Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Η Thea Halo με την μητέρα της Σάνο
Τα κορίτσια στην πατρίδα μου ποτέ δεν παντρεύονταν στα δεκαπέντε τους. Τουλάχιστον όχι οι Ελληνίδες. Οι Έλληνες περίμεναν να μεγαλώσουν. Υπήρχαν δυο νεαρά παιδιά στο χωριό που παντρεύτηκαν νωρίς, αλλά αυτό έγινε παρά τη θέληση των δικών τους. Μάλιστα, οι γονείς τους προσπάθησαν για χρόνια να αποτρέψουν το γάμο αυτό, αλλά οι δυο ερωτευμένοι ήταν αποφασισμένοι.
Μερλίνα και Δημήτρης ήταν τα ονόματά τους. Τους έβλεπα σε διάφορα μέρη του χωριού ακουμπισμένους στον τοίχο κάποιου αχυρώνα ή καθισμένους σε κάποιοι πέτρα και πιασμένους χέρι χέρι, με τα βλέμματα χαμηλωμένα. Σπάνια μιλούσαν μεταξύ τους. Τουλάχιστον εγώ δεν τους είδα ποτέ να ανταλλάσσουν κουβέντες.
Είχα πρωτοκαταλάβει τον έρωτά τους στην εκκλησία του Αϊοντόν το προηγούμενο καλοκαίρι. Καθώς οι πιστοί έστεκαν με ευλάβεια, τα παιδικά μου μάτια κοιτούσαν από εδώ και από εκεί μέσα στο ναό. Ο ναός με συνέπαιρνε πάντα. Μου άρεσε ο τρούλος, οι ξύλινοι, εξώστες, τα σταυρωτά στηρίγματα, τα δοκάρια και η μεγάλη ευθεία που δημιουργούσαν οι πέτρινοι τοίχοι..
Καθώς τα μάτια μου έπεφταν τη μια στα δοκάρια και την άλλη στους πιστούς, κόλλησαν σαν μαγνήτης σε κά­ποιο δάχτυλο που ξεπετάχτηκε από το πουθενά και πάσχιζε να βρει το ταίρι του. Η Μερλίνα, ξαναμμένη και κατακόκκινη, ύψωνε τη φωνή της ψέλνοντας για να κα­λύψει την χαρά της από το ερωτικό χάδι. Τα κεχριμπα­ρένια μάτια της λαμπύριζαν στο φως των κεριών και οι πυκνές μαύρες μπούκλες της έπεφταν στην πλάτη της μέχρι τη σφριγηλή και νεανική μέση της. 0 Δημήτρης στεκόταν στο πλάι της, ψηλός και γεροδεμένος, όμορ­φος σαν θεός.
Κατάλαβα κάποια στιγμή ότι η μητέρα της Μερλίνας, που στεκόταν ακριβώς πίσω τους, αντιλήφθηκε τι γινόταν. Σφήνωσε το παχουλό κορμί της ανάμεσά τους και αγριοκοίταξε τον Δημήτρη. Η Μερλίνα πάγωσε και τρά­βηξε το χέρι της, ενώ η μητέρα της την άρπαξε από το μπράτσο και την πήγε σέρνοντας μέχρι το σπίτι.
Μια άλλη μέρα προς τα τέλη του καλοκαιριού και, αφού είχε σχολάσει η εκκλησία, τους είδα ξανά. Εμείς, τα παιδιά, παίζαμε το αγαπημένο μας παιχνίδι σε κά­ποιο χωράφι. Το παιχνίδι έμοιαζε πολύ με το αμερικάνι­κο μπέιζμπολ, αλλά ούτε μπάλα είχαμε ούτε ρόπαλο.
