Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Μοιρολόγια στον Πόντο.

«Θαυμαστά ελεγειογραφίας αριστουργήματα» (Σπ. Ζαμπέλιος)
Στα μοιρολόγια τούτα  ο ανθρώπινος πόνος είναι βαρύς και αβάστακτος. Είναι ο πόνος της μάνας, αλλά και της συζύγου.
Με σπαραγμένη ψυχή κι απέλπιδα, απευθύνει η μάνα προς το νεκρό παιδί της την κραυγή «Υιέ μ’, π’ εχπάστες!;». Φέρνει στο νου το μοιρολόγι της Παναγίας για τον Υιό και Θεό Της, «Που πορεύει Τέκνον;». Και έπειτα, «Συνέλθω σοι Τέκνον, ή μείνω σοι μάλλον;». Δηλαδή, ναρθώ μαζί σου παιδί μου ή να μείνω για χάρη σου; Δεν είναι αλλιώτικος και ο σπαραγμός της Εκάβης για τον νεκρό γιο της, «Έκτορα, εσύ των σπλάγχνων μου το λατρευτό βλαστάρι». Ο πόνος της χήρας του Έκτορα Ανδρομάχης εκφράζεται με τούτα τα λόγια: «Άντρα μου, νιός μου χάθηκες και χήρα νιά μ’ αφήνεις...». Και στο ποντιακό μοιρολόγι, ο ίδιος πόνος για τη χαροκαμένη χήρα: «Π’ εχπάστες, ήλε μ’, και θα πας και που θ’ αφήν’τς τη χόρα σ’;»
Αλλά δεν υπάρχουν μόνο τα γνωστά μοιρολόγια, από τα οποία διαλέξαμε τα παραπάνω. Από το στόμα του ποντιακού λαού ακούγονται στις κρίσιμες ώρες χιλιάδες μοιρολόγια. Είναι τα ανέκδοτα μοιρολόγια, που εκφράζονται με χίλιους δυο τρόπους, άλλοτε με στίχο κι άλλοτε σαν πεζοτράγουδο.

Σημειώνουμε μερικές εκφράσεις σπαραγμού χαροκαμένης μάνας:
 «Ρίζα μ’, ποιος θα στρών’ και κοιμίεις σε εκεί σον κόσμον;
 Ας επέγνα εγώ κι άλλο εμπροστά κι έστρωνα το κρεββάτι σ’...
 Πουλόπο μ’, ντο εποίκες κι επέθανες;
 Για πέ μ’ άτο, να εφτάγ’ άτο κι εγώ πα κι αποθάνω».
 Σε οποιοδήποτε μοιρολόγι, ή επωδός «ήλε μ’, ήλε μ’, ήλε μ’...», υποδηλώνει και υπογραμμίζει την αγάπη, την πίστη και τον θαυμασμό προς την αξιοσύνη του αγαπημένου προσώπου, που χάθηκε.
Όταν ο νεκρός είναι πρόσωπο νέο, παλικάρι  κοπέλα, στολίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει το παλικάρι να πορευτεί προς τον Άδη σαν γαμπρός και η κοπέλα σαν νύφη. Με το έθιμο τούτο, ο λαός θέλει να επιτείνει τη σημασία του δραματικού στοιχείου.
Αλλά και κάτι άλλο. Από μια μυστηριακή ψυχολογική αντίδραση, προσπαθούν οι απλοϊκοί άνθρωποι να εξευμενίσουν, κατά κάποιο τρόπο, τον Χάροντα, ώστε να δείξει κάποιο ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο νεκρό. Να επηρεαστεί από την όμορφη εμφάνισή του, για να του δώσει προνομιακή θέση στον Άδη.
Θα βάλνε σα μαλλόπα σου ολόχρυσον στεφάνι, 
θα βάλνε και σα δάχτυλα σ’ βεργέτας δαχτυλίδια....
Εσέναν θα στολίζνε σε κι εσέν θ’ εφτάγνε νύφεν
κι εσέν, πουλί μ’ θα στείλ’ νε σε και σην μαυροχωμίαν.
Επηρεασμένος από τη δημοτική μούσα, εκφράζει τούτη την ψυχολογία ο Κ. Παλαμάς στο μοιρολόγι του για το νεκρό παιδί του, με τους στίχους...
Άφκιαστο κι αστόλιστο, του Χάρου δε σε δίνω....
Μήπως και του Χάροντα, καθώς θα σε κοιτάξει,
Του φανής αχάϊδευτο και σε παραπετάξει!
Πέρα από τον πόνο των σπιτικών, συγγενών κλπ., ο καημός της στιγμής εκφράζεται συνήθως από ειδικές γυναίκες μοιρολογίστρες. Αυτές, με βάση τις αρετές και προτερήματα του νεκρού, κατασκευάζουν το μοιρολόγι, προσθέτοντας εγκωμιαστικά λόγια, συνήθως με υπερβολή.
Τα ποντιακά μοιρολόγια είναι αποκλειστικώς καρπός της μούσας της γυναικείας ψυχής, που εναντιώνεται στο θάνατο με τρόπο συναισθηματικό και σπαρακτικό.