Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος: ένας αυτόπτης μάρτυρας της Γενοκτονίας

Για την ιστορία της αρμενικής Γενοκτονίας μεγάλη σημασία έχουν οι ξενόγλωσσες πηγές, μέσα στις οποίες ιδιαίτερα θέση κατέχουν οι μαρτυρίες των Ελλήνων συγγραφέων ως αυτόπτων μαρτύρων της εξολόθρευσης των Χριστιανών της Τουρκίας στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος Φιλιππίδης είναι ένας από αυτούς τους μάρτυρες, ο οποίος  έζησε όλη την τραγικότητα εκείνης της μαύρης περιόδου της ιστορίας τόσο του αρμενικού όσο και του ελληνικού λαού. 
Τις μαρτυρίες του για την Γενοκτονία των Ποντίων Αρμενίων ο Χρύσανθος δημοσίευσε στη μνημειώδη μελέτη του «Ἡ Ἐκκλησία Τραπεζούντος» (Ἀρχείον Πόντου, τόμοι 4-5 (1933)), σ. 754-761.      
Όπως πληροφορεί ο Χρύσανθος, στις αρχές του Ιουνίου του 1915 αφίχθηκε στην Τραπεζούντα ο γενικός γραμματέας του κεντρικού νεοτουρκικού κομιτάτου ο γιατρός Μπααεντίν Σακήρ μπέης «κατελὼν ἐκ Θεοδοσιουπόλεως (Ἐρζεροὺμ) ἔνθα εἶχεν ὀργανώσει καὶ ἐκτελέσει τὴν σφαγὴν τῶν πολυαρίθμων κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην Ἀρμενίων» (αυτ., σ. 754). 
Ο Σακήρ συνεκάλεσε μαζί με τον βαλή του βιλαετίου Τραπεζούντος και τους άλλους κυβερνήτες ένα συμβούλιο, όπου «ἔδωκε μυστικὰς ὁδηγίας περὶ τῆς γενικῆς σφαγῆς τῶν ἐν τῷ βιλαετίῳ Τραπεζοῦντος οἰκούντων Ἀρμενίων» (αυτ., σ. 754-755).
Στις 13 Ιουνίου δημοσιεύθηκε μία «Δήλωση» η οποία πληροφορούσε ότι μετά από 5 μέρες οι Αρμένιοι πρέπει να αφήσουν τις κατοικίες τους και συνοδευόμενοι από την χωροφυλακή να απομακρυνθούν στις εσωτερικές επαρχίες, όπου και θα μείνουν μέχρι το τέλος του πολέμου.  Ο Χρύσανθος παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι «Ἡ δήλωσις αὕτη καὶ αἱ ἐν αὐτῇ βεβαιώσεις περὶ τῆς καθ’ ὁδὸν παροχῆς πάσης ἀνέσεως καὶ ἀσφαλείας εἰς τοὺς ἐξοριζομένους Ἀρμενίους ἐγένοντο πρὸς παραπλάνησιν τῶν ἀτυχῶν Ἀρμενίων. Ἐν τῇ πράξει ἴσχυσαν αἱ περὶ γενικῆς τῶν ἐξοριζομένων σφαγῆς μυστικαὶ ὁδηγίαι» (αυτ., σ. 757).     
Πράγματι, παρόλο που η «Δήλωση» παρείχε στους Αρμενίους προθεσμία 5 ημερών οι βιαιοπραγίες απέναντι τους άρχισαν ήδη στις 13 Ιουνίου: «Τὴν ἡμέραν τῆς δημοσιεύσεως τῆς εἰρημένης ἐπισήμου δηλώσεως περὶ ἐξώσεως τῶν Ἀρμενίων περὶ τοὺς 300 ἐκ τῶν ζωηροτέρων νέων Ἀρμενίων συλληφθέντες ἐτέθησαν ἐντὸς φορτηγίδος,  ἥτις μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἀνήχθη εἰς τὸ πέλαγος ἔναντι τῶν Πλατάνων, καὶ ἐκεῖ ἐσφάγησαν ὅλοι ὑπὸ τῶν διὰ βενζινοπλοίου παραπλευσάντων τῇ φορτηγίδι τσετέδων, τὰ δὲ πτώματα τῶν ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν» (σ. 758).
