Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ, του Ηλία Πετρόπουλου

Η μοναδική εθνική ομάδα που αντιστέκεται ακόμη στην αθηναϊκή τυποποίηση-αποβλάκωση, είναι οι πόντιοι.Γράφω αυτό το άρθρο για να τιμήσω αυτήν την αντίσταση…»)   

Οι πόντιοι άρχισαν να καταφθάνουν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και, κυρίως, μετά την... λεγόμενη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι τελευταίοι μας ήρθανε από την Σοβιετική Ένωση το 1940, σαν ένα πεσκέσι του Στάλιν. Δηλαδή, οι πόντιοι είναι επήλυδες, είναι ξενόφερτοι, είναι πρόσφυγες. Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελική ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…
Τα τελευταία χρόνια άκουσα πολλά αντιποντιακά καλαμπούρια. Οι σύγχρονοι Έλληνες (με την κοντή μνήμη, που τόσο τους χαρακτηρίζει) φαντάζονται ότι τα αντιποντιακά ανέκδοτα είναι ένα καινούργιο φρούτο και,  επιπλέον,  κρυφοκαμαρώνουν για την εξυπνάδα τους. Θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αναγνώστη πως, αφ’ ενός, τα αντιποντιακά ανέκδοτα πρωτοφάνηκαν πριν αρκετές δεκαετίες και,  αφ’ετέρου, σχεδόν όλα αυτά τα πρόσφατα καλαμπούρια είναι ξένης προέλευσης – τα λένε οι «γνήσιοι» Αμερικάνοι κατά των Πολωνών, οι Γάλλοι κατά των Βέλγων κ.ο.κ.Επιπλέον, οι νεοέλληνες ποτέ δεν θέλησαν να μάθουν το τι σκέφτονται οι άλλοι λαοί γι’ αυτoύς. ( … )
 Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού. Οι πόντιοι κατέληξαν να είναι ο ύστατος στόχος των ελλαδιτών Ρωμιών. Πριν τους πόντιους είχαμε, για να γελάμε, τους κερκυραίους, τους καλαματιανούς, τους κρητικούς, τους ηπειρώτες, τους χιώτες, τους μυτιληνιούς, τους σαλονικιούς. Δεν καταγράφω εδώ, σαν στόχους, τους εβραίους, τους βλάχους, τους γύφτους, τους αρναούτηδες, τους πομάκους και τους αρμένηδες, γιατί θα έβγαινα έξω από τα όρια του άρθρου.
 Άλλωστε, όλοι μας ξέρουμε τον «έρωτα» που θρέφουμε για τους γύφτους,  καθώς ξέρουμε και τον εβραίο του καραγκιόζη μας ή τον Αγκόπ και τον Μενιδιάτη που παρουσίαζαν κάποτε τα θέατρά μας.
Τα ενδορατσιστικά ανέκδοτα θέτουν τρία βασικά ερωτήματα: ποιος επιτίθεται, ποιο είναι το θύμα,  πού οφείλεται η επίθεση; Στην περίπτωση των καλαματιανών («καλαματιανός σωματέμπορας» κτλ.) και των μανιατών («ο μανιάτης ή νταβατζης ή μπασκίνας») και, γενικότερα, των πελοποννησίων («μοραΐτης σαπιοκοιλιά»),  είναι σύσσωμος ο λοιπός ελληνικός λαός που επιτίθεται. Και η κρυφή αιτία αυτών των εθνοφαυλισμών είναι η καταπίεση του λαού μας εκ μέρους των μανιατών (εν γένει, μοραϊτών) που ελυμαίνονταν, μονοπωλιακά, την κρατική μηχανή.
Με τους αρβανίτες το πρόβλημα περιπλέκεται. Ο Βυζάντιος τους θεωρεί «έλληνες». Όμως, οι αρβανίτες (και, φυσικά, οι σουλιώτες!) δεν ήσανε έλληνες. Σήμερα, οι τέως αρβανίτες έχουν ελληνοποιηθεί τόσο πολύ, ώστε να ντρέπονται να ομoλoγήσoυν την καταγωγή τους. Οι αρβανίτες (καθώς οι βλάχοι),  έζησαν επί αιώνες μαζί με τους ρωμιούς,  στον ίδιο χώρο. Οι νεοέλληνες τους έτρεμαν. Οι νεοέλληνες έπαιρναν την εκδίκησή τους όπως μπορούσαν: εσάρκαζαν την αρβανίτικη προφορά, έβαζαν τον μπάρμπα-Γιώργο να δέρνει τον Βεληγκέκα και, αμολάγανε δηλητηριώδεις φήμες για την πασίγνωστη πατριαρχική αιμομειξία των αρβανιτάδων και την ακόμη γνωστότερη στρατιωτική παιδεραστία τους.
Με την οριστική νίκη των νεοελλήνων στα πλαίσια του νέου κράτους (που έφερε τον πομπώδη τίτλο «Ελλάς») οι αρβανίτες άλλαξαν χαβά γιατί κατάλαβαν πως θα έχουν την τύχη των φαναριωτών. ‘Ομως, η ευγνωμονούσα Ελλάς, οφείλοντας την σύστασή της σχεδόν αποκλειστικά στους αρβανίτες, τους εχάρισε αρκετά προνόμια. Το κυριότερο απ’ αυτά τα προνόμια υπήρξε (και παραμένει) το δικαίωμα των αρβανιτάδων να μπαίνουν στο στρατό και στην αστυνομία. Οι αρβανίτες ξεπλήρωσαν τα προνόμιά τους διαπράττοντας έναν εθνικό αυτοευνουχισμό. Συμπαθώ την λεβεντιά και την μπέσα των αρβανιτάδων. Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι τώρα πια, οι αρβανίτες μας δεν έχουν να επιδείξουν πολλές περγαμηνές. Οι σημερινοί αρβανίτες (που ξεχάσανε και τη γλώσσα τους) διολισθαίνουν, ελισσόμενοι μεταξύ των άλλων ρωμιών(…).
    Εδώ και λίγα χρόνια αναπαράγονται και αναμεταδίδονται χιλιάδες αντιποντιακά ανέκδοτα. Είναι σαν να βαράνε απαξάπαντες οι ελλαδικοί την πιο δυνατή και την πιο άξια μειονότητα της χώρας μας. Όταν λέω«απαξάπαντες οι ελλαδικοί» είναι σαν να λέω «όλοι οι αθηναίοι», γιατί, έτσι που καταντήσαμε, η ταυτότητα «Αθήνα=Ελλάς»,  προτείνεται σαν μια αληθινότατη αλήθεια.  Σήμερα πια, δεν είναι μόνον η Ελλάς που συγκεντρώθηκε στο αττικό λεκανοπέδιο, αλλά είναι η Αθήνα που επιβάλλει την μονότονη γλωσσοπολιτιστική της δικτατορία στην λοιπή Ελλάδα. Οι Αθηναίοι του 1821 (δηλαδή, οι γκάγκαροι) ήσανε μια χούφτα θρασιμιών, που μιλάγανε μια φωνητικώς απαίσια διάλεκτο και,  που έκαναν το παν κατά των κλεφτών της Ρούμελης. Όσο και να προσπάθησε ο Καμπούρογλου, με την «Ιστορία των Αθηναίων» του,  οι γκάγκαροι παρέμειναν σαν ένα παράδειγμα προς αποφυγήν,  εσαεί (…).
Καθώς συμβαίνει στις άλλες χώρες, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα: η πρωτεύουσα θα επιβάλλει, τελικά, το μοντέλο της. Ο αθηναϊκός οδοστρωτήρας ισοπέδωσε ήδη τους αρβανίτες και τους κρητικούς, που δεν αντιδρούν παρά με γλοιώδη τρόπο (ρουσφέτια, κουμπαριλίκια, συμπατριωτιλίκι και τα τοιαύτα). Η χοάνη της Αθήνας έχει καταπιεί τη διάλεκτο των ποντίων της πρωτεύουσας. Οι σποραδικές ομάδες τους (π.χ. της Λακωνίας) οδηγήθηκαν σε αποδιοργάνωση. Όμως, οι πόντιοι της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής υπαίθρου πάντα αμύνονται. Ωστόσο, θα υποκύψουν κάποτε …

