμενα αποτυπώθηκαν στην πολιτική του Αβδούλ Χαμήτ του Β’, που πολλοί είδαν ως αναστολή του Τανζιμάτ και αναζήτηση άλλων, λιγότερο επώδυνων για την τουρκική κοινωνία, τρόπων ανάπτυξης. 
Οι προσπάθειες ανάσχεσης των ισχυρότατων ρευμάτων που παρέσυραν τον οθωμανικό κόσμο εκδηλώθηκε κυρίως στον καταμερισμό εξουσιών και ευθυνών στην ίδια την πρωτεύουσα και ελάχιστα επηρέασε τις επαρχίες όπου οι μεταρρυθμίσεις και η εισβολή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου είχαν δημιουργήσει τη δική τους δυναμική. Πολλά από τα μέτρα έφερναν εξάλλου το ακριβώς αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Μετά την ταπείνωση της Αυτοκρατορίας στις Συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου, ο σουλτάνος κατήργησε το Σύνταγμα και ανέστειλε όλα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του Τανζιμάτ. 
Οι αποφασιστικές αυτές κινήσεις απλά έδειξαν το ποιος πραγματικά κυβερνούσε πλέον αυτή τη χώρα. Η Επιτροπή του Χρέους και ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος υπαγόρευαν την οικονομική πολιτική, οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές συνέχισαν να εκπαιδεύουν στρατιώτες και αξιωματικούς και να τους εφοδιάζουν με ότι όπλα περίσσευαν στην Ευρώπη, οι πρόξενοι συνέχισαν να προστατεύουν τους Οθωμανούς υπηκόους που εργάζονταν για τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών και ιεραποστολές ή λαϊκές εκπαιδευτικές εταιρίες συνέχισαν να μορφώνουν μια χριστιανική κυρίως ελίτ για να προωθήσουν τις επιχειρήσεις των χωρών τους στη χώρα.

Ολα αυτά ήταν αρκούντως εκρηκτικά. Η χρυσή -για τους Ελληνες- εποχή της Ιωνίας και του Πόντου είχε θεμελιωθεί πάνω σε μια αληθινή πυριτιδαποθήκη. Οι προειδοποιήσεις, τα πρόδρομα σημάδια της μεγάλης έκρηξης, δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Μετά το 1878 και τη Συνθήκη του Βερολίνου μεγάλοι αριθμοί μουσουλμάνων προσφύγων έφθασαν στην Αυτοκρατορία προερχόμενοι από τις περιοχές που χάθηκαν: τον Καύκασο, το Καρς, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία κ.λπ. 
Σημαντικό ποσοστό από αυτούς εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, στην Ανατολία και τον Πόντο. Οπως και οι στρατιώτες του ηττημένου οθωμανικού στρατού, οι πρόσφυγες έβλεπαν με αυξανόμενη καχυποψία και εχθρότητα τους χριστιανούς συμπατριώτες τους που επωφελούνταν από τη συμφορά των άλλων. Ο Αβδούλ Χαμήτ και η ανακτορική ελίτ της Κωνσταντινούπολης θέλησαν να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων σε ενοποιητικό στοιχείο της Αυτοκρατορίας. Προώθησαν την ιδεολογία του Πανισλαμισμού, που απαντούσε στη χριστιανική πρόκληση -στην αποικιοκρατική εισβολή δηλαδή-και εξασφάλιζε έστω και προσωρινά τη συστράτευση των μη Τούρκων μουσουλμάνων της χώρας -των Κούρδων, των Αράβων, των Ιρακινών.
Στα 1894-1896 τα πρώτα θύματα αυτής της πολιτικής ήσαν οι Αρμένιοι. Οι σχέσεις τους με τη Ρωσία τούς τοποθετούσαν στην κορυφή των κινδύνων. Υπήρχαν όμως και περισσότερα: Το εθνικό κίνημα των Αρμενίων είχε εκδηλωθεί πρώιμα, πολύ πριν εκδηλωθούν ανάλογα κινήματα από τις άλλες εθνότητες. Ο Ελληνισμός, λόγου χάρη, δεν είχε επιδείξει τάσεις απόσχισης, ίσως επειδή το μικρό και χωρίς δυνατότητες ελληνικό κράτος ελάχιστα ενέπνεε ως στήριγμα και αρωγός, ίσως επειδή η ιδέα της Ελληνορθοδοξίας ως βασικής συνιστώσας μιας αναγεννημένης Αυτοκρατορίας συγκινούσε και την ελληνική ελίτ του πλούτου -τους τραπεζίτες και μεγαλέμπορους της Κωνσταντινούπολης· και το πατριαρχείο.
 Αντίθετα, οι Αρμένιοι εκδήλωσαν τις μαχητικές τους διαθέσεις υιοθετώντας ριζοσπαστικές ιδεολογίες και πολιτικές - ενίοτε στα όρια του αναρχισμού. Αυτό τους οδήγησε σε άμεση και μετωπική σύγκρουση τόσο με την οθωμανική εξουσία όσο και με τα πλήθη των δυσαρεστημένων μουσουλμάνων που έβλεπαν σε αυτούς όλη την κακοδαιμονία της χώρας τους και του εαυτού τους. Η διετία των διωγμών και των ακροτήτων κόστισε τη ζωή σε 100.000 Αρμένιους και αποτέλεσε το προοίμιο της πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας του 1915.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