Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ- ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΝΔΗΛΑΠΤΟΥ -ΚΑΝΕΩΣ ΜΕΡΟΣ 2ο


1916
Στις αρχές του 1916 ο ρωσικός στρατός έχει ήδη εισέλθει στον ανατολικό Πόντο. Καταλαμβάνει και εγκαταλείπει τη Σάντα πολλές φορές. Στις 5 Φεβρουαρίου εισέρχεται στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) και οι Έλληνες ελπίζουν ότι σύντομα και η Αργυρούπολη θα βρεθεί υπό ρωσική κατοχή. 
Οι Αργυρουπολίτες Τούρκοι φεύγουν, αλλά επειδή οι Ρώσοι παραμένουν περισσότερο απ’ ότι ανεμένετο στο Ερζερούμ επιστρέφουν και αποφασίζουν να εξορίσουν στο Κελκίτ τους Έλληνες άντρες ηλικίας 18-50 ετών. Ο Γ. Κανδηλάπτης αποφασίζει να μην παραδοθεί, αλλά αναγκάζεται να παρουσιαστεί όταν οι Τούρκοι αποφασίζουν να κάψουν το σπίτι του. Μετά από οδοιπορία τριών ημερών μέσα στο βαρύ χειμώνα φτάνουν στο Κελκίτ.
 Μετά από δέκα μέρες δίνεται η άδεια να επιστρέφουν στην Αργυρούπολη όσοι έχουν πληρώσει τη στρατιωτική τους θητεία. Οι υπόλοιποι στέλνονται στα εργατικά τάγματα στη Χερροίανα. Ο Γ. Κανδηλάπτης, παρά το ότι δεν έχει πληρώσει «στρατιωτικόν άντισήκωμα» επιστρέφει στην Αργυρούπολη χάρις στην προστασία Τούρκων προκρίτων Αργυρουπολιτών που έχουν εμπορικές συναλλαγές στο Κελκίτ.
Στην πατρίδα του παραμένει ήσυχος μόνο σαράντα πέντε μέρες. Αναγκάζεται να παρουσιαστεί στον πολιτικό και στρατιωτικό διοικητή Αργυρουπόλεως. Στις 23 Απριλίου 1916 τον στέλνουν στη Χερροίανα. Στις 23 Μαΐου λαμβάνει από τη σύζυγό του συνθηματική επιστολή, η οποία τον πληροφορεί για την κατάληψη της Κρώμνης από το ρωσικό στρατό. Δραπετεύει, κατευθύνεται προς το χωριό Μοναστήρι της Ατρας και από εκεί έρχεται στην Αργυρούπολη, όπου κρύβεται σαράντα μέρες.
Την 6η Ιουλίου 1916 ακούγονται κρότοι κανονιών και οι τουρκικές οικογένειες φεύγουν για την ενδοχώρα. Οι Τούρκοι γείτονες τους αποχαιρετούν και τους παρακαλούν να προσέχουν την περιουσία τους. Επειδή όμως ο τουρκικός στρατός καθώς οπισθοχωρεί προβαίνει σε λεηλασίες οικιών και καταστημάτων, οι χριστιανοί και οι εναπομείναντες μουσουλμάνοι γέροντες αποφασίζουν να καταφύγουν στα γύρω σπήλαια. Κάποιοι νέοι, ανάμεσά τους και ο Γ. Κανδηλάπτης, κρατώντας όπλα προστατεύουν τα σπίτια.
