Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Οι Παβρενοί

Οι Τούρκοι στην αρχή μας χτύπησαν από την Έρπαγα, από πάνω από τα Τουρκοχώρια, για να μας ρίξουν στη θάλασσα, αυτή ήταν η στρατηγική τους.
Αυτοί οι κάτοικοι της Έρπαγα, ήταν αποκομμένοι και τους ξεχώριζαν μερικά χωριά από μας, περί τα πέντε ως έξι χωριά, που μιλούσαν την τουρκική. Τους λέγαμε «Παβρινούς» επειδή ανήκαν στην περιφέρεια της Έρπαγας. Ήταν όμως Έλληνες φανατικοί, ανδρείοι, και είχαν αρχηγό τους τον Τσακίρ αγά, έναν ξανθό καπετάνιο. Επειδή δεν είχαν μεγάλο χώρο και δεν μπορούσαν να κάνουν ελιγμούς, όπως εμείς, κάναν το εξής: Περικύκλωναν γύρω γύρω ένα μεγάλο δάσος, κάναν προχώματα, το ένα πίσω από το άλλο, τοποθετούσαν στο κέντρο τα γυναικόπαιδα και γύρω γύρω αυτοί δίναν τη μάχη. Επί δεκατέσσερις μέρες και νύχτες πολεμούσαν μια δύναμη τουρκική, γύρω στις πέντε με έξι χιλιάδες Τούρκους, και μάλιστα είχε βρέξει και ήταν ίσαμε τη μέση τους μέσα στο νερό! Πολεμούσαν σκληρά και δεν έκαναν ούτε ένα βήμα προς τα πίσω. Οι γυναίκες τους με χίλιες προφυλάξεις μαγείρευαν το συνηθισμένο εκείνο φαΐ, λιγάκι καβουρμάς, δυο χούφτες αλεύρι και πολύ νερό. Έβραζε όλο και κάπως έφερνε στο γλοιώδες και στις κατάλληλες στιγμές, τα μεσάνυχτα, το πήγαιναν στους αγωνιστές και ρουφούσαν λιγάκι. Επειδή οι Τούρκοι αξιωματικοί καθυστερούσαν, για την ολοκληρωτική επίθεση, έλαβε την εντολή, μια δράκα αντάρτες, να την ξεκαθαρίσουν την κατάσταση. Να τα βάλουν με τόσες χιλιάδες Τούρκους, με τα τόσα λίγα πολεμικά μέσα που διάθεταν.

