Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΕΑΠ ( Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων)

Είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των αγροτών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν σε χωράφια έχουν αποκτήσει κάποια αυτάρκεια. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι που ζητούν γεωργικά εργαλεία και κονδύλια να βελτιώσουν τη θέση τους και να ζήσουν με δικά τους μέσα.
Αν, όπως αρχικά σχεδιάστηκε, ήταν δυνατό να περιοριστούν οι εργα­σίες της ΕΑΠ μόνο στην αγροτική αποκατάσταση να ενισχυθούν δηλ. οι αγρότες πρόσφυγες με τα απαραίτητα εφόδια και τις ανάλογες προκατα­βολές, σίγουρα τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Καθώς, όμως, οι εργασίες προχωρούσαν, η ΕΑΠ ήταν υποχρεωμένη να αναλάβει και καθήκοντα, για τα οποία, κανονικά, υπεύθυνη ήταν η πολιτεία. Και ανάμεσα σ’ αυτά, το πρώτο και κύριο ήταν η αστική αποκατάσταση, δηλ. η εξασφάλιση αστικής στέγης. 
Αλλά και στον τομέα της αγροτικής αποκατά­στασης δεν περιορίστηκε στο κύριο έργο της, που ήταν: διανομές κλήρων, σπιτιών, οικοπέδων, ζώων και διαφόρων εφοδίων (χρηματικών και υλι­κών). Πέρα απ’ αυτά, καταπιάστηκε και με καταμετρήσεις, την εκτέλεση δημόσιων έργων κοινής ωφέλειας για τους πρόσφυγες (γέφυρες, δρόμοι, υδροδότηση κ.λ.π.), την ίδρυση υγειονομικών υπηρεσιών και πρότυπων αγροκτημάτων, την αντιμετώπιση απρόβλεπτων δυσκολιών (ξηρασίες, πλημμύρες, παγετοί), την είσπραξη χρεών.
Και όλα αυτά απαιτούσαν δαπάνη απαραίτητη και αναγκαστική για έ­να μεγάλο αριθμό προσφύγων.
Σε μερικές, μάλιστα, ορεινές περιοχές, υπήρχαν χωριά που ζητούσαν, ακόμη και το 1929, εφόδια και βοήθεια σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι τα χωριά του κάμπου.
Αν και το έργο της δεν ολοκληρώθηκε τελείως, ωστόσο έπαυσε να ενισχύεται με άλλα κονδύλια και άρχισε, σταδιακά, να παίρνει το δρόμο της εκκαθάρισης και της διάλυσης.
Βέβαια, ελπίζεται ότι η πολιτεία, στη φροντίδα της για την ευημερία των προσφύγων, θα καταφέρει να ολοκληρώσει τα σχέδια της αγροτικής και αστικής αποκατάστασης, όσα απ’ αυτά δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν ή ήταν στη φάση της κατασκευής. Παρόλα αυτά, η ΕΑΠ δεν απέκλινε από το αρχικό της πρόγραμμα, παρά για πολύ μικρές τροποποποιήσεις, αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Και ο έπαινος της ΕΑΠ δεν είναι μικρός, αν ληφθεί υπόψη η σύγχυση και η ταραχή που επικρατούσε στη χώρα με την πληθωρική άφιξη των προσφύγων και την αθλιότητα της κα­τάστασής τους.
Από τη μια, ομάδες πεινασμένων γυμνών ανθρώπων, χωρίς κανένα πόρο ζωής, με μόνο προορισμό κάποια έκταση γης, κατά το πλείστο ακα­τοίκητη ή χέρσα, εγκαταστάθηκαν σε καλύβες που δεν μπορούσαν να τους προστατέψουν από τον άνεμο και την βροχή. Ζούσαν με τη διανομή του σιτηρεσίου και ο θάνατος ήταν ο καθημερινός τους σύντροφος.
Από την άλλη, μια ολόκληρη περιοχή, κατεστραμμένη από τους πολέ­μους και πρόσφατα προσκολλημένη στην Ελλάδα (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη) επρόκειτο να τους δεχτεί.
Σε τέτοιες συνθήκες άρχισε το έργο της.
