Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ο μακρύς 19ος αιώνας. Μέρος 2ο

Για τους Ελληνορθόδοξους κατοίκους του Πόντου, αυτά τα μεγάλα γεγονότα εξελίχθηκαν σε μια κρίσιμη γι’ αυτούς εποχή. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το αγαθό που τους είχε στο παρελθόν εξασφαλίσει πλούτο και προνόμια έκλεινε τον κύκλο του. Οι 7 τόνοι ασημιού που στέλνονταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εβλιγιά Τσελεμπή, κάθε χρόνο στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γύρω στο 1644 ανήκαν στο παρελθόν, όπως και οι μικρότερες ποσότητες των 4-5 τόνων που παράγονταν στο 18ο ή ακόμα και στις αρχές του 19ου αιώνα. 
Το πολύτιμο μέταλλο εξαντλούνταν στην περιοχή του Πόντου και συνεπακόλουθα το κόστος της εξόρυξής του γινόταν απαγορευτικό και τα κέρδη εκμηδενίζονταν. Στα 1890 περίπου η εξόρυξη μεταλλευμάτων αργύρου διακόπηκε εντελώς και παρόμοια τύχη είχαν οι γειτονικές εκμεταλλεύσεις αλκούχων κοιτασμάτων. Τη φθίνουσα πορεία της πρώτης ύλης ακολούθησαν όλες οι δραστηριότητες επεξεργασίας και μεταποίησης που είχαν οικοδομηθεί γύρω από αυτήν. Την εποχή εκείνη το κόστος των μεταφορών ήταν υπερβολικά μεγάλο και ήταν αδύνατο να τροφοδοτηθούν τα κέντρα επεξεργασίας με πρώτη ύλη που θα ερχόταν από απόσταση μεγαλύτερη των λίγων δεκάδων χιλιομέτρων.
Η προοδευτική μείωση της παραγωγής και της συνακόλουθης επεξεργασίας ενίσχυσε την κινητικότητα των χριστιανών κατοίκων του Πόντου. Η μετοίκησή τους σε άλλες περιοχές δεν ήταν κάτι το καινούργιο ούτε το κάτι το ασυνήθιστο για την ειδικότητά τους. Πραγματικά οι μεταλλωρύχοι καλούνταν σε οποιοδήποτε σημείο ανακαλύπτονταν κοιτάσματα, είτε ασημιού είτε άλλων μετάλλων. Εκεί έστηναν νέους συνοικισμούς, εργοτάξια και εργαστήρια, μικρές αναπαραγωγές της αρχικής Αργυρούπολης. Ο χαλκός και η στύψη βρέθηκαν επίσης μέσα στα ενδιαφέροντα των ειδικευμένων αυτών εργατών.
Τοκάτη

 Η Τοκάτη του Πόντου αποτέλεσε για ένα διάστημα το κέντρο της εξόρυξης και επεξεργασίας χαλκού, περίπου με τον τρόπο που η Αργυρούπολη κτίστηκε στο ασήμι. Ήταν και εδώ μια βραχύβια δόξα. Γύρω στα 1870 ο χαλκός  τελείωσε και οι φημισμένοι χαλκουργοί έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου τα εργαστήριά τους δημιούργησαν μια μικρή συνοικία.
Σε πολλά ορυχεία, στο Ακντάγ, στο Σιμ, στο Κεσκίν, δημιουργήθηκαν αληθινές αποικίες από εργάτες και τεχνίτες από τον Πόντο. Οπως νωρίτερα είδαμε, αυτές οι «μεταλλουργικές» εποικίσεις προκαλούσαν εκκλησιαστικά προβλήματα, καθώς οι έποικοι διατηρούσαν την υπαγωγή τους στη μητρική εκκλησία του Πόντου - της Χαλδίας- δημιουργώντας γύρω της ένα πλέγμα που απλωνόταν σε ζώνες που δεν της ανήκαν διοικητικά. Δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα που γενιόταν από αυτούς τους εποικισμούς.
