Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Η Διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα μετά την εγκατάσταση των προσφύγων.

Είναι γνωστή η μαζική βενιζελική τοποθέτηση των προσφύγων του 1922.
Ο βαθιά ριζωμένος βενιζελισμός του προσφυγικού κόσμου έχει αποδοθεί, κάπως επιπόλαια, στις ιστορικές ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία στιγμάτισε τον αντιβενιζελισμό και ειδικότερα τη μοναρχία. Αν και η σοβαρότητα αυτής της άποψης δεν αμφισβητείται, ωστόσο είναι βέβαιο ότι οι ρίζες του προσφυγικού βενιζελισμού εντοπίζονται και πριν και πέρα από την Καταστροφή.
Πρόσφυγες

Πράγματι, οι εντυπωσιακές ελπίδες που καλλιέργησε η νεοτουρκική επανάσταση του 1908 στους μη τούρκικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, γρήγορα εξαφανίσθηκαν, όταν το νέο καθεστώς έδειξε τη δογματική εθνικιστική του εχθρότητα και υιοθέτησε πολιτική υποχρεωτικής «οθωμανοποίησης». Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολίας πολύ γρήγορα έγιναν ο πρώτος στόχος.
Το 1914, η υποχρεωτική εκτόπιση των Ελλήνων της Σμύρνης στο εσωτερικό οδήγησε στο πρώτο μαζικό προσφυγικό ρεύμα 150.000, περίπου, Μικρασιατών Ελλήνων προς τη Μακεδονία.
 Με το ξέσπασμα του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, κατά τον οποίο η Τουρκία ήταν σύμμαχος των Κεντρικών δυνάμεων (Γερμανίας - Αυστρίας), οι ελληνικοί πληθυσμοί της Τουρκίας αντιμετώπιζαν πια σοβαρά τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής τους εξόντωσης.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, η βενιζελική πολιτική, ότι η Ελλάδα έπρεπε να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάτ, παρουσίαζε το τελευταίο και μοναδικό ρεαλιστικό σχέδιο να σώσει τις αρχαίες ελληνικές κοινότητες των 3.000.000, περίπου, ατόμων από τον επικείμενο αφανισμό. Μάλιστα, μετά την ελληνική κατοχή της Ανατολικής Θράκης και της Σμύρνης (1919-1922) η πολιτική αυτή φαινόταν να πλησιάζει στο στόχο της.
Αντίθετα, ο αντιβενιζελισμός, παρά τον κομπασμό του για εθνικισμό και βυζαντινό ρομαντισμό γύρω από το βασιλιά Κωνσταντίνο, θα οδηγούσε, σίγουρα, στην πλήρη αδρανοποίηση και εγκατάλειψη των αλύτρωτων Ελλήνων. Η επιδιωκόμενη ουδετερότητα, σ’ αυτό τον πόλεμο, ερμηνευόταν από τον αντιβενιζελισμό ως καλύτερο μέσο σωτηρίας των Ελλήνων της Τουρκίας, με την οποία, όπως υποστηριζόταν, έπρεπε ν’ αποφευχθούν οι ανοιχτές εχθρότητες, αυτή την ώρα.
Όμως η πραγματική κατάσταση των γεγονότων του 1914-15 και η καθολική εφαρμογή των μέτρων μαζικού εντοπισμού των Ελλήνων της Τουρκίας αποδεικνύει ότι μία τέτοια ερμηνεία ήταν και ατυχής και απατηλή.