Και όμως προχώρησε αρκετά συστηματικά για την εποχή εκείνη. Ήταν ανάγκη να ερευνήσει την ύπαρξη τοπογράφων, αγρονόμων, υδραυλικών, μηχανικών και οικοδόμων.
'Επειτα ήρθε η εξεύρεση σπιτιών, η διανομή καλλιεργήσιμων χωραφιών, σπόρων, ειδών περίθαλψης. Μερικές φορές, ενώ η εργασία προχω­ρούσε καλά, ξαφνικά προσέκρουε σε αξεπέραστα εμπόδια: ανθυγιεινές συνθήκες και αδυναμία υδροδότησης του οικισμού με πόσιμο νερό.
Πρόβαλλε λοιπόν η ανάγκη να εκκενωθεί η περιοχή και να μετακινη­θούν οι πρόσφυγες σε άλλο μέρος. Υπάρχουν περιπτώσεις που πρόσφυγες άλλαξαν εγκατάσταση μέχρι 5 φορές.
Αλλά και εκεί, όπου γινόταν εγκατάσταση προσφύγων χωρίς τον κίνδυνο της μετακίνησης, ήταν αδύνατο να μη ληφθεί μέριμνα για τη συντήρησή τους.
Έπρεπε να αντικατασταθούν τα κτήνη που δεν ήταν σε θέση οι καλ­λιεργητές να κρατήσουν, να επισκευαστούν τα σπίτια, να επιδιορθωθούν οι δρόμοι, να αντιμετωπιστεί ο πυρετός και οι επιδημίες από την ελονοσία.
Ακόμη, ήταν ανάγκη να προστατευτεί η συγκομιδή από τις πλημμύρες, την ξηρασία, τις ακρίδες, να δημιουργηθούν πρότυπα κτήματα, μόνιμες εκθέσεις προϊόντων, φάρμες ζώων, φυτώρια, να ιδρυθούν σχολεία και να οργανωθούν σε δήμους οι αστικοί οικισμοί. Προς αυτή, λοιπόν, την κατεύ­θυνση η ΕΑΠ έπραξε το παν. Δεν έχουμε, παρά να επικαλεστούμε το πα­ράδειγμα της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού Μακεδονίας.
Εδώ και 7 χρόνια η Υπηρεσία αυτή ήταν ένα είδος Υπουργείου. Τα γραφεία της γέμιζαν, από το πρωί μέχρι το βράδυ, από χωρικούς πρόσφυ­γες κάθε επαρχίας. Εκεί ένιωθαν ότι βρίσκονταν σε οικείο περιβάλλον και ήταν σίγουροι ότι θα ακουστεί και θα εξεταστεί το παράπονό τους.
Αυτή, ακριβώς, η δραστηριότητα ήταν εκείνη που, περισσότερο απ’ ο­τιδήποτε άλλο, διατήρησε τους οικισμούς, τους συνένωσε και τους προστά­τεψε από τη διασπορά.
Και αξίζει να δώσουμε το σύνολο των δαπανών για όλες τις αποκατα­στημένες οικογένειες.
Για 270.000 οικογένειες (145.000 αγροτικές και 125.000 αστικές) δαπανήθηκαν 13.400.000 Λ.Α.(σ.σ. λίρες Αγγλίας), δηλ. κάπου 79 Λ.Α. για κάθε οικογένεια.
Από το ποσό αυτό, το κόστος συντήρησης ήταν του ύψους του 1.700.000 Λ.Α., δηλ. 10 Λ.Α. κατά οικογένεια.
Το σπουδαίο είναι ότι, απ’ όσα προσέφερε η ΕΑΠ, έχει χρεώσει τον αγρότη πρόσφυγα μόνο με το κόστος της ανέγερσης του σπιτιού του, την αξία των χωραφιών και τις ενισχύσεις σε είδος και χρήμα.
Εξάλλου, έχει μεγάλη σημασία το ότι οι δραστηριότητες αυτές έχουν εμπεδώσει την εμπιστοσύνη των προσφύγων προς την ΕΑΠ, και, στη συ­νέχεια, έχουν εδραιώσει μέσα τους την αίσθηση της μονιμότητας.

Στάθης Πελαγίδης
Καθηγητής ΑΠΘ (Παιδαγωγικό Φλωρινας)