Ως την εποχή του Χατί Χουμαγιούν, οι έποικοι μετέφεραν μαζί τους και διατηρούσαν τα προνόμια με τα οποία τους είχε ευνοήσει η αυτοκρατορική εξουσία. Αυτό δεν ήταν το καλύτερο διαβατήριο για τις τοπικές ισορροπίες στις περιοχές της εγκατάστασής τους. Οι προστριβές με τους γύρω πληθυσμούς ή με τους προγενέστερους εκμεταλλευτές των κοιτασμάτων που εργάζονταν με διαφορετικούς τρόπους και μεθόδους -ενοικίαση δουλοπάροικων ή εργολαβικές εκμεταλλεύσεις, για παράδειγμα- ήταν φυσιολογικές, αν και ενίοτε εξαιρετικά βίαιες. Στην περίπτωση, μάλιστα, που οι αντίζηλοι τύγχαναν να είναι μουσουλμάνοι, όπως κούρδοι στην περιοχή του Ντιγιαρμπεκίρ, όπου επίσης μετανάστευσαν Πόντιοι χριστιανοί τεχνίτες, οι διαμάχες εύκολα έπαιρναν τη μορφή σύρραξης.
Για την οικονομική ελίτ της Χαλδίας -του Πόντου-, καθώς επίσης για τα εκκλησιαστικά ή κοινοτικά ιδρύματα που έκφραζαν πολιτικά και πνευματικά την ισχύ της, οι κοινότητες των εποίκων ήταν μια νέα και πλούσια πηγή εσόδων που ισοσκέλιζε με το παραπάνω τις απώλειες που προκαλούσε η εξάντληση των μεταλλείων της Αργυρούπολης. 
Με τη σειρά της αυτή η επιτυχία οδήγησε σε πιο περίπλοκες καταστάσεις. Στο πρώτο τουλάχιστον μισό του 19ου αιώνα οι μεταλλωρύχοι και μεταλλουργοί του Πόντου σχεδόν αναζητούσαν -με τη θέρμη των εξερευνητών κοιτασμάτων χρυσού την ίδια πάνω-κάτω εποχή στις μακρινές ΗΠΑ-νέα κοιτάσματα για εκμετάλλευση. Η δίψα τους για νέες πηγές μετάλλων, στη θέση αυτών που εξαντλούνταν στην ιδιαιτερή τους πατρίδα, τους οδήγησε ακόμα και έξω από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας.
 
Ποντιακός γάμος .
Αρχές του 20 αιώνα
Μετά το Ρωσοθωμανικό Πόλεμο του 1828-1829, η μετανάστευση των Ελλήνων του Πόντου απλώθηκε στη νότια Ρωσία, αρχικά με τις ίδιες δεξιότητες και ασχολίες που είχαν εξασφαλίσει την επιτυχία τους στο οθωμανικό περιβάλλον. Μέσα σε λίγα χρόνια πολλές δεκάδες χιλιάδες χριστιανοί του Πόντου πήραν το δρόμο της Ρωσίας δημιουργώντας εμπορικές, πολιτιστικές, οικονομικές και πολιτικές γέφυρες ανάμεσα στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας.

Προοδευτικά και γρήγορα, εξαιτίας ακριβώς αυτών των εξελίξεων, το φάσμα των δραστηριοτήτων άλλαζε στη νέα εποχή. Το εμπόριο, η ναυτιλία, οι βιομηχανικές δραστηριότητες και οι νέες τραπεζικές λειτουργίες που έφερνε σιγά σιγά η νέα εποχή βρήκαν τους χριστιανούς του Πόντου σε φάση κινητικότητας και αναζήτησης. Σχεδόν αυτονόητα ρίχθηκαν στα νέα πεδία επένδυσης και απασχόλησης. Οι δραστηριότητες αυτές ήταν «αστικές», προαπαιτούσαν δηλαδή γραμματικές γνώσεις και συνακόλουθα εκπαιδευτικό σύστημα, πολύ πιο προχωρημένο σε σχέση με ό,τι προϋπήρχε στο παρελθόν. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα στον τομέα αυτό μπορούμε να μιλήσουμε για έκρηξη στις ελληνορθόδοξες κοινότητες του Πόντου.
