Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ - ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΝΔΗΛΑΠΤΟΥ-ΚΑΝΕΩΣ ΜΕΡΟΣ 1ο


Αργυρούπολη 1932 -Gumushane
1881Γέννηση του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου στην Αργυρούπολη του Πόντου την 23η Οκτωβρίου του 1881. Είναι το τέταρτο και τελευταίο παιδί του Θεοδώρου Γ. Κανδηλάπτου και της Παρέσας ή Κυπαρισσίας ή Παρυσάτιδος Γ. Οικονομίδου. Η οικογένεια των Κανδηλαπτών έχει ισχυρούς δεσμούς με τον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου στην Αργυρούπολη. Από το 1723 μέλη της οικογένειας υπηρετούν ως νεωκόροι, ιερείς και επίτροποι. Στην προγονική οικία, στην οποία μεγαλώνει ο Γεώργιος Κανδηλάπτης διαμένουν εκτός από την οικογένεια, οι κτίστες και οι εργάτες του ναού.

1889-1898
Το 1889, σε ηλικία οκτώ ετών γράφεται στην Α' τάξη του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως. Το σχολικό έτος 1894-1895, μαθητής της Στ' τάξης βιώνει τους πρώτους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων. Δύο χρόνια αργότερα, μαθητής της Β' τάξης του Σχολαρχείου (το Σχολαρχείο αντιστοιχεί με το σημερινό Γυμνάσιο και Λύκειο) αρχίζει να μελετά στη βιβλιοθήκη του Φροντιστηρίου. 
Την ίδια χρονιά η απόκτηση και μελέτη του έργου «Τα Ποντικά» του Π.Σ. Τριανταφυλλίδου του προκαλεί την επιθυμία να γνωρίσει την ιστορία της Αργυρούπολης και της ευρύτερης περιοχής της. 
«Ετυχε κατά τό έτος εκείνο [1897-1808] νά αποκτήσω εν έκ των συγγραμμάτων τού Περ. Σ. Τριανταφυλλίδου «Τά Ποντικά» καί ευθύς μόλις είδον την λέξιν «Άργυρόπολις» καί τήν ιστορίαν αυτής ήσθάνθην μέγα ζήλον πρός την ιστορίαν της επαρχίας Χαλδίας τού Πόντου κρατών σημειώσεις γραπτάς καί άλλας άγράφους αίτινες άργότερον τά μέγιστα ώφέλησαν εμέ καί πολλούς άσχοληθέντας μέ την ιστορίαν τού Πόντου. Τό έτος έκείνο ήλθεν εις την πατρίδα πρός παραθερισμόν ό Άργυροπολίτης, έν Τραπεζούντι διδάσκων 'Ιωάννης Θ. Μαυρίδης Καρατσάς, όστις έπώλει βιβλία τού έν Άθήναις Συλλόγου πρός διάδοσιν ώφελίμων βιβλίων. Μετερχόμενος διάφορα έπαγγέλματα ώς τού ξυλά, εργάτου, μεταφορέως ύδάτων παρά των πλουσίων οικογενειών τής Αργυρουπόλεως ηγόρασα όλην τήν σειράν τών βιβλίων  έκείνων, έσχημάτησα τόν πυρήνα τής λίαν ώφελησάσης με βιβλιοθήκης μου.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 27).
Το 1897, μαθητής της Γ' Σχολαρχείου (ή σημερινής Γ' Γυμνασίου), αποφασίζει να διακόψει τις σπουδές του και να ακολουθήσει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Οι λόγοι που τον οδηγούν σ'αυτή την απόφαση είναι η αγάπη για το επάγγελμα και η επιθυμία του να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια. Όπως όμως ο ίδιος αναφέρει, «έπαυσα τάς σπουδάς μου πρός τύψιν τής συνειδήσεως ίσόβιον καί άνεπανόρθωτον.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 28).

1899-1908
Σε ηλικία 18 ετών αρχίζει να ασκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης στη Γ' Σχολαρχείου συμφωνεί με τους εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας να εργαστεί ως δάσκαλος στο χωριό Τσιμπρικά της περιοχής Άρδασσας (Μεσοχαλδία) για το σχολικό έτος 1899-1900.
Το Φροντιστήριο της Αργυρουπόλεως τροφοδοτούσε κάθε χρόνο την επαρχία με 40-50 αποφοίτους της Β' και Γ' Σχολαρχείου. Στον Πόντο το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργούσε με την βοήθεια των κοινοτήτων. Η κοινότητα πλήρωνε το μισθό του εκπαιδευτικού, όριζε επόπτη για κάθε σχολείο και εξεταστική επιτροπή, η οποία με τη συμπλήρωση του σχολικού έτους έκανε τις εξετάσεις κάθε σχολείου.
Ο Γ. Κανδηλάπτης τον πρώτο χρόνο μεταβαίνει στη βιβλιοθήκη του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως κάθε 15 μέρες για δανεισμό βιβλίων.Έχει την πεποίθηση ότι δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και συνεπώς οφείλει να μελετά συνεχώς και να επικοινωνεί μέσω αλληλογραφίας με τους δασκάλους των άλλων χωριών της επαρχίας Χαλδίας.
Στην αυτοβιογραφία παρουσιάζονται οι μεθόδοι διδασκαλίας του 19ου αιώνα. 