Την 7η Ιουλίου 1916 ο ρωσικός στρατός εισέρχεται στην Αργυρούπολη. «(...) ο ρωσσικός στρατός νικηφόρος είσήλθεν εις τήν Άργυρόπολιν υπό τήν αρχηγίαν του Πολωνού στρατηγού Ίβάν Κουλίκα. Εις προϋπάντησίν του έξήλθον υπό τόν ήχον κωδωνοκρουσιών οί Έλληνες καί Τούρκοι μετά τών έξαπτερύγων καί εικόνων, ότε ο Δημ. Άποστολίδης προσέφερε τά σημεία της υποταγής, άρτον καί άλας, καί κατευθύνθησαν εις τόν ναόν του Τίμιου Σταυρού, όπου έψάλη μεγάλη δοξολογία. Επειδή δέ ό στρατός έμελλε νά προχωρήση, έξελέγησαν χωροφύλακες νέοι, έντόπιοι, υπό Ρώσσων στρατιωτικών καί πολιτικόν διοικητήν. Αυθημερόν, προσκληθείς εις τήν οικίαν τού άριστίνδην έκλεγέντος δημάρχου τής πόλεως Δημ. Άποστολίδου, οπού κατέλυσε καί ό στρατηγός Κουλίκα, διετάχθην υπ’ αυτού όπως κατασκευάσω μίαν σφραγίδα έκ λίθου διά τόν διοικητήν της πόλεως.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 109).
Το Σεπτέμβριο του 1916 ο Γ. Κανδηλάπτης εκλέγεται γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως και γραμματέας του φιλεκπαιδευτικού συλλόγου «Κυριακίδης». Τον Οκτώβριο γίνονται κοινοτικές εκλογές και εκλέγεται μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Ο δήμαρχος, ο γραμματέας και επτά μέλη είναι Έλληνες. Τρία μέλη είναι Τούρκοι.
Οι τουρκικές οικογένειες περνούν πολύ δύσκολες μέρες γιατί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους. «(...) τη συστάσει μου συνεστήσαμεν τήν αδελφότητα «Αγάπη», δι' ής διά χορών, έσπερίδων, θεατρικών παραστάσεων, συνδρομών καί άλλων μέσων συνηθροίζομεν χρήμα δι’ ου έτροφοδοτούμεν τάς τουρκικάς άπορους οίκογενείας- έπί πλέον δέ καί καθ’ έκάστην Κυριακήν περιήγομεν δίσκους εις τάς έκκλησίας, δι’ ών έβοηθούμεν αυτάς.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 111).
Το 1916 επισκέπτεται την Αργυρούπολη ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο οποίος μελετά τους κώδικες της Μητρόπολης. Προσλαμβάνει το Γ. Κανδηλάπτη ως συνεργάτη του περιοδικού «Οι Κομνηνοί» που εκδίδει ο ίδιος στην Τραπεζούντα,
Η ρωσική κατοχή στον ανατολικό Πόντο συνοδεύεται από τα αγαθά της ειρηνικής ζωής. Οι κάτοικοι εργάζονται και τα σχολεία λειτουργούν. «Άμα τή άπελευθερώσει τών μερών εκείνων επανήλθαν πολλοί ξενιτευόμενοι ημών έκ Ρωσσίας καί, φύσει έπιχειρηματίαι, ήρξαντο τήν δημιουργίαν αν εργασιών προσοδοφόρων. Επειδή δέ ήρχισαν νά κατασκευάζονται μεγάλαι άρτηρίαι οδών εις όλα τά σημεία τού Πόντου, καί έχρειάσθησαν έργατικαί χείρες, διά τούτο καί Τούρκοι καί Τούρκισσαι καί ομογενείς έργαζόμενοι άπελάμβανον τα καλά της ελευθερίας. Τά σχολεία έλειτούργησαν υπό φιλοτίμους καί επιμελείς διδασκάλους. Άποθεματικά κεφάλαια συνεσωρεύοντο ύπέρ των σχολείων καί έν γένει παρετηρείτο μία αξιοθαύμαστος κίνησις.» (Αυτοβιογραφία, σελ 113).