Οικονομική έκρηξη, εκπαιδευτική έκρηξη, πνευματική έκρηξη: Ηδη οι παλιές δεξιότητες της μεταλλουργίας φαίνονταν μακρινές και αναντίστοιχες με τις ευκαιρίες που δημιουργούσε η νέα εποχή. Η συγκυρία αποδείχθηκε απίστευτα ευνοϊκή. Ακριβώς τον καιρό που οι ελληνορθόδοξες κοινότητες του Πόντου διεύρυναν δυναμικά το φάσμα των δραστηριοτήτων τους, το Τανζιμάτ και το Χατί Χουμαγιούν τούς έδωσε νέες δυνατότητες.
Στην ουσία, οι μεταβολές δεν ήταν κάτι το πολύ απλό. Η νέα συνταγματική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδωσε το τελικό χτύπημα στα παλαιά προνόμια τα οποία απολάμβαναν οι «ουσταμπασί» και οι «μπεϊλικτσή» με βάση την πολύτιμη εργασία που πρόσφεραν. Αυτό όμως δεν είχε πλέον καμία σημασία - έτσι κι αλλιώς η εποχή του ασημιού είχε τελειώσει για τον Πόντο. Αντίθετα, το δικαίωμα στην περιουσία, στη συσσώρευση και την ελεύθερη επένδυση του κεφαλαίου, όπως και το δικαίωμα των κοινοτήτων να καθορίζουν αυτόνομα την εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική τους, ήταν ακριβώς αυτά που χρειαζόταν πλέον η χριστιανική κοινωνία της περιοχής.
Με τον τρόπο αυτό στην περιοχή του Πόντου επικράτησε το παράδοξο. Την εποχή που στέρευαν τα πλουτοφόρα κοιτάσματα των πολύτιμων μετάλλων, που παρήκμαζαν οι παλαιές δεξιότητες και απασχολήσεις και που ακυρώνονταν τα προνόμια, στη βάση των οποίων ο Ποντιακός Ελληνισμός είχε οικοδομήσει την ισχύ του, τότε ξεκίνησε στην ουσία η ξέφρενη ανάπτυξη των χριστιανικών κοινοτήτων της περιοχής. Οι νέες πολιτείες δεν είχαν πλέον τη θέση τους στα βουνά, η θάλασσα, οι παραλίες ήταν πλέον το γεωγραφικό πλαίσιο των νέων αναζητήσεων. Η Σινώπη, η Οινόη, η Κερασούντα, τα Σούρμενα και φυσικά η πάντοτε σπουδαία Τραπεζούντα πήραν τη σκυτάλη από την ορεινή Αργυρούπολη, που σιγά σιγά έχανε ταυτόχρονα τον πληθυσμό και την ελληνική της εικόνα.
Οι ευκαιρίες προκάλεσαν δημογραφικές εξελίξεις. Ας μην ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή των μεγάλων εποικισμών και των πρωτοφανών μετακινήσεων πληθυσμών: από την ύπαιθρο στις πόλεις, από την Ευρώπη στις ΗΠΑ, από την Ελλάδα σε κάθε σημείο του ορίζοντα - ιδιαίτερα του ανατολικού. Οι ναυτιλιακές δραστηριότητες, οι ναυπηγήσεις και η αρματωσιά των πλοίων προσείλκυσαν στις ακτές του Πόντου ειδικευμένους ναυτικούς και ναυπηγούς από τα νησιά του Αιγαίου. 