Ο συγγραφέας είναι ιδιαιτέρως περιγραφικός με τις μεθόδους σωματικής τιμωρίας. Για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων των «ραβδιστών» διδασκάλων δεν έχει σαφή θέση. Όπως αναφέρει, για το δάσκαλο που είχε στη Β' Δημοτικού, «τον κοινώς γνωριζόμενον υπό των μαθητών ή Τσιαρτσάρα, διότι πράγματι ώς τσατσάρα έτράβα εν τη αταξία καί αμελεία μας τάς υπέρ τά ώτα τρίχας μας» επειδή «καί ούτος ήτο εις άκρον ραβδιστής η ξυλοφορτωτής, ώς ένθυμούμαι «σάν νερόν καί τσορτί μαστίχαν» έγνωρίζαμεν τά μαθήματά μας.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 15).
 Για το δάσκαλο της αριθμητικής που είχε στην Ε' τάξη αναφέρει ότι «έδίδασκεν αυτό όχι μόνον άτέχνως, αλλά καί υπό την απειλήν του εις πάσαν απορίαν καί σκέφιν του μαθητού κατερχομένου ροπάλου του (...) καί ώς εκ τούτου άπαντες οί μαθηταί του έβγήκαμεν άπό την τάξιν του κούτσουρα, μη γνωρίζοντες καί τάς τέσσαρας πράξεις. Όταν έβλέπαμεν πίνακα καί κιμωλίαν μάς ηρχετο άνατριχιασμός.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 18). 
Αντιθέτως αντιμετωπίζει με εκτίμηση και σεβασμό το δάσκαλό του στη Στ' τάξη, ο οποίος «οσάκις δι' αμέλειαν η αταξίαν μάς έκράτει εν φυλακή καί νηστεία, έκλείετο καί ούτος μεθ’ ημών νηστεύων καί συμβουλεύων τά καλά καί ώφέλιμα.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 21).
Στις ελληνικές κοινότητες του Πόντου ο δάσκαλος κατείχε υψηλή κοινωνική θέση. Όπως αναφέρεται στην αυτοβιογραφία «Τόσον δέ έκτίμησιν έδιδον εις τά σχολεία καί τά γράμματα, ώστε, μετά τον ιερέα, τόν διδάσκαλον έθεώρουν τό δεύτερον σεβαστόν πρόσωπον καί άξιοτίμητον τού χωρίου.
 Εις πάσαν ιεροτελεστίαν καί ευτυχή συγκέντρωσιν έδει νά παρίσταται ό διδάσκαλος, ψάλλων καί βοηθών τόν ιερέα καί λαμβάνων ψαλτικά. Τούτο δέ δέν ήτο μόνον εις Τσιμπρικάν καί Μεσοχαλδίαν, αλλά εις όλην την Χαλδίαν (...). Έθαύμαζον ότι 70 ετών γέροντες καί γραίαι γυναίκες, μόλις διηρχόμην εγώ, ό 18ετής νεανίας, ηγείροντο χάριν σεβασμού- καί τούτο, διότι ήμην έγγράμματος καί διεξήγον την αλληλογραφίαν αυτών μετά τών εν τη ξένη ευρισκομένων τέκνων καί συζύγων των. Δέν μέ άφινον νά αγοράσω κανέν τρόφιμον καί πάντοτε είχον προσκλήσεις εις τά δείπνα των καί εννοούν νά πληρώσουν τό έρμάριόν μου διά παντοειδών τροφίμων, λέγοντες: Διδάσκαλε, φάγε, διότι θυσιάζεις τον νούν καί τό φως των οφθαλμών σου.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 30-31).

Το σχολικό έτος 1900-1901 ο Γ. Κανδηλάπτης συμφωνεί να εργαστεί και πάλι ως δάσκαλος στο χωριό Τσιμπρικά. Ως μέλος εξεταστικής επιτροπής συμμετέχει στις εξετάσεις σχολείων της περιοχής. Απολαμβάνει την ειρηνική ζωή στον Πόντο. Οι σχέσεις Ελλήνων και Οθωμανών μπορούν να χαρακτηριστούν καλές. Τίποτα δεν προμηνύει την καταστροφή που θα επιφέρει λίγα χρόνια αργότερα η επικράτηση των Νεοτούρκων. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση στο χωριό Μουρτζανή των μελών της σχολικής επιτροπής εξετάσεων με τον Ιζίτ Βέη, διευθυντή πρωτοκόλλου του Γραφείου του Διοικητή Αργυρούπολης «Ηπειρώτην, απόγονον τού τυράννου Αλή-πασά, πλήν φιλέλληνα, ότε καί μετά τάς εξετάσεις παρεδόθημεν εις συναδελφικήν καί μετά τού είρημένου διασκέδασιν καί έψάλαμεν έθνικά καί πατριωτικά τραγούδια, άπερ ουδόλως έξηρέθισαν τον Αλβανόν εκείνον, όστις δημοσία έπήνεσε την ανδρείαν των Ελλήνων.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 33).
Στον ελεύθερο χρόνο του ο Γ. Κανδηλάπτης ασχολείται με το κυνήγι, ψαρεύει στον ποταμό Κάνι και συνεχίζει να αλληλογραφεί με τους δασκάλους των γειτονικών χωριών.
Σε μια εκδρομή στην Ιερά Μονή Παναγία Γουμερά γνωρίζει τους πατέρες της Μονής. Ο ιερομόναχος Ιερεμίας Μελανοφρύδης του επιτρέπει να δει τα κειμήλια της Μονής και να μελετήσει τα βιβλία της. Τότε αποφασίζει να συγκεντρώσει τα ιστορικά κείμενα της επαρχίας Χαλδίας.