Ας μην απορούμε, λοιπόν, γιατί οι αλύτρωτοι Έλληνες και μέλλοντες πρόσφυγες, ιδιαίτερα στην Τουρκία, από το 1914-15 κιόλας έγιναν βενιζελικοί, ακολούθησαν δηλ. το πολιτικό στρατόπεδο που τους υποσχέθηκε σωτηρία, αντίθετα από τον αντιβενιζελισμό που φάνηκε να αποδέχεται  πραγματικά την καταστροφή τους. Εξάλλου, οι αρχικές εντυπωσιακές επιτυχίες της βενιζελικής πολιτικής (Συνθήκη Σεβρών του 1920), και η επακολουθήσασα Μικρασιατική Καταστροφή, στην οποία οδήγησε ο διάδοχος Αντιβενιζελισμός, επιβεβαίωσαν και ενίσχυσαν τη μαζική βενιζελική τοποθέτηση του προσφυγικού κόσμου
Ορφανά του 1922

Περίοδος αποκατάστασης:


Αλλά και στη φάση της αποκατάστασης των προσφύγων, στον ελλαδικό πια χώρο, ο ρόλος της βενιζελικής παράταξης ήταν κορυφαίος. Και αυτό όχι μόνο στην περίοδο 1922-1932, οπότε το προσφυγικό πρόβλημα ήταν στην κορύφωσή του, αλλά και σ’ όλο το διάστημα, από το 1914 κ.ε., όταν συγκροτήθηκε η πρώτη επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων υπό την προεδρία του δραστήριου πολιτικού και συνεργάτη του Βενιζέλου Μ. Νεγρεπόντη. Από την αρχή, λοιπόν, ο Βενιζελισμός, ως ιδεολογία και κόμμα, έγινε, πρακτικά και ουσιαστικά, ο μόνος αποτελεσματικός πολιτικός οργανισμός ενσωμάτωσης και αποκατάστασης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία. Έγινε ο μοναδικός τους προστάτης.
Πράγματι, μετά την Καταστροφή, η Επανάσταση του 1922 πήρε δραστικά μέτρα για την ανακούφιση και εγκατάστασή τους. Η πολιτική αυτή, λίγο - πολύ, συνεχίστηκε από τις διαδοχικές βενιζελικές κυβερνήσεις μέχρι το 1933. Δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων δρομολογήθηκαν, όχι μόνο από την ΕΑΠ, αλλά και από βενιζελικά πολιτικά ή ακόμη και ιδιωτικά πρακτορεία, όπως φιλανθρωπικές ομάδες βενιζελικών κυριών (Πην. Δέλτα κ.ά.), ή τον ίδιο το Βενιζέλο και τη γυναίκα του.
Εξάλλου, καθοριστικός ήταν ο ρόλος του βενιζελισμού για την ενσωμάτωση των προσφύγων στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Τόσο σε τοπικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο, αναγνωρίστηκαν ως ολοκληρωμένο και προνομιούχο κομμάτι της βενιζελικής παράταξης. Προσφυγικές οργανώσεις αποτέλεσαν ολοκληρωμένο κομμάτι του ιστού των βενιζελικών οργανώσεων, γρήγορα ανέπτυξαν πολιτικούς μηχανισμούς με αρχηγούς πρόσφυγες ή προ-προσφυγικούς πολιτικούς. Γι’ αυτό οι πρόσφυγες είδαν το Φιλελεύθερο Κόμμα ως δικό τους Κόμμα.
Αντίθετα, ο αντιβενιζελισμός, από την αρχή ως το τέλος της 1ης 10ετίας της προσφυγικής παρουσίας στην Ελλάδα (1923-1933), ήταν όχι μόνο απών από το έργο ανακούφισης και αποκατάστασης των προσφύγων, αλλά και συχνά έδινε υποσχέσεις στους οπαδούς του ότι, αν ποτέ έρθει στην εξουσία, θα ανέτρεπε ότι έγινε, αφαιρώντας ακόμη και τα ανταλλάξιμα χωράφια από τους πρόσφυγες, για να τα δώσει σε ντόπιους. 
Έτσι, μοιραία ο αντιβενιζελισμός λειτουργούσε ως πολιτικός χώρος και ως μοχλός δράσης των εντοπίων. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιοχές η διάκριση βενιζελικών και αντιβενιζελικών συνέπιπτε με τη διάκριση προσφύγων και γηγενών, οι σχέσεις των οποίων εμφανίζονται ιδιαίτερα οξυμένες.