Είχα μείνει με την εντύπωση ότι η ποντιακή διάλεκτος θα επιζούσε σαν αργκό. Πρόκειται για μια λανθασμένη ιδέα. Στον ορίζοντα διαφαίνεται ο θάνατος της ποντιακής διαλέκτου. Στην Ελλάδα διαθέτουμε την κουτσαβάκικη αργκό, που βασίζεται στην αναπλιώτικη ντοπιολαλιά,  ένα ιδίωμα που καλλιεργήθηκε επιμελώς από τους αρβανιτόμαγκες. Η αργκό μας είναι τα φωνητικώς ωραιότερα ελληνικά. Και οι αρβανίτες μάγκες είχαν (και έχουν) την ομορφότερη προφορά της αργκό. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Σε κάθε χώρα κατίσχυσε μια διάλεκτος, συνήθως η διάλεκτος της πρωτεύουσας. Μα, αυτό δεν είναι απόλυτο. Τα ευφωνικότερα γερμανικά τα μιλάνε στο Ανόβερο, ενώ τα βερολινέζικα θεωρoύvται κάπως βαριά. Όλοι οι ιταλοί είναι σύμφωνοι πως οι φλορεντινοί χρησιμοποιούν την πιο στρωτή διάλεκτο και, επίσης, ότι τα ιταλικά της Ρώμης είναι απαίσια. Ωστόσο (αυτοί που ξέρουν, λένε πως) τα ωραιότερα ιταλικά τα μιλάνε οι σαρδήνιοι (οσάκις δεν κρύβονται πίσω από την ακαταλαβίστικη vτoπιoλαλιά τους).
Η Ελλάδα δεν υιοθέτησε την διάλεκτο των γκάγκαρων. Και, κατά ευτυχή σύμπτωση, τα σημερινά αθηναίικα είναι, ακουστικώς, μια πεντακάθαρη διάλεκτος. Μπρος στην αθηναϊκή διάλεκτο τα ποντιακά φαντάζουν σαν μια γελοία και ακατανόητη γλώσσα. Τα ποντιακά είναι μια διάλεκτος μελλοθάνατη. Τα ποντιακά θα σβήσουν, όπως έσβησαν τα τσακώνικα…
                                                 Παρίσι 31-7-1987
                                    Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σχολιαστής»