Αρχίζει να μελετά βιβλία και ταυτοχρόνως συλλέγει πληροφορίες από τους κατοίκους της περιοχής «οίτινες, ώς γέροντες καί διαδραμόντες όλην τήν Ανατολήν ώς έκ του επαγγέλματος του κτίστου, όπερ μετά τήν παύσιν των μεταλλείων ήτο τό κυριώτερον βιοποριστικόν έργον των κατοίκων των έκ Χαλδίας, πολλά έγνώριζον έξ ιδίων καί έκ παραδόσεων» (Αυτοβιογραφία, σελ. 34).
Με τους μαθητές του επισκέπτεται και κάνει ανασκαφές σε φρούρια βυζαντινής εποχής και σε ερείπια μεγαλοπρεπών ναών, από τους οποίους παραμένουν όρθιοι τοίχοι με εικονογραφίες.
Ως μέλος εξεταστικής επιτροπής γνωρίζει τους κατοίκους των χωριών Παλαιοχώριον, Τσίτη, Αδυσα, Σιαρπίσκια, Αυλήανα, Φυτίανα, Χόψια, Ματσερά, Κορόνιξα, Αμβρικάντων. Καταγράφει ιστορικά γεγονότα, λαϊκές παραδόσεις και βιογραφικά στοιχεία για προσωπικότητες της εποχής. Αρχίζει να ωριμάζει η σκέψη για τη συγγραφή του πρώτου του βιβλίου, των βιογραφιών του Γεωργίου Κ. Παπαδοπούλου (Κυριακίδη) και του Γερβασίου Α.  Σουμελίδου, στο οποίο θα δώσει τον τίτλο «Ξυνωρίς». Την ίδια χρονιά γίνεται ανταποκριτής περιοδικών όπως «Παιδικός Κόσμος», η «Βοσπορίς» κ.α.
Στην αυτοβιογραφία του περιγράφει τη ζωή των γυναικών της Χαλδίας τον 19° αιώνα «αίτινες, καίτοι έπί 10 έτη έμεινον μακράν των συζύγων των, ουδέποτε παρεξετράπησαν καί ήπίστησαν πρός αυτούς. Μέ ένεποίει προσέτι μεγίστην έντύπωσιν ή δύναμις καί ή αντοχή αυτών, ότι, καίτοι έπί μήνας ολοκλήρους δέν έβλεπον τό κρέας, έντούτοις έφερον διά τής ράχεώς των φορτία ξύλα 100-120 οκάδων, γεννώσαι τέκνα ώραία καί ζωηρά.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 36).
Το σχολικό έτος 1901-1902 εργάζεται στη Σχολή Χάρσερας, η οποία βρίσκεται κοντά στην Αργυρούπολη (πεζοπορία μιας ώρας). Μελετά στις βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών Χαλιναρά και Καλλινίκου. Τον ελεύθερο χρόνο του διασκεδάζει με το κυνήγι της αρκούδας και καταγράφει γνωμικά και παραδοσιακά τραγούδια.
Το σχολικό έτος 1902-1903 διδάσκει στο σχολείο της Σίδης (Τσίτης). «Εκεί κατέβαλλαν μεγάλας προσπαθείας, επειδή δέ οί κατά καιρόν διδάσκαλοι δέν έδίδασκον εις τούς μαθητάς ώδικήν καί εισήγαγον καί τό μάθημα εκείνο, ώστε, όταν έψαλλον οί μαθηταί εθνικά καί θρησκευτικά άσματα, όλοι οί χωρικοί περιεκύκλουν τήν Σχολήν καί ήκουον μετά θρησκευτικής εύλαβείας. Έν παρετήρησα, ότι έν Σίδη καί εις όλα τά χωρία τού Τορουλίου, εάν ό διδάσκαλος δέν έγνώριζε τήν έκκλησιαστιχήν μουσικήν καί δέν έψαλλεν έν τή έκκλησία, ψάλλων καί βοηθών τόν ιερέα εις τάς ιεροτελεστίας, έθεωρείτο αγράμματος, άδιάφορον αν ήτο καί τελειόφοιτος Πανεπιστημίου.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 41-42).
Στην Τσίτη συνεχίζει να μελετά χειρόγραφα βιβλιοθηκών. Αρχίζει την αντιγραφή πατριαρχικών σιγιλλίων (εγγράφων που φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα του Πατριάρχη). Με τους μαθητές του επισκέπτεται τα γύρω από την Τσίτη οροπέδια, ερευνά και καταγράφει τα ερειπωμένα παρεκκλήσια και φρούρια.
Τα σχολικά έτη 1903-1904 και 1904-1905 εργάζεται ως δάσκαλος στο χωριό Μοναστήρι. Συνεχίζει να συζητά με τους γεροντότερους και συγκεντρώνει πληροφορίες για τους λαούς της Ανατολής. «(...) οί άνδρες τού Μοναστηριού, ώς έπί τό πλείστον άλλοτε άγωγείς, μετέφερον εμπορεύματα από Τραπεζούντος μέχρι Περσίας καί Μεσοποταμίας καί έγνώριζον πολλά ήβη καί έθιμα των ανατολικών έθνών καί κυρίως των Κούρδων (...).» (Αυτοβιογραφία, σελ. 45).