Και αυτό, παρόλο που στα μέσα της πρώτης 10ετίας εμφανίζονται τα πρώτα δειλά βήματα εργατικών, αγροτικών, προσφυγικών κομμάτων. 
Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1926 πήραν μέρος, εκτός από το Λαϊκό και το κόμμα των Φιλελευθέρων, και: το Κ.Κ.Ε., που κέρδισε 10 έδρες, το Αγροτικό Κόμμα (4 έδρες), το Κόμμα Ανεξαρτήτων και Προσφύγων (2 έδρες), το Φιλελεύθερο Προσφυγικό Κόμμα (4 έδρες).
Παράλληλα, η δυστυχία και η αγανάκτηση των προσφύγων, καθώς βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, αποτελούσαν πρόκληση για εκμετάλλευση από τους διάφορους επιτήδειους προσφυγοπατέρες, αλλά και ανοιχτό πεδίο δράσης για το Κ.Κ.Ε.
Έτσι διαμορφώνεται το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό στην Ελλάδα μέχρι το Σύμφωνο Φιλίας Βενιζέλου και Κεμάλ Μουσταφά του 1930. Και δε διαφοροποιείται ούτε και από την οργανωμένη εκστρατεία του ΣΕΚΕ, κατοπινού Κ.Κ.Ε., που κάθε τόσο απευθύνεται σε εργάτες, αγρότες και πρόσφυγες με τη φανταχτερή μπροσούρα «Ενωμένο Μέτωπο Εργατών, Αγροτών και Προσφύγων», μέχρι το 1928, και «Εργατών και Αγροτών», από εκεί και πέρα. Σ’ αυτό το διάστημα οριστικοποιήθηκαν οι προσφυγικοί οικισμοί και μπορούσαν πια οι πρόσφυγες (αστοί και αγρότες) να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους από κοινού με τους ντόπιους.
Η αποφασιστική καμπή για αλλαγή και απόσχιση από τη βενιζελική παράταξη παρατηρείται τον Ιούνιο του 1930, όταν ο Βενιζέλος εισηγείται στη Βουλή, για ψήφιση, τη Συνθήκη της Άγκυρας και δηλώνει με έμφαση ότι το όραμα της πλήρους αποζημίωσης των προσφύγων πρέπει να αντικατασταθεί από το όραμα της πλήρους αποκατάστασης, δηλ. της επαρκούς εγκατάστασης. 
Αυτό σήμαινε ότι οι προσφυγικές αποζημιώσεις αλληλοχαρίστηκαν μεταξύ των δύο κρατών (100.000.000.000 δρχ. ελληνικών αποζημιώσεων, έναντι 12.500.000.000 τουρκικών) και οι πρόσφυγες έχαναν πια οριστικά τις αποζημιώσεις τους για τις περιουσίες που άφησαν την Τουρκία. Το γεγονός, λοιπόν, αυτό, σε συνδυασμό με την καταγγελία του Συμφώνου Φιλίας από το Λαϊκό Κόμμα, αλλά και με την προπαγάνδα ορισμένων προσφυγοπατέρων, οδήγησε στη βαθιά δυσαρέσκεια του προσφυγικού κόσμου που έχανε τις αποζημιώσεις του.
Έτσι, η συζήτηση για τη Συνθήκη της Άγκυρας άνοιγε το δρόμο για μελλοντικές ανακατατάξεις μεγάλης σημασίας. Οι Αρχηγοί των Κομμάτων άρχισαν να προσφέρουν ο ένας περισσότερα από τον άλλο για την υποστήριξη των προσφύγων (X" Κυριάκος, Καφαντάρης, Κονδύλης, Μεταξάς). Το ίδιο και τα Κόμματα (Λαϊκό και Κ.Κ.Ε.). Έτσι, αρκετοί πρόσφυγες άλλαξαν και σιγούρεψαν την εκλογική νίκη των Αντιβενιζελικών -1933. Είκοσι (20) από τις 21 καίριες έδρες των Αθηνών χάθηκαν για τους Βενιζελικούς.
