Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Η Δημοπρασία

Δώσαν τους αιχμαλώτους Τούρκους στην δημοπρασία, τι τους κάναν; Και γιατί είχαμε ορισμένους ανθρώπους, Έλληνες εμπόρους, που κατάφεραν να διαφύγουν την κρεμάλα, μέσα στην Αμισό; Οι τελευταίοι) ήταν εξόριστοι, ήταν προχωρημένοι στην ηλικία και με χίλια δυο βάσανα κατάφεραν να φτάσουν στα λημέρια μας. Ήταν κατεστραμμένοι, υλικά και ηθικά. Σφάξαν την οικογένειά τους, τους συγγενείς τους και είχαν μέσα τους, για όλα αυτά, μια βαθιά πίκρα, ένα μίσος για τους Τούρκους και ήθελαν και αυτοί καμιά φορά να σκοτώσουν έναν Τούρκο. Αλλά επειδή δεν μπορούσαν σαν κι εμάς να πολεμήσουν στα λαγκάδια, στις ρεματιές, στις φυλωσσιές, στα δάση, δεν άντεχαν σε τόση σκληραγωγία, αγόραζαν έναν Τούρκο, έπαιρναν από έναν αντάρτη το τουφέκι του, τον έβαζαν μπροστά και του έλεγαν: «Προχώρα!». Ο αιχμάλωτος έκανε δέκα ως είκοσι βήματα και του ’ριχναν!
Από την πλευρά της Έρπαγας, ακούμε, δεκατέσσερις μέρες τώρα, κανόνια υπόκωφα. Λήγουν το αμπλοκάρισμα και έρχονται πάνω από τη Γέλιτζε, στα δικά μας τα χωριά και αρχινάνε, από τις τέσσερις πλευρές, να μας χτυπούνε οι Τούρκοι.
Αυτό είχε διαρκέσει περί τα σαράντα μερόνυχτα. Τρώγαμε μόνο καβουρμά, υποφέραμε από την ψείρα, την πεζοπορία και το κρύο. Ο καπετάνιος μυρίζεται τον κίνδυνο. Έχει στη διάθεσή του διακόσια με τριακόσια πρόβατα ή αγελάδες, για ώρα ανάγκης, το κρέας το κάναμε καβουρμά. Αναλόγως τις εποχές είχαμε τον χειμώνα καρύδια, το καλοκαίρι κεράσια από τα δέντρα, φρούτα ξηρά, που τα λέγαμε «τιζίμα», απίδια, μήλα, που τα κάναμε κρεμαστάρια ή φουρνιστά, απόξω η καμένη φλούδα τα συγκροτεί, δεν χαλάν.
Τα φλέγοντα ζητήματα και η πραγματική έλλειψη ήτανε τα πολεμοφόδια, διότι από μιας αρχής η προμήθεια τους ήταν δύσκολη.
Είναι παγωνιά φοβερή ,πολλούς βαθμούς υπό το μηδέν και ο αντάρτης κάθεται κουλουριασμένος και σκοπεύει και ο ιδρώτας τρέχει από το μούτρο του ποτάμι! Τα 40% έχεις πιθανότητες να ζήσεις! Στις γυναίκες και στα γυναικόπαιδα είχαμε μεγάλες απώλειες, δεν μπορούσαμε να τα παίρνουμε μαζί μας  στους ελιγμούς. Επί σαράντα μέρες φωτιά δεν ανάβαμε, δεν μαγειρεύαμε. Από δω και πέρα αρχίζει η περίοδος που καταφεύγαμε στα σπήλαια, κρυβόμασταν σε μέρη απρόσιτα, σε τρύπες, σε μαγαράδες, σε ρεματιές, σε βράχια, στα κοιλώματα, κρυβώμασταν και βρίσκαμε μια ησυχία.