 Οι πληροφορέες αυτές θα οδηγήσουν στη συγγραφή ιστορίας με τίτλο «Περί Καρδούχων και άλλων εθνών», η οποία περιλαμβάνεται στο ανέκδοτο έργο του και της οποίας αντίγραφο δεν διασώζεται. Συνεχίζει τη συλλογή παροιμιών, γνωμικών, μύθων και τραγουδιών. Μετά από τον εκπατρισμό και τη μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, θα αρχίσει να αξιοποιεί αυτή τη συλλογή με δημοσιεύσεις κυρίως στο «Αρχείον Πόντου» (περιοδικό το οποίο εκδίδεται από το 1928 μέχρι σήμερα από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών).
Τα σχολικά έτη 1905-1906 και 1906-1907 προσλαμβάνεται ως δάσκαλος στο χωριό Θέμπεδα, το οποίο βρίσκεται κοντά στην Αργυρούπολη. Είναι η πατρίδα διάσημων αρχιμεταλλουργών και το θέρετρο πολλών πλουσίων Τραπεζουντίων και Αργυρουπολιτών. Συλλέγει πληροφορίες από γέροντα μεταλλουργό, οι οποίες θα τον βοηθήσουν αργότερα στην ολοκλήρωση της επιστημονικής μελέτης του «Οι Αρχιμεταλλουργοί του Πόντου και το εθνικόν έργον αυτών», το οποίο θα εκδοθεί το 1929 στην Αλεξανδρούπολη.
Το 1906 εξωτερικεύει την επιθυμία του να ζητήσει σε γάμο την Αγγελική Ιωάννου Λουκά. «Έπόθουν ή ήθελον νά εξωτερικεύσω τά αίσθήματά μου, άλλά συνεκρατούμην λόγω των αυστηρών ήθών τής πατρίδας, καί κυρίως διότι ή μεγαλύτερα αύτής αδελφή Δέσποινα ητο είσέτι άνύπανδρος. Ήρχισα όμως, υπό τό πρόσχημα γειτονείας, νά έπισκέπτωμαι τούς γονείς της ποιών καί τά γνωστά έν πατρίδι παρακάθια.’Έτυχε λοιπόν την ημέραν τής Πεντηκοστής νά μεταθώ εις την πανήγυριν του είρημένου χωρίου Μοναστηρίου, όπου προσήλθε καί ή πεθερά μου μετά τής Αγγελικής. Τότε πλέον έρριψα τό προσωπείον καί έφανέρωσα εις την πεθεράν μου τόν έρωτά μου καί την πρόθεσιν τής συζεύζεώς μου μετ’
αυτής. Ή αείμνηστος πεθερά μου Μαρία έδέχθη, καί τότε διά πρώτην φοράν ώμίλησα μετά τής Αγγελικής καί ήκουσα τήν φωνήν της.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 49).
Συνεχίζει να απολαμβάνει τα τελευταία χρόνια ειρηνικής ζωής στον Πόντο. Με άλλους χωρικούς, Έλληνες και Τούρκους διασκεδάζει «εις το κυνήγιον των αιγάγρων και άρκτων». (Αυτοβιογραφία, σελ. 50). Ενόψει του επικείμενου γάμου του επιδιορθώνει την πατρική οικία στην Αργυρούπολη. Λόγω των δυσβάστακτων οικονομικών του υποχοεώσεων δέχεται να εργαστεί ως δάσκαλος για το σχολικό έτος 1907-1908 στο Ερζιγγιάν της Αρμενίας, απόσταση δύο ημερών από την Αργυρούπολη.
Στο Ερζιγγιάν αντιγράφει τις επιγραφές των επιτύμβιων πλακών του ελληνικού νεκροταφείου, εποχής 1100-1450 μ.Χ.
1908
Στις 16 Ιουλίου 1908 η Τουρκία αποκτά Σύνταγμα και ο ελληνισμός ελπίζει ότι θα έρθουν μέρες ίσης νομικής προστασίας και αρμονικής συμβίωσης για όλα τα έθνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. «Τήν 16ην Ιουλίου έκηρύχθη τό σύνταγμα έν Τουρκία τούτο τό ανήγγειλαν αι κωδωνοκρουσίαι των ναών καί αί έκτακτοι διαχύσεις καί χαρά του λαού καί αί διά μουσικών οργάνων διασκεδάσεις. 
Έβλεπον ιερείς καί ούλεμάδας έναγκαλιζομένους άλλήλους καί φιλίαν μεταξύ Τούρκων καί Χριστιανών. Ό απλούς λαός έν πάση ειλικρίνεια έχαιρέτα τό μέγα γεγονός, χωρίς νά γνωρίζη ότι μετ’ ολίγα έτη οι Νεότουρκοι, διασπαρέντες εις άπασαν τήν Ανατολήν, έσπειραν τό ζιζάνιον τών μελλοντικών δεινών μας. 
Οί Τούρκισσαι ήρώτων τούς άνδρας των τί ήτο τό σύνταγμα (Χουριέτ) καί ούτοι έν τη άθωότητί των έλεγον ότι τούτο είναι ότι τουντεύθεν πλέον τούς Χριστιανούς δέν θά άποκαλέσωμεν Κιαβούρ, ήτοι απίστους, αλλά Ρούμ.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 61).