1917
Το 1917 γίνεται η Οκτωβριανή Επανάσταση. Η τσαρική Ρωσία μετατρέπεται σε Σοβιετική Ένωση. Το φρόνημα των Ρώσων στρατιωτών αλλάζει. «Πράκτορες τού κομμουνισμού έλθόντες καί εις τά σύνορα έδηλητηρίασαν τό φρόνημα τού Ρώσσου στρατιώτου, όστις, ένώ κατ’ αρχήν ήρώτα: Κωνσταντινόπλι ταλεκό;», δηλ. «ή Κωνσταντινούπολις είναι μακρά;», τώρα ελεγε «Τι μάς χρειάζονται οι ξηροί ούτοι βράχοι, αφού έχωμεν τόσας αχανείς έκτάσεις καί άγρούς εις τήν Ρωσσίαν;», καί δέν ήθελον νά προχωρήσουν.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 114).
Την ίδια χρονιά οι Κρυπτοχριστιανοί της Αργυρούπολης πηγαίνουν στη Μητρόπολη και ζητούν να αποκηρύξουν τη διπροσωπία και να διακηρύξουν την πίστη τους στο Χριστιανισμό. Ο αρχιερατικός επίτροπος τους αποτρέπει και τους ζητά να περιμένουν μέχρι την οριστική εγκαθίδρυση μιας μόνιμης κυβέρνησης.
Η κατάσταση στα σύνορα χειροτερεύει. Τούρκοι εισέρχονται στα εδάφη που είναι υπό ρωσική κατοχή, ενώ Ρώσοι στρατιώτες αποχωρούν για την πατρίδα τους. Οι Έλληνες πρόκριτοι της Αργυρούπολης στέλνουν εκπρόσωπο στο Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο για να τον ρωτήσει σε ποιες ενέργειες πρέπει να προχωρήσουν. Η απάντηση είναι ότι πρέπει να αγοραστούν όπλα για να μπορέσουν να κρατήσουν άμυνα σε περίπτωση επιθετικής στάσης των Τούρκων. 
Οι πρόκριτοι προχωρούν και στην οργάνωση Εθνικών Ελληνικών Οργανώσεων. «Πράγματι ήρξατο η αγορά όπλων, εις τούτο βοηθούντος καί ενός φιλέλληνος Ρώσσου Κοζάκου ταγματάρχου. 'Ενώ δέ τά πάντα ήσαν μετέωρα, διδάσκαλοι καί διανοούμενοι έτράπημεν εις τά διάφορα τμήματα της έπαρχίας μας πρός σύστασιν Εθνικών Ενώσεων, ών σκοπός ήτο η έκγύμνασις πάντων των δυναμένων φέρειν όπλα καί ή έν καιρώ προάσπισις τής ζωής, τιμής καί περιουσίας των, μέχρι τής έγκαθιδρύσεως τής νομίμου Κυβερνήσεως.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 116).

1918
Την 1η Ιανουαρίου 1918 αποκτά το τέταρτο παιδί του, το οποίο βαπτίζεται μετά από λίγες μέρες. Του δίνουν το όνομα Θεόδωρος.
Ήδη από τις πρώτες μέρες του 1918 πολλοί Αργυρουπολίτες ανησυχούν για πιθανά αντίποινα των Τούρκων και αποφασίζουν να ακολουθήσουν το ρωσικό στρατό. Στις 22 Ιανουαρίου κάνουν την εμφάνισή τους οι Τσέτες, δηλαδή Τούρκοι οπλισμένοι. Ο πληθυσμός αμύνεται, αλλά αρχίζει και η μαζική φυγή. Ακολουθούν το ρωσικό στρατό που κατευθύνεται προς την Τραπεζούντα.
Στις 3 Φεβρουάριου 1918 οι Τούρκοι εισέρχονται στην Αργυρούπολη. Μετά από λίγες μέρες ο Γ. Κανδηλάπτης μεταμφιεσμένος σε Ρώσο στρατιώτη φεύγει για την Τραπεζούντα με δύο έγγραφα των οποίων παραλήπτης είναι ο Μητροπολίτης Χρύσανθος.
