Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

ΘΕΑΤΡΟ

Η πιο αρχέγονη Θεατρική μορφή - ίσως και παλαιότερα από το αθηναϊκό δράμα και τις διονυσιακές γιορτές-ανιχνεύεται στις παραστάσεις των Μωμο(γ)έρων.
 [Μωμό(γ)γεροι: μώμος = μομφή, ψόγος, κατηγορία - συνεκ. Ο θεός του ψόγου, της μομφής + γέρος, ηλικιωμένος].

Ήταν μαγικοθρησκευτικές τελετές που τελούνταν στην περίοδο του δωδεκαημέρου — Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια- για την καλοχρονιά, κατ' επέκταση για την πλούσια σοδειά. Συνδέεται με τις διονυσιακές γιορτές με κοινό χαρακτηριστικό τις μάσκες και τις μεταμφιέσεις. Στον λαϊκό πολιτισμό του Πόντου οι μωμογερικές παραστάσεις παρουσιάζουν μεγάλο δραματολογικό αλλά και εθνολογικό ενδιαφέρον.
 Λαϊκούς αυτοσχέδιους θιάσους μασκαρεμένων ομάδων, που δίνουν παραστάσεις στις αυλές των σπιτιών, στις διασταυρώσεις δρόμων, στις πλατείες των χωριών και των πόλεων. Οι παραστάσεις άλλοτε είναι μικρές και άλλοτε πάλι μεγάλες, ιδιαίτερα η δεύτερη περίπτωση απαιτούσε προεργασία πολλών ημερών. 
Τα θέματα αυτών των αυτοσχέδιων θιάσων έχουν, κυρίως, σχέση με την αρχαία αγροτική μαγική λατρεία, το ομοιοπαθητικό, αλλά και το συμβολικό της περιεχόμενο. Παράδειγμα, ο θάνατος και η ανάσταση του κεντρικού ήρωα της παράστασης σημαίνει τον χρόνο, τη γη και τον σπόρο που αναπτύσσεται. Η αρπαγή της νύφης - σύμβολο γονιμότητας-και η διαμάχη μεταξύ των ανδρών γι' αυτήν. 
Η σύγκρουση μέχρι θανάτου μεταξύ του νέου και του γέρου - νίκη του νέου εις βάρος του γέρου. Ο Δίκωλος, ένα πρόσωπο που κουβαλάει στην πλάτη του τον νεκρό αδερφό του - παλιός χρόνος, νέος χρόνος. Τα αισχρόλογα, οι άσεμνες πράξεις αποτελούν μαγικά και συμβολικά κατάλοιπα της αρχαίας γονιμικής θρησκείας και λατρείας. Με το πέρασμα των χρόνων τα αρχαϊκά δρώμενα που οι μωμογερικοί θίασοι φέρουν, εξελίσσονται σε εθιμικές παραστάσεις και αργότερα σε θεατρικό παιχνίδι. Στον Πόντο οι ονομασίες των θιάσων, πέραν των Μωμο(γ)έρων ή Μωμο(γ)έρια που επικρατούσαν στην Τραπεζούντα, στην Αργυρούπολη (Gumushane) και σε κάποιες ακόμη περιοχές, ποίκιλλαν κατά τόπους:
*Αγραιδόπον, Χούσποι ή Μαϊμούνια στην Κερασούντα.
*Τ' Αλογόπα, τα Κοτσόπα, τα Κάλαντα στο χωριό Τσαγράκ Κερασούντας.
* Τ' Αι(γ)ιδίτσας στην περιοχή Σαμψούντας.
*Τ' Αλογόπον στο χωριό Κορόνεξα Αργυρούπολης και στην περιοχή Τζενικία της Κερασούντας.
Ο Αράπ'ς στο Αλή - Σαρ της Νικόπολης.
Νικόπολη (Sebinkarahisar).
Ο Αράπ - αγασής, τη Καλανταρί τ' άλογον στο χωριό Τρουπτσή της Νικόπολης (Sebinkarahisar).
Ο Κοτζαμάνον στο χωριό Ερέστιζι Νεοκαισάρειας.
Το Δικαστήριον στο Σταυρίν Αργυρούπολης.
Ο Κανναβούρης στο Καδήκοϊ Σαμψούντας. Ο θίασος αυτός, μολονότι διαφορετικός, αλλά και τελούμενος σε διαφορετική περίοδο (Μεσοπεντηκοστή), εντούτοις περιλαμβάνεται στην ομάδα των μωμογερικών θιάσων με την έννοια ότι πραγματώνεται στον χώρο του Πόντου.
Οι Καρακοτζάδες στην Πάφρα. Γίνονται παραστάσεις κυρίως για τους τουρκόφωνους της περιοχής.
Οι  Καραχοτζάδες, οι Κεσιτζήδες (κατσικάδες) στο χωριό Καραντάγ της Σαμψούντας.
