Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Αγωνίσματα - «Εντίλια»

Το χρόνο μια φορά έρχονταν οι Τούρκοι και Έλληνες, φέρνοντας τα καλύτερα βόδια τους, για να αγωνιστούν. Εί­χαν τρία-τέσσερα κάρα, που αντί για τροχούς δέναν ξύλα χο­ντρά και βάζαν απάνω πολύ βαρύ φορτίο. Οππιανού τα βό­δια τραβούσανε αυτό το βάρος, θεωρούσαν ότι είχε τα πιο γερά βόδια, για αμοιβή δε έπαιρνε πασμάδες με διάφορα χρώματα και τους τύλιγε στα κέρατα των βοδιών. Ακόμα, ανάλογα με τον αγώνα ήταν και η αμοιβή,η οποία καμιά φορά ήταν ένα ή δύο μοσχάρια καλοθρεμμένα.
Όλα αυτά μου ’ρχονταν στο μυαλό την ώρα που κοίταγα το Τεκέκιοϊ. Ύστερα πάλι, πήγε ο νους μου σ’ άλλα χρόνια. Μια φορά, που για να πάω στην πατρίδα μου, πέρασα μέσα από το Τεκέκιοϊ, τα βρήκα όλα σε κακή κατάσταση. Από ένα πλημμυρισμένο ποτάμι τα σπίτια και τα μαγαζιά είχαν εκτο­πιστεί! Άλλα ήταν γκρεμισμένα και όσα ήταν ξύλινα, σαν πα- ράγκες, τα είχε εκτοπίσει. Έτρεχε, έτρεχε το ποτάμι, το χώμα έφευγε και παραμερούσαν τα σπίτια, το έζησα, δεν ήταν καλοφτιαγμένα, άλλα πάλι τουμπάριζαν. Ο κόσμος, απελπι­σμένος έψαχνε να βρει τα πράγματά του. Εγώ βρήκα στο δρόμο ένα πακέτο, είχε μέσα δέκα φέσια, ποιανού να το δώσω; όλοι χάσαμε. Είπα: βγήκε το χαρτζηλίκι! να το που­λήσω. Αλλά αυτό κάπως με σύγχισε, μου έδωσε μια ταραχή, σαν να ήταν ένα προμήνυμα αυτής της καταραμένης περιό­δου, δηλαδή αυτά που γίναν πριν μια ώρα και που με ξύ­πνησαν από τις εφιαλτικές μου αναμνήσεις.
Νεαρός Αντάρτης
Σε μια στιγμή γύρισα στην πραγματικότητα, κόντευαν με­σάνυχτα, είχε περάσει πολύ ώρα, που φτάσανε στις σκοπιές οι τελευταίοι πολεμιστές. Κανένας άλλος πια δεν σώθηκε. Σηκωθήκαμε και φύγαμε για το Καράπερτσιν.
'Εριξα μια τελευταία ματιά ακόμη, πήγε ο νους μου στους τραυματίες, μην τους πιάσαν οι Τούρκοι και τι τους κάναν. Γιατί, εν τω μεταξύ πήγαν οι Τούρκοι μέσα στο χωριό, ο στρα­τός κι οι ενισχύσεις τους. Τελευταία ματιά και τα θυμήθηκα όλα. Φεύγαμε προς τα πίσω. Στο δρόμο λέγανε ότι έφτασε ο στρατός και ότι έγιναν μετακινήσεις. Έλεγε ένας ποιος και ποιος σκοτώθηκε και βγάλαμε το συμπέρασμα, ότι σκοτω­θήκανε εικοσιοκτώ. Είχαμε και σαράντα τραυματίες μαζί μας. Άλλος ήταν χτυπημένος στο μάτι, άλλος στο πόδι και τους είχαμε πρόχειρα δεμένους.