Στην Τραπεζούντα ο Μητροπολίτης και το κοινοτικό συμβούλιο τον παρακαλούν να καθησυχάσει τους κατοίκους της πόλης. Του ζητούν να δημοσιεύσει έκθεση για την επάνοδο των Τούρκων στην Αργυρούπολη, η οποία να αποτρέπει τη φυγή των Ελλήνων της Τραπεζούντας. «(..) πράγματι έδημοσίευσα μακροσκελή διατριβήν περί τής επανόδου τών Τούρκων καί τής ειρηνικής καί νομίμου διαβιώσεώς μας καί έγενόμην αίτιος, ίνα πολλαί οίκογένειαι έπανέλθωσιν εις τάς εστίας των (...).» (Αυτοβιογραφία, σελ. 122). 
Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος για να αποτρέψει τα αντίποινα εξέρχεται με Έλληνες προκρίτους επικεφαλής του ρωσικού στρατού για να προϋπαντήσει τον τουρκικό στρατό. Οι πρωτοστατήσαντες για την ίδρυση και λειτουργία των Εθνικών Ελληνικών Ενώσεων αναγκάζονται να καταφύγουν στη Ρωσία.
Τραπεζούντα
Ο Γ. Κανδηλάπτης παραμένει στην Τραπεζούντα περίπου ένα μήνα. Όταν επιστρέφει στην Αργυρούπολη ανοίγει πάλι το κατάστημά του και εργάζεται ως κουρέας. Ομως η κατάσταση γίνεται πλέον απειλητική για τους Έλληνες. 
«Ήρχισαν ολίγον κατ’ ολίγον νά έπιστρέφωσιν οι Τούρκοι καί έκ τού έσωτερικού καί τής εξορίας, φάσματα δυστυχίας καί πείνης, ότε καί μέγιστη ένδεια έπεκράτησε, διότι τά έκ τών Ρώσσων έγκαταλειφθέντα τάχιστα έξηντλήθησαν. 
Άλλά κυρίως έξεμάνησαν οί Τούρκοι κατά τών Χριστιανών, διότι εβλεπον αυτούς μέν εις τά οικήματά των καί τά καταστήματα, τούς ίδιους δέ έν πείνη καί δυστυχία. Όθεν ήρχισαν τάς καταγγελίας κατά των εύπορούντων ομογενών, ότι δήθεν κατεχράσθησαν τάς περιουσίας των, ότι έβιαιοπράγησαν κατ’ αυτών καί έρριπτον αδίκως είς τάς φυλακάς πολλούς ομογενείς, έξ ών καί ικανοί άπέθανον (...).» (Αυτοβιογραφία, σελ 123).
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος τελειώνει το 1918. Νικητής είναι η Αντάντ, δηλαδή οι δυνάμεις της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και οι σύμμαχοί τους, όπως η Ελλάδα. Οι εναπομείναντες Έλληνες στρατιώτες που είχαν καταταγεί στα τάγματα εργασίας μπορούν πλέον να γυρίσουν στα σπίτια τους. «Έν τώ μεταξύ, γενομένης ποιάς τίνος ελευθερίας διά τής νίκης τής Άντάντ, ήρχισαν οί δυστυχείς καί παθόντες έν τώ πολέμω ομογενείς στρατιώται νά κατέλθωσιν είς τήν παραλίαν πρός άναχώρησιν είς τάς πατρίδας των. Επειδή οί περισσότεροι ησαν φάσματα πείνης καί δυστυχίας καί έστερούντο καί αυτών τών έξόδων τού δρόμου, διά τούτο έγώ έκ Ταλταπάν, όπου μετέφερα τό κατάστημά μου, έφοδιάζων διά σημειώματος άπέστειλον αυτούς εις Άργυρόπολιν, όπου έλάμβανον άνά 10 ρούβλια έκαστος καί κατήρχοντο είς τήν Τραπεζούντα, όπου πάλιν βοηθούμενοι έκ τών εκεί ομογενών διεπορθμεύοντο είς τήν Κωνσταντινούπολην. Καί τά χρήματα έκείνα προήρχοντο έκ τών χρημάτων, άπερ ήθροίσαμεν ώς νεολαία κατά τήν ρωσσικήν κατοχήν πρός αποστολήν είς τούς έν Τουρκία ομογενείς.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 125).