Για ρόπαλο χρησιμοποιούσαμε ένα ίσιο κλαδί δέντρου που το είχαμε λειάνει και για μπάλα χρησιμοποιούσαμε ένα κλωναράκι. Σκάβαμε μια μικρή τρύπα στο έδαφος που είχε διαστάσεις περίπου οκτώ επί δώδεκα εκατοστά και βάθος περίπου δώδεκα εκατοστά. Μετά, τοποθετούσαμε το κλωναράκι πάνω από την τρύπα και περ­νούσαμε το κλαδί που είχαμε για ρόπαλο από κάτω. Με μια απότομη κίνηση, τινάζαμε το κλωναράκι στον αέρα και μετά το χτυπούσαμε με το κλαδί. Το κλωναράκι πε­ταγόταν στον αέρα και οι παίκτες της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να το πιάσουν πριν πέσει κάτω στο έδαφος. Αν το έπιαναν, η δική μας ομάδα καιγόταν. Αν όχι, το μάζευαν από το σημείο που είχε πέσει και κυνηγούσαν τον παίκτη που είχε χτυπήσει το κλωναράκι καθώς έτρεχε από την τελική βάση στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη και μετά πάλι πίσω στην τελική. Ακριβώς όπως και στο μπέιζμπολ. Χρησιμοποιούσαμε πέτρες αντί για βάσεις, αλλά ήταν στην ουσία το ίδιο πράγμα. Δεν ξέρω πώς μάθαμε να το παίζουμε. Δεν ξέρω αν μας το έμα­θαν άλλοι ή αν οι άλλοι το έμαθαν από μας. Η μόνη επα­φή που είχαμε με τον έξω κόσμο ήταν όταν οι συγχωρια­νοί μας πήγαιναν στις πόλεις για να αγοράσουν προμή­θειες ή για να πουλήσουν τα δικά τους προϊόντα. Ο κό­σμος έμοιαζε να είναι πολύ μεγαλύτερος τότε. Αλλά ο δικός μας ο κόσμος, όσο μεγάλο και αν τον έβλεπαν τα παιδικά μας μάτια, ήταν πολύ πολύ μικρός.
Μόλις είχε έρθει η σειρά ενός αγοριού να χτυπήσει με το ρόπαλο. Είχε τινάξει το κλωναράκι στον αέρα και με­τά το είχε πετύχει. Το κλωναράκι έκανε μερικές τούμπες καθώς είκοσι ζευγάρια μάτια, αγόρια και κορίτσια όλων των ηλικιών, το παρακολουθούσαν καθώς στριφογύριζε.
«Γύρνα πίσω!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή μέσα στην αλάνα. «Γύρνα πίσω, αλλιώς δε θα ξαναβγείς έξω ποτέ!»
Η μητέρα της Μερλίνας έτρεχε όσο γρήγορα της επέ­τρεπε το παχουλό της σώμα, φωνάζοντας λαχανιασμένη στο δρόμο. Μπροστά της η Μερλίνα και ο Δημήτρης το έσκαγαν από την πλαγιά.
Η φίλη μου, η Μαριγούλα, σήκωσε τα χέρια της και έπιασε το ξυλαράκι στον αέρα πριν ακουμπήσει το έδα­φος, αλλά οι υπόλοιποι απλά παγώσαμε και ακίνητοι παρακολουθούσαμε τη σκηνή που εξελισσόταν μπροστά μας.
«Από εκεί πήγαν!» φώναξε κάποιος.
«Γύρνα πίσω!» φώναζε ξανά και ξανά η μητέρα της Μερλίνας.
Ανέπνεε με δυσκολία καθώς έτρεχε και τα τακούνια της χτυπούσαν με δύναμη στο έδαφος. Οι νεαροί ερω­τευμένοι πέρασαν τρέχοντας μέσα από το «γήπεδό» μας, χωρίς όμως να κοιτάξουν ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Σε μια στιγμή, η Μερλίνα σκόνταψε, αλλά ο Δημήτρης τη συγκράτησε πριν πέσει και αρπάζοντάς την από τo χέρι την τράβηξε να συνεχίσουν.
«Πιάστε τους!» στρίγκλισε η μητέρα της Μερλίνας.