Τα Κότσε (κριάρια), οι Μωμόεροι, οι Πορδαλάντ, ο Ουζεΐν Αλής στην περιοχή Χαιρίανας της Αργυρούπολης.
Οι Κοτζαμάν' στην Λιβερά Τραπεζούντας.
Τα Μαϊμούνια στην περιοχή Βεζίνκιοϊ του Καρς.
Η Νύφε, ο Τοσπαγάς (χελώνα), η Τεβέ (καμήλα) στην περιοχή Βαρκενέζ του Αρνταχάν.
Ο Πορδαλάς, οι Πορδαλάντ’, ο Μωμόερος, οι Μωμόεροι στην περιοχή Ακ - νταγ - μαντέν της Σεβάστειας.
Οι Χούσποι ή Χουσπάντ ή Χουστιαντίων στα χωριά: Αζάτ του Καρς, Αντρεάντων και Φουντουτσάκ της Σαμψούντας.
Οι παραστάσεις των παραπάνω (και άλλων που δεν ανα­φέρθηκαν) θιάσων έχουν τις καταβολές τους στους αρ­χαίους, όπως προαναφέρθηκε, χρόνους.
Σκοπός τους είναι να προκαλέσουν την καλή χρονιά, τη γο­νιμότητα της γης και της φύσης. Για τον λόγο αυτό επικράτη­σε ο κανόνας οι θίασοι αυτοί να εμφανίζονται στην περίοδο του δωδεκαημέρου, τότε που οι σπόροι ανασταίνονταν μέσα στο χώμα. Με την ομοιοπαθητική, μαγική πράξη ανάστασης του κεντρικού ήρωα στους μωμογερικούς θιάσους υποβοηθούνταν η βλάστηση του νεκρού σπόρου στη γη. Οι μωμογερικές παραστάσεις και, βέβαια, όλες οι παραλλαγές τους στη ροή του χρόνου παρουσιάζουν κάποια εξέλιξη: οι ήρωες διπλασιάζονται (ο Δίκωλος με τον νεκρό αδερφό του) ή τριπλασιάζονται (Καρακοτζάδες: Νύφη, Καράμπαμπας και ο γέρος Ακμαμπας) αργότερα γίνονται πολυπληθείς, ώσπου τελικά διαρθρώνονται σε εθιμικούς θιάσους.
Η υφή των θιάσων τροποποιείται σε θεατρικότερη, πλουτί­ζονται οι σκηνές, οι υποθέσεις, τα θεαματικά στοιχεία και το πιο σημαντικό, λειτουργούν όχι μόνο στην περίοδο του δωδεκαημέρου, αλλά και μέχρι το Πάσχα και προοδευτικά απλώνονται σε όλη τη διάρκεια του έτους δίνοντας παρα­στάσεις ιδιαίτερα στις γιορτές. Απόρροια αυτής της δυναμι­κής εξέλιξης των μωμογερικών παραστάσεων είναι η ανα­γωγή τους σε πλήρη θεατρικά μονόπρακτα πλαισιωμένα με μουσική και τραγούδια με λύρα ή άλλα μουσικά όργανα. Οι συντελεστές, πλέον, των θιάσων είναι ποικίλοι: κεντρικοί ήρωες, τραγουδιστές, χορευτές, συνοδοί και ζώα, όπως μαϊ­μού, αρκούδα κ.ά. 
Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης οι θίασοι αποκτούν ψυχαγωγικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα. Ορι­σμένοι ρόλοι των κεντρικών ηρώων είναι: ο Γαμπρόν, ο Βα­σιλέας, η Νύφη, ο Ζητιάνος, ο Ποπάς, ο Αη-Βασίλης, ο Για­τρόν, ο Διάβολον, ο Νοικοκύρης, ο Καφετζής, ο Ντερέμπεης (γαιοκτήμονας), ο Δικαστής και άλλοι. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα διαφαίνεται μια τάση δημιουργίας έντεχνου ερασιτεχνικού θεάτρου. Στην πορεία ανάπτυξής του, πέραν του ότι έχει τις καταβολές του στις μωμογερικές παραστάσεις, επέδρασαν οι ελλαδικοί θίασοι, οι οποίοι έδιναν συχνά πα­ραστάσεις στον Πόντο. Πολύ περισσότερο επέδρασε το ρω­σικό επαγγελματικό θέατρο, ιδιαίτερα στη Νότια Ρωσία, όπου συγκεντρώθηκε ο μεταναστευτικός ποντιακός πληθυσμός. Έτσι, στη συνέχεια η μεγάλη άνθηση του ποντιακού θεάτρου πραγματοποιείται στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο. Σπουδαία θεατρικά έργα γράφονται στην ποντιακή διάλε­κτο από ταλαντούχους Ποντίους, οι οποίοι συμμετέχουν στις παρουσιάσεις τους και είναι:
Κερασούντα. Η οικογένεια Εμιρζά