Ἠδη προ τις 13 Ιουνίου ο Μητροπολίτης Χρύσανθος, αφού έμαθε το πρόγραμμα των σφαγών άρχισε διαπραγματεύσεις με τον βαλή με σκοπό να αποτρέψει τις σφαγές. Τις προσπάθειές του αυτές ο Χρύσανθος χαρακτηρίζει με μία μονο λέξη «υπεράνθρωπες». Ο Μητροπολίτης από την μία βεβαίωνε τον βαλή «περὶ τῆς νομιμοφροσύνης καὶ εἰρηνικότητος τῶν συνοίκων ἀδελφῶν Ἀρμενίων», από δε την άλλη υπενθύμιζε τις απειλές των συμμάχων Δυνάμεων. Όμως ο βαλής εξέφρασε την βεβαιότητα πως το μόνο πράγμα που δεν θα το έχουν υπόψη οι Δυνάμεις κατά τις διαπραγματεύσεις θα είναι οι σφαγές των Αρμενίων. Ο βαλής ακόμη ανακοίνωσε ότι «ἡ περὶ ἐξολοθρεύσεως τῶν Ἀρμενίων ἀπόφασις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Νεοτουρκικῆς κυβερνήσεως ἦτο ἀμετάκλητος καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης τροποποιήσεως» (αυτ., σ. 757).
Η «Δήλωση» βύθισε σε απελπισία όχι μόνο τους Ποντίους Αρμενίους, αλλά κατέθληψε και τους πάντες Ἐλληνες. Κάθε μέρα οι προϊστάμενοι της Αρμενικής κοινότητας έρχονταν στην Μητρόπολη Τραπεζούντος για την συμβουλή και παρηγοριά του Χρυσάνθου ο οποίος ο ίδιος ήταν «περίλυπος μέχρι θανάτου». Ο Μητροπολίτης σ’αυτές τις τραγικές ημέρες δεν έπαυε να ικετεύει τον βαλή, ταυτόχρονα ελέγχοντας τους πρόξενους της Γερμανίας και της Αυστρίας ότι «ὑπὸ τὰ ὅμματα καὶ τὰς ευλογίας δύο μεγάλων χριστιανικῶν Δυνάμεων ἐξωλοθρεύετο ὁλόκληρος χριστιανικὸς λαός» (αυτ., 758).       
Στις 17 Ιουνίου «Τὴν παραμονήν τῆς ἐξώσεως Ἀρμένιοι μητέρες ἔξαλλοι καὶ μόλις διὰ τῆς εἰσπνοῆς αἰθέρος συγκρατούμενοι παρέθετον τὰς θυγατέρας αὐτῶν εἰς τὴν μητρόπλιν πρὸς διαφύλαξιν. Οὕτω πολυάριθμοι θυγατέρες Ἀρμενίων ἐπλήρωσαν τὸν μητροπολιτικὸν οἶκον φυλοξενούμενοι ἐν αύτῷ ἐπὶ ἡμέρας καὶ παραμυθούμεναι. Τὴν ἑπομένην ὄρθρού βαθέως ἤρχισεν ἡ κατὰ ὁμάδας ἔξωσις τῶν Ἀρμενίων καὶ ἡ μετὰ τὴν ἐκ Τραπεζοῦντος ἔξοδον βαθμιαία αὐτῶν καθ’ ὁδὸν σφαγή.
 Ὁ ἔξω τῆς Τραπεζοῦντος καὶ ἀνατολικῶς αὐτῆς ρέων ποταμὸς Πυξίτης ἤ Δαφνοπόταμος (Ντεγιρμὲν ντερὲ) ἐπληρώθη πτωμάτων. Οἱ παῖδες τῶν Ἀρμενίων έπιβιβαζόμενοι εἰς λέμβους καὶ φορτιγίδας ἐρρίπτοντο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐπνίγοντο. Εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Χαμσίκιοϊ παρὰ τὰς ὑπωρείας τοῦ ὄρους Ζαβουλὼν (Βαζελὼν) οἱ εἰς τὰ ἐργατικά τάγματα ἅμα τῇ ἐπιστρατεύσει καταταχθέντες Ἀρμένιοι ἐτυφεκίστησαν πάντες ἐντὸς τάφρον, ἅς ὑποχρεώθησαν νὰ ὀρύξωσιν οἱ ἴδιοι εἰς βάθος ἐξικνούμενον μέχρι τὴς ὀσφύος αὐτῶν. Τὰ ὀροπέδια τοῦ Παρυάδρου εἶχον καλυφθῆ ὑπὸ πτωμάτων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν Ἀρμενίων» (αυτ., σ. 758).