Αυτή η περιφέρεια, της Έρπαγα, είχε πεντακόσια τουφέκια, ενώ η δική μας είχε δεκαπέντε χιλιάδες με δεκαοκτώ χιλιάδες τουφέκια. Την άλλη μέρα, ο Τούρκος αξιωματικός, διάταξε, με την ξιφολόγχη να μπούνε στα χαρακώματα. Και εκεί που ο αξιωματικός προέτρεχε, για να δώσει κουράγιο στους στρατιώτες του, του ανοίξανε φωτιές με χειροβομβίδες και με τα εγγλέζικα όπλα που βάζανε σαν μυδραλιοβόλα.
Και στον ενθουσιασμό του, απάνω σε μια παραζάλη, βγαίνει από το χαράκωμα (ο καπετάνιος) με το «κολτ», ένα επαναληπτικό βελγικής κατασκευής, που τραβάει δώδεκα σφαίρες, χτυπάει τον αξιωματικό και πέφτει μέσα στο χαράκωμα. Αλλά και ο Τσακίρ αγάς χτυπήθηκε από τους Τούρκους, γιατί βιάστηκε και βγήκε από το χαράκωμα.
Μόλις είδαν ότι έπεσε το αγαπητό τους πρόσωπο, ανάλαβαν κάτι άλλοι άντρες με ψυχή και σώμα και άρχισαν να πολεμούν. Φαντασθείτε, οκτακόσια τουφέκια σε ειδικευμένα χέρια, το τι γινόταν! Κατόρθωσαν όχι μοναχά να τους διώξουν, αλλά και να τους κάνουν μεγάλη καταστροφή! Σκόρπισαν από παντού, πήγαν και από τα πλάγια. Κι όταν βρέθηκαν σε κάποια ησυχία, σφάξαν ένα πρόβατο, το άνοιξαν και το τύλιξαν στον αξιωματικό, για να τον κρατούν ζεστό. Για να τον διατηρήσουν στη ζωή και να μπορέσουν να του πάρουν πληροφορίες.
O αξιωματικός φαντάστηκε ότι θα του χαρίσουν τη ζωή και συγκινήθηκε, ίσως από την ανδρεία του και άρχισε να τους εξιστορεί: «Πολλούς αξιωματικούς από μας, τους τράβηξαν από διάφορα μέτωπα, δια να ’ρθουμε να σας εξοντώσουμε. Η δύναμή μας είναι γύρω στις εικοσιπέντε με τριάντα χιλιάδες. Γύρω στις οκτώ χιλιάδες είναι ο γυμνασμένος στρατός. Πολλοί είναι εθελοντές μέσα από την Αμισό. Οι υπόλοιποι, γέροι και παιδάκια, ήταν στρατευμένοι στα μέτωπα της Ρωσίας. Είναι γύρω στις επτά με οκτώ χιλιάδες αγρότες της περιφέρειας, που δεν τους επιστράτευσαν, για να περιφρουρούν τα χωριά από τους αντάρτες».
Αφού έδωσε την εικόνα του πολέμου είπε, ότι θα ενώνονταν ο στρατός κι ότι ο ένας θα χτυπούσε από το Ατσέσοϊ και ο άλλος από το Καράπερτσιν, την Έρπαγα, το Τσιφλίκ και ότι θα μας κύκλωναν. Πρόσθεσε ακόμη, ότι είμαστε ανδρείοι. Ότι έχουμε το σθένος ή να ζήσουμε ή να πεθάνουμε. Και ότι παρατήρησε στην μάχη που δώσαμε δεκατέσσερα μερόνυχτα, ότι θα είναι κατορθωτό να νικηθούμε. Σας το λέγω εγώ, είπε.
Αφού πήραν τις πληροφορίες του αξιωματικού, οι αντάρτες, του δίνουν τη χαριστική βολή και ψοφάει, έτσι πήγε.
Η περιφέρεια Έρπαγα ήταν πέντε έξι χωριά. Εμείς όλους αυτούς, μέσα στην Αμισό, τους λέγαμε Παβρενούς. Όλοι γενικά ήταν αγρότες. Τα χωριά τους δεν ήταν πλούσια, ήταν όμως ανεπτυγμένα στην γεωργία και στην κτηνοτροφία. Δεν ήταν μορφωμένοι, τα 60% ξέραν γραφή και ανάγνωση, ήταν κάτω από την επιρροή των δασκάλων και των παπάδων, δια-φέραν κατά πολύ από εμάς. Ήταν ανδρείοι, ρωμαλέοι, ψηλοί, χοντροί, γεροί άνθρωποι. Ήταν χοντροκομένοι, πολύ πονηροί, αλλά στη φυσική τους πλάση ήταν λεπτού χαρακτήρος. Ήταν και καχύποπτοι και το αεράκι το υποπτεύονταν. Τους ακούγαμε μόνο, γιατί ήταν δεκατέσσερις ώρες μακριά από μας. Τους γνωρίσαμε όμως αρκετά, από το παρακάτω περιστατικό, που δικαιώνει τη φήμη τους ως ανδρείους.
Αυτοί κάθε δεκαπέντε μέρες, κάθε μήνα, έφερναν άλευρα και μας πουλούσαν. Κατέβαιναν καμιά δεκαπενταριά και ερχόντουσαν στις πλατείες μας. Η πλατεία ήταν πεσμένα δέντρα, καμένα πλάι στα ερείπια, που γίνονταν συγκέντρωση του πληθυσμού. Εκεί, μας πουλούσαν κυπαρίσσιο, καλαμποκίσιο και σιταρίσιο αλεύρι. Εκεί γίνονταν η αγοραπωλησία.
Από τις σκοπιές μας δόθηκε η είδηση, ότι έρχεται τουρκικός στρατός. Μόλις το ακούσαμε, γυναικόπαιδα και άντρες, τρέχαν στα βουνά και σκόρπαγαν. Και μερικοί οπλοφορούντες αντάρτες, τόσο ταράχτηκαν, που φεύγαν κι αυτοί.
Σύμπτωση, αυτή την ώρα, βρέθηκαν στην πλατεία δεκαπέντε Παβρενοί. Είδα την τρομάρα μας και μας είπαν: «Μα δεν ντρεπόσαστε; Πάρτε τους από πίσω, πιάστε τους φαλάγγι, τι φεύγετε;» Οι αντάρτες είπαν: «Αυτοί είναι χιλιάδες!» Τους είχε κυριεύσει ο φόβος και τους βλέπαν πολλούς. Δεν ήταν, όπως υπολογίσαμε αργότερα, τόσοι, ήταν ως τριακόσιοι. Ένας μισοπάλαβος ήθελε να κάνει μια αψιμαχία στα σύνορα του χωριού. Οι Παβρενοί, ψύχραιμοι, τράβηξαν παράμερα, σε κάτι ρεματιές, τα υποζύγιά τους και αφού πήραν ορισμένες πληροφορίες, γιατί ήταν ξένοι προς τον τόπο μας, ρωτώντας για κάτι μονοπάτια, χάθηκαν προς τα δάση. Τράβηξαν προς το στρατό. Οι Παβρενοί, μοιάζαν με γάτα, που μυρίζεται το ποντίκι. Σαν κυνηγετικός σκύλος, που μυρίζεται το λαγό. Ξαφνικά βρέθηκαν στα πλάγια τους! Και δώσαν δυο ώρες μάχη! Ακούγαμε τους πυροβολισμούς και εκείνο το χάλασμα και να σου! Και βλέπομε τους Παβρενούς να φέρνουν δεκαπέντε αιχμαλώτους! Εμείς φεύγαμε κι αυτοί μας φέρνανε αιχμαλώτους! Τους βγάλαν στην δημοπρασία και πήραν κάμποσα λεφτά από μερικούς εμπόρους! Πούλησαν τα άλευρά τους και σηκώθηκαν και πήγαν στα λημέρια τους. Αυτοί είναι οι Παβρινοί. Δεν πήγα ποτέ στα μέρη τους.
Με την φευγάλα φθάσαμε κανά δυο ώρες μακριά, με τους ελιγμούς. Ήταν κι αυτά τα χωριά καμένα, τι να πάμε να κάνουμε;

Δημοσθένης Κελεκίδης