Ειμαρμένης παίγνια (1860) του I. Βαλαβάνη,
 Οι ερωτόληπτοι (1876) του Κ. Γ. Κωνσταντινίδη, 
Οι Κωδωνάτοι βρυκόλακες (1885), 
Χύσε, τρίψε, πλύνε (1885), Η Τραπεζουντία Κόρη (1890) του Ε. Φοινικόπουλου, 
Σταύρος και Σταυρούλα (1904) του Φ. Π. Φιλιππί­δη,
 Τα σκοτάδια ή Λαζάραγας (1907), 
Η προξενεία (1908) του Γ.Κ. Φωτιάδη (Μαρκήσιου), Ματσουκάτκον χαρά (1910) του Γ.Χ. Κανονίδη (Τοχπαρά), 
Το κρίμαν (1910) του Στ. Χρ. Παυλίδη, 
Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα (1926), Τη Τρίχας το γεφύρ (1927) του Θ. Τρ. Κανονίδη (Απόλλων) και, βέβαια, πολλά άλλα.
 Μετά τον ξεριζωμό του 1922 το έντεχνο ερασιτεχνικό θέ­ατρο αναπτύσσεται σιγά, σιγά σε πόλεις και χωριά με διορ­γανώσεις παραστάσεων των ήδη συγκροτημένων συλλό­γων, δίνονται παραστάσεις στις προσφυγικές ομάδες της Αττικής, της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Μακεδονίας. Ο μύθος ή η υπόθεση, συνήθως είναι η νοσταλγική διά­θεση για τις χαμένες πατρίδες. 
Η ποντιακή διάλεκτος, συν­δυασμένη με το ηθογραφικό ύφος και με τον ιδιαίτερο κώ­δικα επικοινωνίας μέσα σ' ένα κλίμα παραδοσιακής ζωής, δρα δυναμικά και συναρπάζει το αίσθημα του ποντιακού προσφυγικού κόσμου κατά τη θεατρική παράσταση. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που γράφουν θεατρικά έργα ηθο­γραφικού κυρίως χαρακτήρα και έχουν ως επίκεντρο θέμα­τος τις χαμένες πατρίδες ή τα ποικίλα βιώματα της ποντιακής παραδοσιακής κοινωνίας ή ακόμη την ίδια τη διάλεκτο, με την οποία πορεύονται και βιώνουν τις ποικίλες αποχρώσεις της παραδοσιακής ζωής. 
Ονόματα όπως: Φίλων Κτενίδης, Γ. Λαμψίδης, Γ. Αδαμίδης, Π. Χάιτας, Στ. Ευσταθιάδης, Π. Μελανοφρύδης, Ξ. Ξενήτας, Γ. Φωτιάδης, Αννα Βαφειάδου, Γ. Κελίδης, Σ. Κοταμανίδης και πολλά άλλα ονό­ματα με τα έργα τους συντελούν στην ανάπτυξη του έντεχνου ερασιτεχνικού ποντιακού θεάτρου στην Ελλάδα.
Το θέατρο, ιδιαίτερα το ποντιακό, το οποίο συνδυάζει τα στοιχεία της κίνησης του λόγου και της μουσικής, έχει παλ­μό, μιλάει άμεσα στην ψυχή του ποντιακού λαού, φέρνο­ντας κοντά ως απεικονίσεις τα βιώματα και την ιστορία του. Ωστόσο, πρέπει να εκσυγχρονιστεί σε επίπεδο θεματολο­γίας, έτσι ώστε να εκφραστούν της εποχής μας τα σύγχρονα προβλήματα, οι ιδέες, η αισθητική και γενικά η συνολική φιλοσοφία της ζωής του ποντιακού λαού.

Παύλος Γαϊτανίδης
Δρ. Μουσικολογίας Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών