Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΑ (ΘΑΝΗΣΙΑ)

Μετά τον ενταφιασμό όλος ο κόσμος επέστρεφε στο σπίτι του νεκρού για να φάει. Το έθιμο αυτό έχει σχέση με την αρχαία ελληνική συνήθεια των νεκρόδειπνων που πρόσφεραν πάνω στον τάφο.
Αγία Κυριακή-Ισχανάντων
 Είχαν φυλαγμένα ένα πιάτο κόλλυβα και ο παπάς έκανε τρισάγιο. Κατόπι κάθονταν στο τραπέζι και κερνούσαν από ένα ποτήρι πιοτό. Αν δεν ήταν νηστεία, έσφαζαν μια από τις αγελάδες τους και μαγείρευαν για όλο τον κόσμο σε μεγάλα δίλαβα καζάνια: κρέας με πατάτες, λάχανα, προυγούλια ή ρύζι και τανωμένον σερβάν. Αν ήταν νηστεία μαγείρευαν φασόλια στεγνά (καβουρδιστά με λάδι χωρίς ζωμό) ή χαμνά (φασόλια σούπα) με ελιές και κρεμμύδια, λάχανα με φασόλια, προυγούλια ή ρύζι και φουρνικένεν σιρβάν.
Για ψωμί ζύμωναν, ανάλογα με το πλήθος: δυο φουρνέας ή καί περισσότερον.
Οι συνηθισμένες ευχές: Θεός σχωρέσιατον. Λαφρόν το χώμαν άτ. Λαφρόν η νύχτ’ άτ. Αιωνία η μνήμη. Ο Θεός άλλο κακό να μη δείκ’ σας. Τα παιδία τ’ να ζούν. Να έχετε την ευχήν ατ (αν ήταν γέρος). Τ’ εκεινού τα χρόνια εσάς να δί’ άτα.'
Από το βράδυ πολλοί από τους γειτόνους πήγαιναν να παρηγορήσουν την οικογένεια (επέγναν σό χατηρέπαρμαν) οι άντρες έπαιρναν μαζί τους ένα μπουκάλι πιοτό, οι δε γυναίκες τσίτ, κανένα κομμάτι ύφασμα, σαπούνι, ζάχαρη κ.ά. Κάθονταν ως τα μεσάνυχτα. Μερικοί από τους συγγενείς δεν έφευγαν, αλλά πλάγιαζαν εκεί για συντροφιά.

Για τα ανήλικα παιδιά δεν έκαναν μνημόσυνα ως αναμάρτητα, όλα τα έξοδα τής κηδείας και τα ρούχα τα πλέρωνε ο δεξάμενον.