Ο τακτικός στρατός πήγαινε με στρατηγική, ολόσωμος, ήθελε να κοιτάξει, να ερευνήσει κι ύστερα να χτυπήσει. Δεν κομματιάζονταν σαν τους αντάρτες, δεν μπορούσε να μπει στις φυλλωσιές, δεν ήξερε τι θα του παρουσιαστεί, μπορούσαν να είναι αντάρτες και να τον περικυκλώσουν, δεν ήξερε τα μονοπάτια.
Αυτή η τακτική, σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα, διήρκεσε σαράντα μέρες και νύχτες. Άυπνοι, πεινασμένοι, κουρασμένοι, εξαντλημένοι! Και δεν ήταν τίποτα αυτά μπροστά στην έλλειψη των σφαιρών, γιατί όταν δεν έχεις πολεμοφόδια, αισθάνεσαι πλέον αιχμάλωτο τον εαυτό σου.
Έβλεπες εκείνα τα παλληκάρια, στο κόκκινο χώμα, που ήταν ζωσμένο με εκατοντάδες σφαίρες και κοκκινογυάλιζαν στις ακτίνες του ήλιου οι κάλυκες, που έχουν το χρώμα τους χρυσό.
Και το είχαν καύχημα να έχουν πολλές σφαίρες, αισθάνονταν ψηλά το κεφάλι. Τώρα, όχι μόνο τους έλειπαν τα φτερά να πετάξουν, αλά αισθάνονταν τον εαυτό τους αμφίβολο, αν ήταν ελεύθεροι ή αν σε λίγο διάστημα θα ήταν σκλαβωμένοι.
Κρατούσαμε στα τουφέκια μας μόνο μια σφαίρα, για να αυτοκτονήσουμε, και άλλος κρατούσε το τελευταίο γέμισμα στην «κάσα» του τουφεκιού του, για να το γεμίσει με πέντε σφαίρες.
Τα τουφέκια μας τα κρατούσαμε πια για οδοιπορικές ράβδους, ως όπλα ήταν πια άχρηστα, και στηριζόμασταν απάνω.
Τα γυναικόπαιδα ήταν εξαντλημένα, πεινασμένα, κι εμείς το ίδιο, μα δεν είχαμε την δύναμη να κάνουμε επιδρομές, που κι αυτές στα ήσυχα Τουρκοχώρια τις ντρεπόμασταν, αλλά τις κάναμε από ανάγκη.
Αυτή η κατάσταση συνεχίζονταν και άρχισαν οι καπετάνιοι και, γενικά, το αντάρτικο να περιστρέφεται στην σκέψη της «αποστολής». Τι έγινε η αποστολή;
Κάποτε ακούγαμε κανονιές στη θάλασσα. Η Τουρκία δεν είχε μέσα συγκοινωνίας στον Πόντο, παρά μικρές βάρκες, για να μην φαίνονται πολύ και να μπορούνε να κρύβονται σε βράχια, ποτάμια, και να ’χουν ορμητήρια. Τα ρωσικά πολεμικά φτάναν μέχρι δύο χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα και τις βομβαρδίζανε και τις βουλιάζανε και ήταν γεμάτα με πολεμοφόδια, με στρατό. Κι αυτά τα κανόνια που τ’ ακούγαμε, δεν ξέραμε τι γίνεται και λέγαμε: «δε θα ’ρθει κατά δω ο ρωσικός στρατός, να μας ελευθερώσει; Είχαμε κι αυτήν την ελπίδα.
Τώρα εδώ κι ένα μήνα κι αυτά σταμάτησαν. Κι αυτοί που στείλαμε με γράμματα στην Αμισό, επέστρεψαν, όχι μόνο άπρακτοι, αλλά με τα μελανότερα χρώματα μας περιέγραψαν την ζωή της πολιτείας. Κρεμάλες κάθε βράδυ στο μεϊντάνι, εξορία! Μέσα στην Αμισό τους σκότωναν, σαν τα σκυλιά!

Δημοσθένης Κελεκίδης

Απόσπασμα από το βιβλίο του : "Το Αντάρτικο του Πόντου"