Όμως, το πρόβλημα δεν ήταν τόσο η προσκόλληση των προσφύγων στον Αντιβενιζελισμό (Λ. Κόμμα, Κονδύλης, Μεταξάς), όσο η στροφή τους προς τον Κομμουνισμό. Και αυτό συμβαίνει μετά τα κινήματα του Πλαστήρα (1934) και του Βενιζέλου (1935), που βρίσκουν συνεργούς και συμπαραστάτες τους πρόσφυγες. 
Το γεγονός ότι το Λαϊκό Κόμμα, που ήταν στην εξουσία, στράφηκε με μανία κατά των προσφύγων, χρησιμοποιώντας ακόμη και βία, άνοιξε το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη η κακομοιριά, η μιζέρια και τα πιεστικά στεγαστικά προβλήματα, ιδιαίτερα των αστών προσφύγων, δημιουργούν συνθήκες που ευνοούσαν αυτή τη μεταστροφή.
Όμως, πέρα από τις ιστορικές αυτές συγκυρίες των κινημάτων και από τα οξύτατα οικονομικά και στεγαστικά προβλήματα των προσφύγων, πρέπει να πούμε ότι ο προσφυγικός αριστερισμός ξεφύτρωσε από βαθύτερους και πιο περίπλοκους παράγοντες. Συγκεκριμένα από την εθνότητα και την κοινωνική τους τάξη. Δηλ. εθνικές ομάδες υποκείμενες σε διακρίσεις και αποξενωμένες από τις ευρύτερες κοινωνίες στις οποίες ζουν, είναι φυσικό να ρέπουν προς τα αριστερά. Από την άλλη, οι πρόσφυγες, ως εργάτες και ως αγρότες, ήταν επόμενο να στραφούν προς τα αριστερά (Αγροτικό Κόμμα, Κ.Κ.), σύμφωνα με την ταξική τους κατάσταση.
Πασαλίδης Γιάννης

Εξάλλου, η υπόσχεση του Κ.Κ.Ε. για πλήρεις αποζημιώσεις, πλήρη απαλλαγή από τα χρέη και από το προσφυγικό ενοίκιο, για απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων, φορολογία του κεφαλαίου, άτοκα δάνεια, δημιουργούσαν ευνοϊκές προϋποθέσεις, προκειμένου να απαγκιστρωθεί κανείς από τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα, τα οποία εμφανίζονται από το Κ.Κ.Ε. ως εκμεταλλευτικά των εργατών, των αγροτών και των προσφύγων.
Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι ραγδαίες, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Βενιζέλου (Μάρτιος 1936) και τη βίαιη μεταξική δικτατορία (Αύγουστος 1936).
Άνετα θα λέγαμε ότι η ορμητική πορεία των προσφύγων προς τον κομμουνισμό, κυρίως σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, έφτασε σε σημαντικές διαστάσεις προς τα τέλη του Μεσοπολέμου (μετά το 1935). Αρκεί να έχουμε υπόψη ότι, στην ελίτ της αρχηγίας του Κ.Κ.Ε., οι πρόσφυγες έχουν πλεονεκτική και ηγετική θέση: οι μισοί, περίπου, της κεντρικής επιτροπής και οι περισσότεροι από τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου ήταν πρόσφυγες (Βαφειάδης, Ιωαννίδης, Παρτσαλίδης, Πασαλίδης κ.λ.π.), συμπεριλαμβανομένου και του ιστορικού αρχηγού Ν. Ζαχαριάδη.
Απ’ όσα παραπάνω εκθέσαμε, φάνηκε ότι οι πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα μετά την άφιξη των προσφύγων και μέχρι τη μεταξική δικτατορία, ευνόησαν, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, τις διαμάχες μεταξύ ντόπιων και προσφύγων.
Αλλά και οι κοινωνικές, κυρίως οι οικονομικές, συνθήκες ενίσχυσα'· αφάνταστα αυτό το κλίμα.

Ευστάθιος Πελαγίδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου ΑΠΘ