Το Νοέμβριο του 1918 επιστρέφει στην Αργυρούπολη ο Μητροπολίτης Χαλδίας Λαυρέντιος. Διορίζει τον Γ. Κανδηλάπτη γενικό διευθυντή των εφορειών όλων των σωματείων.

1919
Τον Οκτώβριο του 1919 αποκτά το πέμπτο του παιδί, το Χαρίλαο, ο οποίος όμως αποβιώνει λίγες μέρες μετά τη γέννησή του.
Την ίδια χρονιά ο Μουσταφά Κεμάλ αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της Τουρκίας και οργανώνει ως πρωθυπουργός πλέον την τελευταία φάση της εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου. «Ενώ δέ ήλπίζομεν πλήρη πολιτικήν ελευθερίαν καί έθνοσυνελεύσεις έγένοντο έν Τραπεζούντι καί Βατούμ καί κινήσεις των Ποντίων διανοουμένων πρός δημοκρατικοποίησή του Πόντου, αίφνης, άνακηρύττεται ή έγκαθίδρυσις της Κυβερνήσεως του Κεμάλ έν Άγκυρα, καί τότε οί Τούρκοι άπέβησαν θηριώδεις. Ό Τοπάλ Όσμάν εδρα έν Κερασούντι εις βάρος τών έκεί ομογενών, έν Χαλδία δέ ο Κιόρ Σαλέχ, έκ χωρίου Βεσέρης του Κοασίου, συστήσας 10μελη συμμορία έξ αποβρασμάτων της κοινωνίας κακοποιών, ήρξατο καίων καί καταστρέφων τά ομογενή χωρία τής περιφερείας έκείνης.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 130).

1920
Νίκος Καπετανίδης
Το 1920 σχεδόν όλη η πνευματική ηγεσία του ελληνισμού του Πόντου συλλαμβάνεται, παραπέμπεται σε δίκες στην Αμάσεια και αποστέλλεται στην αγχόνη. «Ο Κεμάλ διά τών έξοριών, διά τών άνεξαρτήτων δικαστηρίων καί τού Τοπάλ Όσμάν εξοντώνει τόν έλληνικόν πληθυσμόν τού Πόντου. Έκ Τραπεζούντος φεύγει εις τήν Βασιλεύουσαν ό Τραπεζούντος Χρύσανθος. Τό ίδιον πράττουσι καί οί λοιποί Μητροπολίται Νεοκαισαρείας Πολύκαρπος, Άγκυρας Γερβάσιος, Χαλδίας Λαυρέντιος, Άμασείας Γερμανός, καί άκέφαλον μένει τό έθνος. Καταδικάζονται ερήμην εις θάνατον καί συλλαμβάνονται ό Ματθαίος Κωφίδης, Κρωμναίος πολιτικός, αντιπρόσωπος τής Μητροπόλεως Τραπεζούντας παρά τή Κυβερνήσει, ο βιομήγανος Αλέξανδρος Άκριτίδης έκ Λοκάστο καί ό διευθυντής τής εφημερίδας « Εποχή» Νικ. Καπετανίδης.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 131).
Όταν πληροφορούνται για τις συλλήψεις ο Γ. Κανδηλάπτης και ο Ν. Μουμτσίδης τρέχουν στην Ιερά Μητρόπολη Αργυρουπόλεως και παραδίδουν στη φωτιά έγγραφα, τα οποία έχουν περιεχόμενο σχετικό με την ίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στον Πόντο. Αποστολέας των εγγράφων, τα οποία είχαν σταλεί από την Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι είναι ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος.