Λόγω της ανακηρύξεως του Συντάγματος δίνεται ελευθεροτυπία στην Τουρκία. Στην Τραπεζούντα ιδρύονται το 1908 δύο εβδομαδιαίες εφημερίδες, ο «Φάρος της Ανατολής» και η «Εποχή». Συνεργάζεται ως τακτικός ανταποκριτής με την εφημερίδα «Φάρος της Ανατολής». Αρχίζει να χρησιμοποιεί το φιλολογικό επώνυμο «Κάνις» από το όνομα του ποταμού Κάνι της Χαλδίας. Το 1909 θα γίνει ανταποκριτής της ημερήσιας εφημερίδας της Οδησσού ο «Κόσμος» και το 1911 της εφημερίδας του Βατουμ ο «Αργοναύτης».
Στις 27 Ιουλίου 1908 ο Γεώργιος Κανδηλάπτης και η Αγγελική Λουκά παντρεύονται στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Ο γάμος είναι ευτυχισμένος. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποκτήσουν επτά παιδιά, τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια.
Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης με την σύζυγο του Αγγελική

1908-1913
Τα σχολικά έτη 1908-1909 και 1909-1910 προσλαμβάνεται ως δάσκαλος στο χωριό Ανω Χαβίανα και εγκαθίσταται με την Αγγελική «εις τήν διώροφον καί ύπέρλαμπρον Σχολήν». (Αυτοβιογραφία, σελ 63). «Έν Χαβιάνη είσήγαγον καί τά λαϊκά μαθήματα, καί καθ’ έκάστην έσπέραν καί τάς Κυριακάς οί κάτοικοι προσερχόμενοι ήκουον θρησκευτικά καί έθνικά κείμενα. Τόση δέ φιλομάθεια κατέλαβε τούς χωρικούς, ώστε μέ παρεκάλουν καί έκόμιζον βιβλία έξ Άργυροπόλεως πρός μελέτην.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 63).
Στη Χαβίανα θα περάσει τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του. «Έν Χαβιάνη διήλθον τάς λαμπροτέρας ημέρας τού βίου μου. Χοροί, διασκεδάσεις, περίπατοι καί παρακολούθησις της διαζωγραφίσεως τού ναού τού Αγίου Γεωργίου Χαβιάνης υπό τού Καλυμνίου διάσημου ζωγράφου Θεοδ. Σουμή.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 65). Παράλληλα, συντάσσει το βιβλίο «Αι βιβλιοθήκαι της επαρχίας Χαλδίας» και το ευτράπελο έργο «Τα σκάνδαλα των καλογήρων της Μονής Γουμερά εν μια και μόνη ημέρα».
Στις 8 Αυγούστου 1909 αποκτά το πρώτο του παιδί, το οποίο βαπτίζεται και ονομάζεται Δημήτριος μετά από μία εβδομάδα. «Ή χαρά μου επί τη κτήσει υιού ητο μεγάλη καί έθυσίασα καί χρυσήν λίραν εις συγχαρητήρια φίλων.» (Αυτοβιογραφία, σελ 66).
Την ίδια χρονιά μεταβαίνει στην Τραπεζούντα, όπου αντικρύζει τη θάλασσα για πρώτη φορά. Εκεί επισκέπτεται και μελετά τα φρούρια και τα ανάκτορα των Κομνηνών. Όταν επιστρέφει στη Χαβίανα βρίσκει τον μικρό του γιο πάχοντα «ύπό άκαθορίστου άσθενείας, ης τά συμτώματα μέχρι σήμερον έμφιλοχωρούσιν έν αυτώ πρός ισόβιον λύπην μου.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 69). 
Στη Χαβίανα ιδρύεται το 1909 ο φιλεκπαιδευτικός σύλλογος «Κυριακίδης», ο οποίος παίρνει το όνομά του από το μεγάλο διδάσκαλο του Πόντου Γεώργιο Κ. Παπαδόπουλο ή Κυριακίδη. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του συλλόγου γίνονται «λαϊκά μαθήματα», στα  οποία μετέχει ως εισηγητής ο Γ. Κανδηλάπτης. Δύο από τις διαλέξεις του, οι βιογραφίες του Γεωργίου Κ. Παπαδοπούλου και του Μητροπολίτου Χαλδίας Γερβασίου Σουμελίδου θα γίνουν αργότερα βιβλίο με τον τίτλο «Ξυνωρίς».
Παράλληλα με τις άλλες του δραστηριότητες συνεχίζει να δημοσιογραφεί. «Επειδή δέ πάσαν θεάρεστον πράξιν έδημοσίευον εις τά φύλλα, ήγέρθη εύγενής άμιλλα μεταξύ των έν τή ξένη έπαρχιωτών μας καί συνελέγοντο πανταχόθεν έρανοι διά τά σχολεία τής έπαρχίας μας καί ούτω συνεστήθησαν καί κατετέθησαν εις τούς έν Τραπεζούντι μεγάλους τραπεζιτικούς οίκους Φωστηροπούλου καί Καπαγιαννίδου τά άποθεματικά κεφάλαια των σχολείων καί έξησφαλίσθη ή απρόσκοπτος λειτουργία αύτών διά γενναίως άμειβομένων πεπειραμένων καί φιλοπόνων δασκάλων. Καί τολμώ νά διακηρύξω ότι, εάν δέν έπήρχετο ό φοβερός ευρωπαϊκός πόλεμος, μετά μίαν δεκαετίαν ή Χαλδία δέν θά είχε κανέναν άγράμματον.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 71).
