Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 1912-1913 ΜΕΡΟΣ 3ο

ΠΡΟΣ ΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ 
Από τις πρώτες μέρες του πολέμου διεξήχθησαν επιχειρήσεις στο μέτωπο της Ηπείρου, οι οποίες, ενώ είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Φιλιππιάδας, της Πρέβεζας και άλλων περιοχών, αποκάλυψαν ότι η κατάληψη των Ιωαννίνων ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Τα Ιωάννινα προστατεύονταν από μια σειρά οχυρών θέσεων, με σημαντικότερη το Μπιζάνι. Προσπάθειες δημιουργίας αντιπερισπασμού, όπως αυτή των Γαριβαλδινών στο Δρίσκο (26 Νοεμβρίου), δεν πέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό.
Στο μεταξύ οι καιρικές συνθήκες στην περιοχή είχαν επιδεινωθεί και η ελληνική ηγεσία αποφάσισε τη μεταφορά από τη Μακεδονία τεσσάρων μεραρχιών, ενώ η διοίκηση του στρατού της Ηπείρου ανατέθηκε στο διάδοχο Κωνσταντίνο (Ιανουάριος του 1913). Η ανάληψη επιθετικών κινήσεων εναντίον της δεξιάς πλευράς των Τούρκων οδήγησε στην περικύκλωση και στην απομόνωση του Μπιζανίου (18 και 19 Φεβρουάριου).
Την επομένη, τάγμα ευζώνων υπό τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, εκμεταλλευόμενο τη σύγχυση που επικρατούσε στις τάξεις του εχθρού, κατέλαβε τις παρυφές της πόλης, αναγκάζοντας έτσι το στρατηγό Εσάτ πασά να συνθηκολογήσει. Στις 21 Φεβρουαρίου ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη των Ιωαννίνων. Έπειτα από λίγες μέρες απελευθερώθηκε και το Αργυρόκαστρο.
Τις πραγματικά μοναδικές στιγμές που ζούσε εκείνη τη στιγμή ο ελληνισμός συντάραξε η δολοφονία στη Θεσσαλονίκη (5 Μαρτίου του 1913) του έμπειρου περί τα πολιτικά και συνετού βασιλιά Γεώργιου Α' από ένα ανισόρροπο, σύμφωνα με τις δηλώσεις των επίσημων αρχών, άτομο, τον Αλέξανδρο Σχινά. Ο τελευταίος, μάλιστα, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το Λευκό Πύργο, συσκοτίζοντας έτσι ακόμη περισσότερο τα πράγματα, ενώ σενάρια συνωμοσίας κυριαρχούσαν στην ελληνική κοινή γνώμη. Τον Γεώργιο διαδέχτηκε στο θρόνο ο πρωτότοκος γιος του, Κωνσταντίνος Α', κουνιάδος από αδερφή του κάιζερ της Γερμανίας Γουλιέλμου Β'.


ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ ΤΟΥ 

Παράλληλα με τις χερσαίες επιχειρήσεις του στρατού, το ελληνικό πολεμικό ναυτικό, είτε με ναυτικά αγήματα είτε με αποβάσεις τμημάτων του πεζικού που μεταφέρονταν από επιταγμένα εμπορικά πλοία, απελευθέρωσε τα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου το ένα μετά το άλλο, τα περισσότερα αμαχητί - τη Μυτιλήνη (8 Νοεμβρίου του 1912) όμως και τη Χίο (11 Νοεμβρίου του 1912) έπειτα από αγώνα.
 Το πολεμικό ναυτικό είχε ήδη κατορθώσει με την κατάληψη της Λήμνου (7 Οκτωβρίου του 1912) και την εγκατάσταση πολεμικού ναυστάθμου στο λιμάνι του Μούδρου να θέσει υπό επιτήρηση την έξοδο των Στενών και υπό απαγόρευση τις κινήσεις του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο.
Μάλιστα, η αδυναμία των Τούρκων να στείλουν ενισχύσεις και εφόδια στη Μακεδονία διαμέσου της θάλασσας ήταν μία από τις σημαντικότερες αιτίες της ήττας τους στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Η ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο δεν παραχωρήθηκε από τους Τούρκους, αλλά κατακτήθηκε από την ελληνική πλευρά, υπό την ηγεσία του υποναύαρχου Παύλου Κουντουριώτη, μετά τις δύο συγκρούσεις που έγιναν στα ανοιχτά της Έλλης, πλησίον των Στενών η πρώτη (3 Δεκεμβρίου του 1912) και κοντά στη Λήμνο η δεύτερη (5 Ιανουαρίου του 1913).
 Σε αυτές πρωταγωνίστησε κυρίως το θωρηκτό καταδρομικό Αβέρωφ. Η τεράστια σημασία που είχε η κυριαρχία του ελληνικού στόλου φαίνεται από την αναστάτωση που προκάλεσε στις θαλάσσιες συγκοινωνίες η παρουσία του τουρκικού καταδρομικού Χαμηδιέ στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, το οποίο, εκμεταλλευόμενο τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και το σκοτάδι, είχε εξέλθει κρυφά από τα Στενά. Στις αρχές Μαρτίου του 1913 η Σάμος ήταν το τελευταίο νησί του Αιγαίου που εκείνη την περίοδο απελευθέρωσαν τα ελληνικά ναυτικά αγήματα.

ΝΑΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΤΟΝ Α' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ Εκτός από τις συγκρούσεις που έμειναν στην ιστορία ως ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου, αξιοσημείωτα ήταν και τα ακόλουθα γεγονότα:

Πρώτο από όλα, η βύθιση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης του παλιού τουρκικού θωρηκτού Φετίχ-ι-Μπουλέντ από το τορπιλοβόλο 11 με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση (19 Οκτωβρίου του 1912). Μπορεί το τουρκικό πλοίο να ήταν στην ουσία παροπλισμένο, η παράτολμη όμως ενέργεια της εισόδου του ελληνικού πολεμικού στο καλά φυλασσόμενο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αλλά και η αποτελεσματικότητα της δράσης του, ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα των Ελλήνων που προήλαυναν.
Έπειτα από έναν περίπου μήνα το τορπιλοβόλο 14 υπό τον υποπλοίαρχο I. Αργυρόπουλο εξανάγκασε την τουρκική κανονιοφόρο Τρεμπιζόντ σε αυτοβύθιση (12 Νοεμβρίου του 1912). Τέλος, στις 9 Δεκεμβρίου το υποβρύχιο Δέλφιν (κυβερνήτης Σ. Παπαρρηγόπουλος) εκτέλεσε την πρώτη, έστω και αποτυχημένη, τορπιλική επίθεση στον κόσμο, ενώ βρισκόταν εν καταδύσει, εναντίον του τουρκικού καταδρομικού Μετζητιέ.
Στον τομέα των αεροπορικών επιχειρήσεων τα τέσσερα αεροσκάφη του Πολεμικού Στολίσκου εκτέλεσαν μια σειρά αποστολών, κυρίως αναγνώρισης, αλλά και βομβαρδισμού με χειροβομβίδες. Αν και δεν επέφεραν σοβαρές υλικές ζημιές, κατάφεραν μεγάλο πλήγμα στο ηθικό του εχθρού. 
Η αποστολή όμως της 24ης Ιανουαρίου του 1913 του υδροπλάνου Ναυτίλος, με χειριστή τον υπολοχαγό Μ. Μουτούση και παρατηρητή το σημαιοφόρο Α. Μωραϊτίνη, που είχε σκοπό την αναγνώριση του τουρκικού στόλου στα Δαρδανέλια και τον από αέρος βομβαρδισμό του, θεωρείται από πολλούς η πρώτη επιχείρηση ναυτικής συνεργασίας στον κόσμο.

ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΕΤΩΠΑ

Η σοβαρότερη απειλή για τους Τούρκους ήταν η επίθεση οκτώ βουλγαρικών μεραρχιών στη Θράκη, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ράτκο Δημητρίεφ και με αντικειμενικό στόχο την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι αγωνίστηκαν ηρωικά, ιδίως στο Λουλέ Μπουργκάζ, αλλά στις 2 Νοεμβρίου αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στη γραμμή της Τσαλτάτζας, περίπου σαράντα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα.
 Οι Βούλγαροι, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν αποκόψει την Αδριανούπολη, άρχισαν την πολιορκία της Τσαλτάτζας (4 Νοεμβρίου του 1912), όμως, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων στον ανεφοδιασμό τους και της επιδημίας χολέρας που είχε ενσκήψει στο στρατό τους, η κατάληψη της οχυρής πόλης φάνταζε μακρινό όνειρο.
Οι Σέρβοι, από την άλλη, στις 10 και 11 Οκτωβρίου του 1912 νίκησαν τους Τούρκους στο Κουμάνοβο, κατέλαβαν τα Σκόπια (13 Οκτωβρίου του 1912) και μετά κινήθηκαν σε δύο κατευθύνσεις. Μια ομάδα μεραρχιών, αφού νίκησε τους Τούρκους στο Μοναστήρι (5 Νοεμβρίου), κινήθηκε προς Δυρράχιο, ενώ μια άλλη, αφού κατέλαβε το Κοσσυφοπέδιο, στο οποίο το 1389 οι Τούρκοι είχαν καταλύσει το σερβικό βασίλειο, κατευθύνθηκε προς Νόβι Παζάρ για να παράσχει βοήθεια στους Μαυροβούνιους, που, παρά τις πρώτες επιτυχίες τους, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη Σκόδρα (η Σκόδρα παραδόθηκε στις 9 Απριλίου του 1913). Οι Σέρβοι, όταν κατέλαβαν σχεδόν ολόκληρη την Αλβανία, ήρθαν τελικά σε επαφή με τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη Βόρεια Ήπειρο.
Στις 20 Νοεμβρίου του 1912 η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία συμφώνησαν με την Τουρκία ανακωχή και έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών στο Λονδίνο. Η Ελλάδα κράτησε επιφυλακτική στάση, αφού η Τουρκία δεν συναίνεσε στην παραχώρηση των Ιωαννίνων.
Οι συνομιλίες στο Λονδίνο, όμως, διακόπηκαν στις 21 Ιανουαρίου του 1913 εξαιτίας ενός φιλοπόλεμου πραξικοπήματος που εκδηλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη από Νεότουρκους αξιωματικούς, το οποίο θορύβησε τους συμμάχους και τους έπεισε να αρχίσουν και πάλι τις επιχειρήσεις. 
Οι Σέρβοι, που είχαν πετύχει όλους τους στρατηγικούς στόχους τους, έσπευσαν να βοηθήσουν τους Βούλγαρους και τους Μαυροβούνιους. Τελικά, η Αδριανούπολη παραδόθηκε στους Βούλγαρους στις 13 Μαρτίου του 1913, οι οποίοι και πάλι δεν κατάφεραν να καταλάβουν την Τσαλτάτζα και έτσι αναγκάστηκαν να υπογράψουν ανακωχή με τους Τούρκους. Οι Μαυροβούνιοι, των οποίων η δράση στη Σκόδρα επέσυρε τη μήνιν της Αυστροουγγαρίας και παραλίγο να προκαλέσει μείζονα πολεμική ανάφλεξη, αποδέχτηκαν την παραχώρηση της Σκόδρας σε διεθνή δύναμη. Η υπογραφή συνθήκης ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους δεν ήταν μακριά.