Στη Σάντα οι κάτοικοι δημιουργούν ισχυρό ανταρτικό σώμα και επιτυγχάνουν την ασφάλεια και την ελευθερία τους.
Αρχίζουν οι πορείες θανάτου προς την ενδοχώρα. «Οι ομογενείς τής επαρχίας Χαλδίας, μόνον οι άνδρες, εξορίζονται εις τήν Έρζερούμην, καί φόβος καταλαμβάνει καί ημάς τούς έν τή πόλει. Εξορίζονται καί οί έν Τραπεζούντι άπό ηλικίας 18-50 εις Άργυρόπολιν καί είτα εις τήν Θεοδοσιούπολιν. Μετά τινας ήμέρας έξορίζονται καί όλοι οί Σανταίοι άνδρες καί γυναικόπαιδα εις τήν Άργυρόπολιν καί είτα εις Χανούς τής Έρζερούμης, άποδεκατιζόμενοι διά τής πεζοπορίας.» (Αυτοβιογραφία, σελ 132).
Η τουρκική κυβέρνηση απαιτεί από τους Έλληνες να μην αναγνωρίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά το εθνικό κέντρο της Αγκυρας και να αυτοαποκαλούνται Τουρκοορθόδοξοι.
 Εις τους γάμους πλέον πρέπει να παρίσταται και ο Μουφτής ή αντιπρόσωπός του.
Την 1η Δεκεμβρίου 1920 ανακοινώνεται στους Αργυρουπολίτες ότι εξορίζονται όλοι οι άντρες ηλικίας 20-50 ετών στο Ερζερούμ, τη Θεοδοσιούπολη των βυζαντινών χρόνων. «Ακριβώς τήν 6ην Δεκεμβρίου, υπό φοβεράν χιονοθύελλαν, άνεχωρήσαμεν έκ τής πατρίδος καί μέ μυρέους βαλάνους, μετά πορείαν δέκα ημερών, έφθάσαμεν εις τήν Θεοδοσιούπολιν. (...) Ανεξάλειπτος μένει καί ή διάβασίς μας έκ τής οδού τού Κοπ-δάγ, τού φοβερού έκείνου όρους, όπερ έγένετο ό τάφος τόσων θαλερών υπάρξεων ομογενών.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 134).
Στη Θεοδοσιούπολη οι Τούρκοι τους δέχονται φιλικά και κατορθώνουν να βρουν εργασία, ώστε να μπορέσουν να συντηρηθούν. Ο Γ. Κανδηλάπτης εργάζεται στα ταχυδρομεία προς εξυπηρέτηση των ομογενών. Εργάζεται επίσης ως κουρέας, ως βοηθός του επιστάτη των ομογενών, ακόμη και ως γιατρός. «Τολμηρός είσερχόμην εις τούς θαλάμους τών ασθενών ομογενών παρηγορών, ένθαρρύνων, ξυρίζων καί ποιών πολλάκις καί έγχειρίσεις αυτών επί πληγών καί άλλων άσθενειών.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 135).
Το Φεβρουάριο του 1921 εξορίζονται όλοι οι εναπομείναντες άντρες της Αργυρούπολης, ηλικίας 15-60 ετών στην πόλη Ερζιγγιάν.
Το 1921 ζει τη χειρότερη περιπέτεια της ζωής του. Μετά από την αποχώρηση των Ρώσων από την Αργυρούπολη, ένας Τούρκος αρτοποιός δανείστηκε ένα χάλκινο λέβητα. Όταν ο δανειστής ζήτησε το λέβητα πίσω, ο Τούρκος αρνήθηκε να τον επιστρέφει, αλλά ο χριστιανός δια της νομίμου οδού κατόρθωσε να πάρει πίσω το σκεύος του. Γεμάτος οργή ο Τούρκος μηνύει στις δικαστικές αρχές εικοσιοκτώ ομογενείς της Αργυρούπολης και ανάμεσά τους το Γεώργιο Κανδηλάπτη. Η κατηγορία είναι βιαιοπραγίες κατά των Τούρκων και αρπαγή των τουρκικών περιουσιών στη διάρκεια της ρωσικής κατοχής.