Ερείπια Φροντιστηρίου Αργυρούπολης
Το σχολικό έτος 1910-1911 προσλαμβάνεται ως δάσκαλος στο Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως. Συνεχίζει τη συνεργασία του με το σύλλογο «Κυριακίδης», ο οποίος εντάσσει στις δραστηριότητές του θεατρικές παραστάσεις, χορούς, εσπερίδες και διαλέξεις. Ως βιβλιοθηκάριος του συλλόγου τακτοποιεί τη βιβλιοθήκη.
Το 1911 εκδίδεται στην Τραπεζούντα από τους υιούς X. Σεράση το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ξυνωρίς». Εκτός από τις δύο βιογραφίες, που ήδη έχουν αναφερθεί, το βιβλίο περιλαμβάνει και παράρτημα με την ιστορία του οίκου των Σαρασιτών. «Τό έργον μου, ώς άριστον ίστορικόν, έγένετο άνάρπαστον καί υπό πάντων έπηνέθη καί με έξύφωσεν έν τή κοινωνία του Πόντου ώς καλόν ερευνητήν της έπιτοπίου ιστορίας.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 74).
Στην Αργυρούπολη μελετά βιβλία ιδιωτικών και τοπικών βιβλιοθηκών. Τον προσκαλούν συχνά στη Μονή Χουτουρά. Εκεί μελετά στην πλούσια βιβλιοθήκη και συντάσσει κατάλογο των χειρογράφων της.
Το 1911 επισκέπτεται τη Λιβερά, όπου μελετά τη βιβλιοθήκη και τον οικογενειακό κώδικα των Σαρασιτών. Συλλέγει πληροφορίες για τη ζωή της καταγόμενης από τη Λιβερά βασίλισσας Μαρίας Γκιούλ Μπαχάρ.
Το 1912 εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην Ίμερα. Εκεί εργάζεται ως δάσκαλος τα σχολικά έτη 1911-1912, 1912-1913 και 1913-1914. «Επειδή δέ επί πολλά έτη δέν έδιδάσκοντο έκεί Ώδικήν, διά τούτο, όταν έδίδασκον αυτήν καί έψαλλον οί μαθηταί, οί κάτοικοι έκλειαν τά καταστήματα αυτών καί έτρεχαν εις τήν Σχολήν διά νά άκούσωσι μουσικήν.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 81).
Στην Ίμερα αρχίζει να γράφει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Η Γκιούλ Μπαχάρ». Εξακολουθεί να θεωρεί πολύ σημαντική την έρευνα στα μέρη που έζησε και δημιούργησε η βασίλισσα. «(...) κατήλθov καί πάλιν εις τήν Λιβεράν καί έμελέτησα καί άλλα κείμενα της ιστορίας τής Λιβεραίας Βασιλίσσης Μαρίας.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 84). Καθοριστικής σημασίας θεωρεί τις προφορικές μαρτυρίες. «Ανέκαθεν ήμην τής άρχής ότι ιστορία, στηριζομένη έπί κειμένων καί άνευ τής συμπληρώσεως αύτής υπό παραδόσεων, πολύ απέχει έκ της πραγματικότητας.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 82).
Τα σχολικό έτος 1912-1913 συντάσσει το ιστορικό της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Ίμερας.
Το 1912 ιδρύεται στην Ίμερα ο φιλεκπαιδευτικός σύλλογος «Κοραής», με την προτροπή και συνεργασία της Αρτεμίσιας Σιμώνωφ, χήρας του μεγάλου ευεργέτη του Πόντου Ανδρέου Σιμώνωφ και κόρης του κατά το 1852 σχολάρχη Τραπεζούντας Ηλία Κωνσταντινίδου. Η Α. Σιμώνωφ ως συνδρομήτρια της εφημερίδας «Αθήναι» ενημερώνει τα μέλη του συλλόγου για την πολιτική κατάσταση.
Η Τουρκία το 1912 επιβάλλει αυστηρή λογοκρισία, ώστε οι Έλληνες να μη γνωρίζουν ότι γίνονται βαλκανικοί πόλεμοι και ότι ο ελληνικός στρατός προελαύνει προς τα βόρεια. "Ητο η 3η Νοεμβρίου ότε μοί άπεστάλη ή έφημερίς «Αργοναύτης» του Βατούμ. Θάμβας καί χαρά μέ κατέλαβαν ότε άνοίξας τήν έφημερίδα άνέγνωσα. 
Τήν 26ην 'Οκτωβρίου ημέραν τής μνήμης τού πολιούχου τής πόλεως Θεσσαλονίκης ο Ελληνικός στρατός έπικεφαλής έχων τόν διάδοχον Κωνσταντίνον νικηφόρως κατέλαβε τήν πρωτεύουσαν τής Μακεδονίας. Αυθωρεί πρασεκάλεσα τούς προϊσταμένους εις τήν σχολήν καί κοινοποίησα τό γεγονός. Τό τί έγένετο έκείνην τήν ημέραν δέν περιγράφεται. Πανζουρλισμός κυριολεκτικώς.
 Οί συντηρητικοί καί φρόνιμοι Ίμεραίοι μόνον έκείνην τήν ημέραν παρεξετράπησαν. Όχι εις ύβρεις καί καταδιωγμούς κατά των Τούρκων αλλά εις διασκεδάσεις, κωδωνοκρουσίας, δοξολογίας καί ούζοποσίας σεμνάς, διότι έχοντες άμιγήν καθαρόν Έλληνικόν πληθυσμόν καί συνδεδεμένοι όντες διά αγάπης άδελφικής δέν είχαν φόβον. 41 Ίμεραίοι αυθημερόν κατεγράφησαν συνδρομηταί τής έφημερίδος «Άργοναύτης». (Αυτοβιογραφία, σελ. 86-87).
Στις 18 Νοεμβρίου 1912 αποκτά την πρώτη του κόρη. «Την 18ην τού μηνάς Νοεμβρίου ό Ύψιστος μοί έχάρισεν τό δεύτερον τέκνον μου την Άνδρονίκην ήν άπεκαλέσαμεν καί Σοφίαν κατά διαταγήν της μητρός μου εις μνήμην της μητρός της Σοφίαν. Τό όνομα Άνδρονίκη έλήφθη έκ τής ιστορίας τής ήρωίδος τής Ελληνικής έπαναστάσεως, όπερ κατά τάς ημέρας έκείνας άνεγιγνώσκαμεν περιπαθώς διά τά σύγχρονα πολεμικά γεγονότα.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 87). Τον ίδιο μήνα, στη βάπτιση της Ανδρονίκης καλούν μουσικά όργανα και κάνουν μεγάλη γιορτή με εξήντα προσκεκλημένους, σαν να πρόκειται για γάμο. «(....) ή χαρά μας ανέκφραστος, ότι εσχον και θήλυ τέκνον.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 87).
Το 1913 εκδίδεται στην Τραπεζούντα από τους υιούς X. Σεράση το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Το Εαρινόν Ρόδον». Αφορά τη ζωή της βασίλισσας Μαρίας Γκιούλ Μπαχάρ. «(...) ή ιστορία μου (...) μέ ύπερύψωσεν έν τή συνειδήσει τών επαρχιωτών μου ώς καλού έρευνητού τής έπιτοπίου ιστορίας. Μάλιστα δέ καί ό έν Άργυροπόλει διευθυντής τού Ραζή Όσμάν έφέντης μετάφρασεν αυτό, κατόπιν άδείας μου εις τήν τουρκικήν πρός συμπλήρωσιν έκδοθησομένης ύπ’ αυτού ιστορίας.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 91).

1914
Το 1914 η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία είναι ανησυχητική. «(...) ή τουρκική Κυβέρνησις διένειμεν ογκώδεις έσφραγισμένους φακέλους εις τάς κοινότητας καί ών τήν ασφαλή καί απαραβίαστον διαφύλαξιν επί ποινή θανάτου διεκήρυξεν εις πάντας. Πολλαί καί διάφοροι έξ εικασίας φημολογίαι διεσπάρησαν τότε, ότι άμα τώ άνοίγματι των φακέλων έπίκειται πόλεμος ή σφαγή των χριστιανών ή εξορία αυτών καί άλλα, διά τούτο πολλοί νέοι άνεχώρησαν εις Ρωσσίαν.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 93).
Στις 21 Ιουλίου 1914 «(...) έν μέσω νυκτί, τυμπανοκρουσίαι καί κωδωνοκρουσίαι έσήκωσαν τόν λαόν εις συναγερμόν. Ήνοίχθησαν οί φάκελλοι καί έγνώσθη ότι έκηρύχθη πανστρατιά (σεφερπελίκ) έν Τουρκία (...).» (Αυτοβιογραφία, σελ. 93).
Ο Γ. Κανδηλάπτης στρατολογείται, όπως και όλοι οι νέοι Έλληνες της Αργυρούπολης. Ο Μητροπολίτης Χαλδίας Λαυρέντιος, φίλος του στρατιωτικού διοικητή της Αργυρούπολης Τσελαλεντίν Βέη, κατορθώνει να δημιουργήσει το «διακονικόν ζήτημα». Δηλαδή, ζητά να καταγραφούν οι Έλληνες στρατιώτες, ώστε να εξαιρεθούν της επιστράτευσης όσοι θα υπηρετήσουν ως διάκονοι εκκλησιών. Επειδή οι κοινότητες της επαρχίας Χαλδίας έχουν πέντε και έξι εκκλησίες καταγράφονται όλοι ως διάκονοι. Ο Γ. Κανδηλάπτης καταγράφεταιως διάκονος «του έν Χαλδογιαννάντων, ενορίας Ιμέρας, ιερού ναού τού Αγίου Δημητρίου». (Αυτοβιογραφία, σελ. 95).
Έχει ήδη κηρυχτεί ο πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1914 δίνεται διαταγή στο τάγμα που υπηρετεί ο Γ. Κανδηλάπτης να ξεκινήσει για τα σύνορα. Δραπετεύει, ανέρχεται στη Μητρόπολη, παρακαλεί το Μητροπολίτη να υπογράψει τα διακονικά έγγραφα, και με τον κλητήρα της Μητρόπολης μεταφέρει τα υπογεγραμμένα έγραφα στο στρατιωτικό διοικητή. Όλοι οι Έλληνες στρατιώτες από την επαρχία Χαλδίας απαλλάσσονται της στράτευσης, για να υπηρετήσουν ως διάκονοι. Το τάγμα φεύγει για το μέτωπο. Από τους στρατιώτες του επέζησε μόνο το 3%.