Τα μέγαρα των αρχόντων του ασημιού τα διαδέχθηκαν τα ακόμα πιο λαμπρά των πλούσιων εμπόρων, των εφοπλιστών, των τραπεζιτών που χρηματοδοτούσαν τις νέες πρωτοβουλίες. Με άξονα τις παραλιακές πόλεις, ο πληθυσμός του Πόντου αυξήθηκε κατακόρυφα και η περιοχή έγινε μια από τις πλέον πυκνοκατοικημένες της  μικρασιατικής χερσονήσου. Στον τομέα αυτό η σύγκριση μπορούσε να γίνει μόνο με τις βορειοδυτικές ζώνες της ίδιας περιοχής. 
Εάν θεωρήσουμε τον Πόντο σε μια ευρύτερη της διοικητικής έκτασή του, τότε υπολογίζουμε ότι περιλάμβανε ίσως δύο εκατομμύρια κατοίκους στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Από αυτούς οι 450.000 ήσαν Ελληνορθόδοξοι ή Έλληνες (η μόνη διαφορά βρισκόταν πλέον στο βαθμό πολιτικής-εθνικής συνείδησης) -ποσοστό 22%- και οι 150.000 Αρμένιοι - ποσοστό 7% περίπου.

Καρτ ποστάλ εποχής της Σαμψούντας, που αποτυπώνει το σχετικά υψηλό επίπεδο ζωής των Ελλήνων του Πόντου. (Από το αρχείο Κωνσταντίνου Νίγδελη).


Οι μετακινήσεις πληθυσμού ήταν συνεχείς και γενικεύθηκαν μετά το νέο ρωσοθωμανικό πόλεμο του 1877-1878. Η Ρωσία πλέον «άγγιζε» την περιοχή του Πόντου και καθώς σε αυτήν υπήρχαν ήδη από το παρελθόν ισχυρές κοινότητες Ελληνορθόδοξων Ποντίων, οι σχέσεις, τα δίκτυα συναλλαγών γνώρισαν νέα άνθηση. Στο κάτω κάτω η ευρύτερη ζώνη του Καυκάσου ήταν ένα πεδίο ευκαιριών. Οι γύρω από το πετρέλαιο δραστηριότητες, την ίδια αυτή περίοδο, προσείλκυσαν μεγάλους αριθμούς νέων εποίκων. Ανάμεσα στους τελευταίους, οι Ελληνες του Πόντου αποτέλεσαν πρωταγωνιστική ομάδα.
Μερικοί Τούρκοι ιστορικοί συνέκριναν τα όσα συνέβησαν μετά τον πόλεμο του 1877-78 και την ανάδειξη της Ρωσίας σε κυρίαρχη δύναμη στη Μαύρη Θάλασσα, με την επαύριο της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή στα 1774 που έδωσε το ρωσικό εμπόριο στα χέρια των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου. Ισως και να έχουν δίκιο. Οπως σε άλλες περιοχές οι Ελληνες μέτοικοι χρησιμοποίησαν την εξάπλωση του δυτικο-ευρωπαϊκού -και κυρίως βρετανικού κεφαλαίου- για την προώθηση των δικών τους οικονομικών δραστηριοτήτων, έτσι και στις ακτές του Πόντου η Ρωσική παρουσία και διείσδυση ωφέλησε ποικιλότροπα τους χριστιανικούς πληθυσμούς, Έλληνες και Αρμένιους, σε αυτή τη γωνιά της Αυτοκρατορίας. Οι Ρώσοι εξάλλου επένδυαν οικονομικά και πολιτικά στον Καύκασο. Η σιδηροδρομική γραμμή από το Πότι στην Τιφλίδα άνοιξε το δρόμο για εμπόριο και δραστηριότητες με τον αχανή χώρο της κεντρικής Ασίας. 
Οι χριστιανοί του Πόντου βρίσκονταν εκεί για να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