Παρόλο που οι τουρκικές αρχές επί ποινή θανάτου απαγόρευαν τους Έλληνες να φιλοξενήσουν τους Αρμενίους, οι Έλληνες βέβαια δεν μπορούσαν να μην βοηθάνε του «αδελφούς Αρμενίους». Έτσι σε πολλά χωριά της Γεμουράς και στην κώμη Σάνα «τακτικῶς» έτρεφαν τους Αρμενίους οι οποίοι κρύβονταν μέσα στα δάση της περιοχής. Οι διασωθέντες μ’αυτό τον τρόπο Αρμένιοι μπόρεσαν να γυρίσουν στα χωριά τους την άνοιξη του 1916, όταν ο ρωσικός στρατός κατέλαβε τον Πόντο.  Το έργο περίθαλψης των Αρμενίων ανέλαβε ο προεστός της Σάνας ο Γιωρίκας Μικρόπουλος τον οποίο αργότερα οι Τούρκοι κατακρεούργησαν.
Ένας άλλος γενναίος Έλληνας - ο γιατρός Ανδρέας Μεταξάς με τους δικούς του πόρους νοσήλευε και διάτρεψε στην Ιερά Μονή Αγίου Προδρόμου Βαζελώνος περίπου 30 Αρμενίους των εργατικών ταγμάτων. Οι τελευταίοι είχαν πληγωθεί κατά τον τουφεκισμό τους στην Χαμσίκιοϊ και είχαν βρει την συμπαράσταση και την πνευματική παρηγοριά των πατέρων της Μονής.
Μετά από πολλή πίεση εκ μέρους του Χρυσάνθου ο βαλής συμφώνησε να οργανωθεί στην Τραπεζούντα ένα ορφανοτροφείο για τα αρμενικά ορφανά. Την συντήρηση του ορφανοτροφείου ανέλαβαν η Μητρόπολη και η ελληνική κοινότητα της πόλης. Μετά από λίγες μέρες όμως νέα διαταγή από την Κωνσταντινούπολη διέλυσε το ορφανοτροφείο, ενώ οι κοπέλες και τα παιδιά διανεμήθηκαν στις  τουρκικές οικογένειες. Αργότερα, κατά την ανακωχή του 1918, ο Χρύσανθος απαίτησε να γυρίσουν πίσω οι Τούρκοι τα παιδιά των σφαγμένων Αρμενίων, ενώ  ταυτόχρονα ζήτησε από τις τουρκικές αρχές την απόδοση των κοινοτικών κτημάτων των Αρμενίων.
 Η Μητρόπολη του Τραπεζούντος εγκατέστησε τους ορφανούς στο ιδικό ορφανοτροφείο τα έξοδα του οποίου ανέλαβε η μητροπολιτική Επιτροπή προσφύγων, ενώ την εποπτεία - η αδελφότητα των κυρίων «Μέριμνα». Ο Χρύσανθος απευθύνθηκε στο Αρμένιο Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Ζαβέν (1913-1915, 1919-1922) με παράκληση να αποστείλει στην Τραπεζούντα έναν κληρικό για την προεδρία της μικρής πλέον αρμενικής κοινότητας και για την διαχείριση των κτημάτων της. Ο Πατριάρχης Ζαβέν με ευχαριστήρια επιστολή προς τον Μητροπολίτη Χρύσανθο έστειλε στην Τραπεζούντα τον π. Καρεκίν Χατσατουριάν. Ο τελευταίος ωστόσο δεν βρέθηκε αρκετά ικανός και επιμελής. 
Έτσι, προς την θλίψη και την αγανάκτηση τόσο του Πατριάρχη Ζαβέν όσο και του Χρυσάνθου εμπιστεύτηκε  το αρμενικό ορφανοτροφείο στην άμεση διοίκηση των  Αμερικανίδων ιεραποστόλων, οι οποίες μέσα σ’έναν μήνα μετέστρεψαν τους ορφανούς προς το δόγμα τους…
                       
Γκεβόργκ Καζαριάν
Φοιτητής της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ 


Παραπομπή: http://www.armeniangenocide100.gr/