Τον ίδιο μήνα ο Γ. Κανδηλάπτης φεύγει με την οικογένεια του από την Αργυρούπολη, γιατί οι Τούρκοι είναι πλέον εχθρικοί προς τους Έλληνες. Οι γιοί τους είναι στο μέτωπο, ενώ οι Έλληνες ως διάκονοι μένουν με τις οικογένειές τους στα σπίτια τους. Η οικογένεια Κανδηλάπτη πηγαίνει στην Ίμερα. Εκεί υπηρετεί ως δάσκαλος και ως διάκονος.
Οι ελληνικές οικογένειες ανησυχούν πολύ. Ο πόλεμος συνεχίζεται και αρχίζουν οι σφαγές των Αρμενίων. Τα σχολεία της Ιμέρας εξακολουθούν να λειτουργούν, αλλά τα σχολεία της Τραπεζούντας κλείνουν.
Αμελε Ταμπουρί -Τάγματα εργασίας
Το 1914 η Τουρκία αποφασίζει, με σύσταση της Γερμανίας, να κατατάξει τους Έλληνες στρατιώτες στα «(...) συσταθέντα εργατικά τάγματα, τά άμελέ ταπουρή ή έμπαικτικώς γνωριζόμενα όνικά τάγματα καί ών τό εργον ήτο ή έν τοίς νοσοκομείοις υπηρεσία, ή διόρυξις τάφων, η οδοποιία, η έκκαθάρισις των δημοσίων λεωφόρων εκ των χιόνων καί η ίδρυσις στρατώνων.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 98).
Την ίδια χρονιά εκδίδεται διαταγή για στρατολόγηση των διακόνων. «Λύπη και άθυμία κατέλαβε τους πάντας διά τό γεγονός τούτο, διότι έφευγον αί έργατικαί χείρες, και ηκούαμεν ότι οί στρατολογούμενοι, όλοι εγγράμματοι και διδάσκαλοι, άπεστέλλοντο, έκ φυλετικού μίσους, εις τό όρος Κόπ-δάγ της Έρζερούμης, όπου εύρισκον τον έξ ασιτίας, ψύχους, βιαιοπραγιών και αϋπνίας θάνατον.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 99).
Στις 24 Δεκεμβρίου 1914 διατάσσεται η άμεση στρατολόγηση των δασκάλων. Ο μικτάρης του χωριού προβαίνει σε δωροδοκία των χωροφυλάκων κάθε φορά που ζητείται η στρατολόγηση. «Επειδή όμως έφοβούμην αιφνιδιασμόν εκ μέρους τών χωροφυλάκων, ήναγκάσθην έγώ νά κρυφθώ εις ξένην οικίαν, έπιδοθείς εις μελέτας έν ταις βιβλιοθήκαις τών Ίμεραίων, συντάσσων βιβλία γνωμικών έντιμων άνδρών, συνθέτων τάς ίστορικάς μου άναμνήσεις καί ιδίως τάς βιαιοπραγίας τών Τούρκων εναντίον των χριστιανών. Έν τφ μεταξύ εφθασεν έξ Άργυροιτόλεως καί εις Τούρκος έπιλοχίας πρός άθροισιν έφαπλωμάτων έκ τών μονών καί τών πλουσίων τής Ίμέρας, οτε ήναγκάσθημεν νά καταφύγωμεν εις τά πέριξ τής Ίμέρας σπήλαια καί οπού έπί νύκτας 8 διενυκτερεύσαμεν.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 100).

1915
Επειδή τον ζητούν επανειλημμένων από το σταθμό Χωροφυλακής της Κρώμνης αναγκάζεται να παρουσιαστεί στις 20 Ιουλίου 1915 και να εφοδιαστεί με το σχετικό έγγραφο για την κατάταξή του. Με την παρότρυνση φίλων και συγγενών επιστρέφει στην Αργυρούπολη.
Τον Αύγουστο του 1915 εξοντώνονται οι Αρμένιοι. «Κατά τόν Αύγουστον μήνα έγένετο ή ριζική έξόντωσις τών Αρμενίων καί καίτοι καί έγώ φυγόστρατος, έν τούτοις έκ ταυτοπαθείας έβοήθουν διά άρτου καί άλλων τροφίμων τούς εις τά σπήλαια Ίμέρας κεκρυμμένους  Αρμενίους.» (Αυτοβιογραφία, σελ. 103).
Στην Αργυρούπολη κρύβεται μέχρι το Σεπτέμβριο. Τότε επιστρέφει στην Ίμερα με την οικογένειά του. Εκεί όμως δεν μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά του, οπότε επιστρέφει στην Αργυρούπολη όπου κάνει χειρωνακτικές εργασίες «πρός προμήθειαν άρτου και μόνον άρτου εις τά τέκνα μου». (Αυτοβιογραφία, σελ. 103).
Στις 12 Δεκεμβρίου 1915 γεννιέται, η δεύτερη κόρη του. Της δίνουν το όνομα Παρέσα ή Κυπαρισσία. Η βάπτιση γίνεται μετά από μία εβδομάδα χωρίς τη χαρά και το γλέντι που χαρακτήρισαν τις βαπτίσεις του Δημητρίου και της Ανδρονίκης. «Ή βάπτισις έγένετο κεκλεισμένων των θυρών του ναού διά τόν φόβον των Τούρκων, πώς βαπτίζεται παιδίον, τού πατρός όντος στον έν τω στρατώ καί τού άναδόχου στρατιώτου όντος έν υπηρεσία.»



Μαρία Βεργέτη
Επίκουρη καθηγήτρια Δ. Π..Θ.