Είχαμε βοτανολόγους άφθαστους, τα βότανα τους ήταν μαγικά και θεράπευαν τους τραυματίες. Έπειτα απ’ αυτή τη μάχη συνέχισε ανάπαυλα μια βδομάδα μέσα στο Καράπερ- τσιν κι ολόγυρα. Συμπλήρωναν τα κενά, μάζευαν πληροφο­ρίες κι έτρεχαν εδώ και εκεί.
Λιγόστευαν οι σφαίρες. Η αποστολή στην Ρωσία δεν είχε δείξει ίχνη επιστροφής, ενώ εκείνες τις μέρες έπρεπε να είναι στο λημέρι. Αυτή η μάχη μας στοίχισε πολλά. Άλλη μια τέτοια, αν γινότανε, δεν θα μας έμενε ούτε σφαίρα.
Μετά πέντε μέρες μάθαμε την καταστροφή που κάναμε. Εκατόν πενήντα με εκατόν ογδόντα Τούρκοι στρατιώτες σκο­τώθηκαν στη μάχη και γύρω στις δυο χιλιάδες άντρες, γυ­ναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν.
Μ’ όλα αυτά, δεν κατορθώσαμε να φθάσουμε στον τελικό μας σκοπό. Οι καπεταναίοι θέλαν να το εξαφανίσουνε, γιατί πάλι θα έρθει στρατός και όλο αυτά συζητούσαν.
Εκεί στην ανάπαυλα που περνούσαμε, δεκαπέντε ημέρες, ένα τόσο χρονικό διάστημα περίπου, οι καπεταναίοι λέγαν, πως μπορεί να ’χουμε επιθέσεις των Τούρκων. Ότι έπρεπε να ετοιμασθούμε, να σφάξουμε πεντακόσια ζώα, να τα κά­νουμε καβουρμάδες, γιατί αν μας επιτεθούν οι Τούρκοι και βρεθούμε μακριά από τις εστίες μας, να έχει ο καθένας απάνω του δύο οκάδες καβουρμά και μισή οκά αλεύρι, διότι με το χτύπημα που θα κάνανε οι Τούρκοι, έπρεπε να είμαστε για όλα έτοιμοι.
Εμείς κρατούσαμε περί τη μία ώρα άμυνα, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροντες φεύγαν πιο μέσα, σ’ αυτό το χρονικό διάστημα. Αφού βλέπαμε ότι εξασφαλιζόμαστε από τον κίν­δυνο, αφού πήγαιναν πιο πέρα από το λημέρι, εμείς πιάναμε το άλλο το βουνό. Γιατί σιγά-σιγά, πολεμώντας, με λίγες σφαί­ρες, οπισθοχωρούσαμε, κάναμε ελιγμό.
Αυτά γίνονταν τη νύχτα κρυφά και έπρεπε να μη κλαίνε τα μωρά, σαν κλαίγανε τα έσφαζε ο καπετάνιος!
Οι Τούρκοι είχαν γύρω στις τέσσερις χιλιάδες στρατό.
Φώναζαν οι ιμάμηδες τους από τα τζαμιά, όποιος είναι ικα­νός και μπορεί να κρατήσει όπλο στα χέρια του να πάει. Στρα­τολογούσαν και από τα ολόγυρά μας χωριά και είχαν με­γάλη δύναμη. Πιάναν τις τέσσερις πλευρές της περιφέρειας και κάναν την επίθεση, βαρώντας στην αρχή με κανόνια.
Για μας τους αντάρτες, αυτό ήταν ευχής έργο, γιατί κι εμείς, σ’ όλη την περιφέρεια αυτή, είχαμε γύρω στις δεκα­πέντε με δεκαοκτώ χιλιάδες τουφέκια. Τα βαστούσαν άνδρες) ηλιοκαμένοι, σκληροί και φανατικοί, που είχαν σαν μοναδική επιθυμία, να σφάζουν Τούρκους. Και αισθανόταν λύπη, γιατί είχαν τα γυναικόπαιδα και δεν μπορούσαν να κι­νηθούν ελεύθερα.

Δημοσθένης Κελεκίδης