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Η συνθήκη υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 17/30 Μαΐου του 1913 ανάμεσα στους νικητές Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους και Μαυροβούνιους και την ηττημένη στα πεδία των μαχών Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τους όρους της συνθήκης, που ήταν σχεδόν όλοι αρκετά ασαφείς, καθόρισαν τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων υπό το πρίσμα του νέου status quo που είχε επιβληθεί στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας από τους νικητές συμμάχους.
Το κείμενο της Συνθήκης του Λονδίνου προέβλεπε, στο άρθρο 2, ότι ο σουλτάνος εκχωρούσε στους συμμάχους «πάσας τας επί της ευρωπαϊκής ηπείρου εδαφικάς εκτάσεις της αυτοκρατορίας του προς δυσμάς, γραμμής αρχομένης από της Αιγαίου Πελάγους Αίνου μέχρι της επί του Ευξείνου Πόντου Μηδίας, εξαιρουμένης της Αλβανίας»
Το άρθρο 3 έδινε στις Μεγάλες Δυνάμεις το δικαίωμα να καθορίσουν τα σύνορα της νεοσύστατης τότε Αλβανίας και να ρυθμίσουν όλα τα ζητήματα που την αφορούσαν -κατ’ απαίτηση κυρίως της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας. Με το άρθρο 4 ο σουλτάνος παραιτούνταν υπέρ των συμμάχων από κάθε δικαίωμα πάνω στην Κρήτη, ενώ με το άρθρο 5 ανέθετε στις Μεγάλες Δυνάμεις τον καθορισμό της τύχης των νησιών του Αιγαίου, πλην της Κρήτης, και της Χερσονήσου του Αθω. Τέλος, με τα άρθρα 6 και 7 διευθετούνταν οικονομικά ζητήματα, καθώς και θέματα ανταλλαγής αιχμαλώτων.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ 

Αρκετό διάστημα πριν από την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου είχε διαφανεί σημαντική διάσταση απόψεων κυρίως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία για ζητήματα που άπτονταν της διευθέτησης των συνόρων στο χώρο της Μακεδονίας. Το συγκεκριμένο θέμα το προσέγγισαν με διαφορετικό τρόπο εκτός από τους Βούλγαρους και οι Σέρβοι, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν τόσο για κατοχή εδαφών όσο για τη δημιουργία ενός ελεύθερου διαύλου επικοινωνίας με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
 Η βουλγαρική ηγεσία προτίμησε σε πρώτη φάση να φανεί συναινετική απέναντι στην Ελλάδα, υπολογίζοντας σε ταχεία προέλαση των δυνάμεών της προς τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να φέρει τους Έλληνες προ τετελεσμένων γεγονότων. Η βεβαιότητα για την επίτευξη των δύο στόχων του βουλγαρικού επιτελείου, δηλαδή της κατάληψης της Θεσσαλονίκης και της Αδριανούπολης, ενισχυόταν από το γεγονός ότι τα μέλη του δεν θεωρούσαν ιδιαίτερα αξιόμαχες τις ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις.
Οι απρόσμενες όμως εξελίξεις στο ελληνικό μέτωπο, με την ταχεία προέλαση των Ελλήνων προς τη Θεσσαλονίκη, καθώς και η καθήλωση των Βουλγάρων έξω από τα τείχη της Τσαλτάτζας, δυσκόλεψαν κάπως την κατάσταση.
Με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου αποκαλύφθηκαν τελικά οι πραγματικές προθέσεις των Βουλγάρων, οι οποίοι πρόβαλλαν έντονα τη συμμετοχή τους στον πόλεμο, θεωρώντας την καθοριστική για τη νίκη των συμμάχων. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Βουλής Ντάνεφ, οι Βούλγαροι διεκδικούσαν τη Μακεδονία σχεδόν από το Μοναστήρι μέχρι την Αδριανούπολη. 
Η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα και το Δεδέ Αγάτς θα αποτελούσαν τις τρεις εξόδους της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Για τη Χαλκιδική και το Άγιο Όρος ήθελαν ειδικό καθεστώς, αν και ήταν σαφής η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, ενώ η Θάσος θα έπρεπε να περιέλθει στην κατοχή της Βουλγαρίας, για να διασφαλιστεί έτσι το λιμάνι της Καβάλας.

Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Η ΕΛΛΗΝΟΣΕΡΒΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Η Ελλάδα, αν και είχε υπογράψει το Μάιο του 1912, αμέσως με την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου, συνθήκη συμμαχίας με τη Βουλγαρία, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αντιμετώπισε μια σειρά ενεργειών εκ μέρους της «συμμάχου» χώρας που επιεικώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανειλικρινείς.
Η Βουλγαρία επιδίωκε απο τη μια μερια να αθετήσει υπερ της τη συμφωνία περι διανομής των εδαφών που είχε υπογράψει με τη Σερβία και από την άλλη να καταλάβει την πόλη της Θεσσαλονίκης και τα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας πριν από την Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη και το γεγονός ότι δεν είχε αναλάβει καμιά ουσιαστική δέσμευση απέναντι στην τελευταία σχετικά με τη διανομή των κατακτημένων εδαφών.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής των μυστικών της σχεδίων η Βουλγαρία τροποποίησε μονομερώς -την τελευταία στιγμή- το σχέδιο ενέργειας, που είχε γνωστοποιήσει στους συμμάχους της. Αυτό πρόβλεπε μαζική επίθεση εναντίον των τουρκικών θέσεων στην Ανατολική Θράκη. 
Το βουλγαρικό επιτελείο απέσπασε δύο επίλεκτες μεραρχίες, από τις οποίες τη μια την έστειλε στην Ανατολική Μακεδονία και την άλλη την προώθησε προς τη Θεσσαλονίκη. Από τη δεύτερη, δύο ενισχυμένα τάγματα κατόρθωσαν να εισέλθουν στην πόλη όταν τους έδωσε την άδεια η ελληνική κυβέρνηση.
Παρ’ όλα αυτά, οι Βούλγαροι, και ενώ ήταν σε εξέλιξη ακόμη ο πόλεμος με την Τουρκία, προκαλούσαν συνεχώς προστριβές με τις ελληνικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας κυρίως σώματα ανταρτών και μικρές στρατιωτικές μονάδες.
Όσο για τις αντιθέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία, αν και δεν είχαν το εύρος των ελληνοβουλγαρικών, ήταν σοβαρή πηγή εντάσεων. Η κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς και η σύγκρουση ανάμεσα στους πρώην συμμάχους φαινόταν αναπόφευκτη.
Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, και ενώ ήταν φανερό -από τα τέλη Μαρτίου του 1913- ότι η Βουλγαρία συγκέντρωνε δυνάμεις στο μακεδονικό μέτωπο, η Σερβία και η Ελλάδα άρχισαν συνομιλίες με σκοπό να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας και στρατιωτικής συνεργασίας.
Τον Απρίλιο του 1913 οι δύο χώρες υπέγραψαν πρωτόκολλο συνεργασίας και στις 19 Μαΐου του 1913 τη Συνθήκη Ειρήνης, Φιλίας και Αμοιβαίας Συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη.
 Είχαν προηγηθεί βέβαια κάποια μεμονωμένα επεισόδια ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους στη Νιγρίτα και στο Παγγαίο, τα οποία έπεισαν την ελληνική κυβέρνηση να αποδεχτεί τον όρο που ζητούσαν οι Σέρβοι: Σε περίπτωση επίθεσης των Αυστριακών κατά της Σερβίας, η Ελλάδα έπρεπε να συνδράμει στρατιωτικά τη σύμμαχο χώρα. Το ενδεχόμενο αυτό, που εκείνη τη στιγμή φάνταζε μακρινό, σε λιγότερο από δύο χρόνια θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, και στον Εθνικό Διχασμό.
Ο Βενιζέλος ήταν ειλικρινής απέναντι στη Βουλγαρία και ζητούσε από αυτή, εφόσον αποδεχόταν το status quo που είχε δημιουργηθεί, να προχωρήσει στο διακανονισμό των θεμάτων που εκκρεμούσαν με την Ελλάδα. Δυστυχώς όμως, ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος είχε εξωθήσει το μετριοπαθή πρωθυπουργό Γκέσωφ σε παραίτηση και ο διάδοχός του, Ντάνεφ, φαινόταν ιδιαίτερα υποχωρητικός στις φιλοπόλεμες επιδιώξεις του στρατηγού Μιχαήλ Σαβώφ.
Η επίθεση των στρατευμάτων της Βουλγαρίας στο σημείο επαφής των ελληνικών και των σερβικών στρατευμάτων στη Γευγελή (16η προς 17η Ιουνίου του 1913) έδωσε την αφορμή για την έκρηξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου.


National Geographic Magazine