Το δικαστήριο της Αργυρούπολης αποστέλλει τη μήνυση στα «Ανεξάρτητα Δικαστήρια» της Αμάσειας, με την κατηγορία ότι η υπόθεση αφορά «το Ποντιακόν ζήτημα». «Τά Ανεξάρτητα Δικαστήρια Άμασείας έχαρακτήρισαν αυτήν ώς έπιτοπίων ζητημάτων αδικήματα καί διέταξαν τήν διεξαγωγήν τής δίκης έν Άργυροπόλει, επειδή έν τω μεταξύ έξεδόθη καί ό έρυθρός χάρτης του Πόντου καί δέν εύρέθησάν που τά όνόματά μας άναγεγραμμένα, τά οποία έκ προνοίας ό έν Τραπεζούντι θείος μου καί γραμματεύς τής Ίεράς Μητροπόλεως Άνέστης Κ. Οικονομίδης, φρονίμως ποιών, έξηφάνισε ψαλιδώνων τάς ύπογραφάς μας (διότι ο Χρύσανθος φεύγων έκ Τραπεζούντος δέν μετέφερεν ή κατέστρεψεν αυτά καί περιήλθον δι’ έρεύνης είς τάς χεΐρας τής τουρκικής κυβερνήσεως).» (Αυτοβιογραφία, σελ. 138).
Από τους εικοσιοκτώ κατηγορούμενους εντοπίζονται μόνο οι οκτώ, γιατί οι υπόλοιποι είχαν ακολουθήσει το ρωσικό στρατό στην επιστροφή του στη Ρωσία. Ο Γ. Κανδηλάπτης ταλαιπωρείται πολύ τόσο στη φυλακή, όπου κρατείται εν όψει της μετακίνησής του προς στην Αργυρούπολη όσο και, στη διάρκεια της πορείας προς την πόλη.
Oι συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές της Αργυρούπολης είναι εντελώς διαφορετικές. «Έν ταις φυλακαίς έξηκολούθησα τό επάγγελμα τού κουρέως καί τού οδοντιάτρου, ζητούμενος καί εις τάς οικίας τών δικαστών καί τών αρχών της πόλεως, κερδίζων ικανά, ώστε νά βοηθήσω καί τήν οικογένειαν μου. Άποκτήσας δέ καί τήν έκτίμησιν τού διευθυντού άνεβιβάσθην εις τό άνω πάτωμα τών φυλακών, όπου προανηλθον ο Νικ. Μουμτσίδης καί ό Λαυρεντιάδης, καί είχομεν ευρύχωρα δωμάτια. Ενίοτε δέ ό Διευθυντής τών φυλακών μάς άπέστελνε καί εις τάς οικίας μας τήν νύκτα, καί έπιστρέφομεν περί τά ξημερώματα.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 141).
Παρά τις ταλαιπωρίες τόσων ετών διαχωρίζει τους γείτονες Τούρκους από τους υπόλοιπους. «Έν δέν δύναμαι νά αποσιωπήσω, ότι κατά τήν απουσίαν μου οί Τούρκοι της ένορίας μας καί αί πολλαί Τούρκισσαι, άς πολυειδώς καί πολυτρόπως έπροστάτευσα καί τήν ζωήν καί τιμήν αυτών διεφύλαξα ώς κέρβερος, τήν οίκογένειάν μου ώς κόρην οφθαλμού έπροστάτευσαν καί πάσαν προστασίαν παρέσχον.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 140-141).



Μαρία Βεργέτη
Επίκουρη καθηγήτρια Δ. Π..Θ.