Βλέπαμε έναν έναν όλους τους ενήλικες να συμμετέ­χουν στο κυνηγητό, μέχρι που μου φάνηκε ότι ολάκερο το χωριό έτρεχε στην πλαγιά του βουνού πίσω από το ζευγάρι. Αυθόρμητα αρχίσαμε κι εμείς τα παιδιά το κυ­νηγητό. Γελούσαμε και χοροπηδούσαμε, καθώς τρέχαμε στη σειρά. Περάσαμε μέσα από τα λιβάδια και τις αχλαδιές. Περάσαμε μέσα από τα σιτάρια και μέσα από τις καλαμποκιές. Τρέξαμε μέσα από την κοιλάδα και φτάσαμε μέχρι το Αϊοντόν, αλλά να τους πιάσουμε δεν μπορούσαμε. Λες και είχαν γίνει καπνός και είχαν εξαφανιστεί. Τη μια στιγμή τους βλέπαμε μπροστά μας να τρέ­χουν και να σκοντάφτουν, την άλλη ήταν εξαφανισμένοι.
Σταμάτησα να τρέχω κάποια στιγμή και κοίταξα γύ­ρω μου κατάπληκτη. Στο πρόσωπό μου ήταν χαραγμένο ένα χαμόγελο και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Τότε, με την άκρη του ματιού μου, είδα κάτι άσπρο να τρεμοπαίζει. Απλά ένα μικρό κομμάτι από το φουστάνι της κάτω από ένα θάμνο στην άκρη του δρόμου. Κουνήθηκε μι το αεράκι για μια στιγμή μονάχα, αλλά ένα χέρι γρή­γορα το μάζεψε και το εξαφάνισε μέχρι που δε φαινόταν πια καθόλου. Άνοιξα το στόμα μου έτοιμη να φωνάξω στους άλλους ότι είχα βρει το ζευγάρι, αλλά ξαφνικά είδα το πρόσωπο του Δημήτρη να πετάγεται και να με κοιτάζει με ένα βλέμμα τόσο ικετευτικό που το στόμα μου πάγωσε άφωνο και έμεινε έτσι ορθάνοιχτο.
Όταν βράδιασε, το κυνηγητό σταμάτησε. Οι άνθρωποι  γύρισαν στα σπίτια τους. Έπεσε η νύχτα, αλλά αυτοί δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Η μητέρα της Μερλίνας, όμως, συνέχισε να περιφέρεται στο χωριό και στα χωράφια ψάχνοντας την κόρη της, φωνάζοντας ξανά και ξανά το όνομά της. Συνέχισε και την επόμενη μέρα και την μεθε­πόμενη. Τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν.
«Γιατί τους ψάχνουν ακόμα;» ρώτησα τη μητέρα μου λίγες μέρες αργότερα.
«Γιατί έχουν κλεφτεί χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών τους», απάντησε. Έσκυψε μπροστά για να πιάσει κάποιο από τα ρούχα που έπλενε κάτω από τη βεράντα και άρχισε να το τρίβει.
«Γιατί κλέφτηκαν; Οι γονείς της ήταν κακοί μαζί της;»
«Δε νομίζω. Θέλουν να παντρευτούν, αλλά οι γονείς της δεν την αφήνουν».
«Ναι, αλλά αν θέλει αυτή να παντρευτεί;» είπα. Αναρωτιόμουν αν είχα κάνει σωστά που κράτησα το μυστικό τους και δεν τους αποκάλυψα.
«Είναι πολύ μικροί για να παντρευτούν», είπε η Μητέρα. «Οι γονείς της θέλουν να περιμένουν μέχρι που η Μερλίνα να γίνει τουλάχιστον είκοσι ενός ετών. Έτσι κά­νουμε εμείς».
Την τέταρτη μέρα μετά το κυνηγητό, νωρίς το πρωί, άκουσα κάποια αναταραχή πιο κάτω στο δρόμο. Η τα­ραγμένη φωνή μιας γυναίκας που φώναζε και έκλαιγε διαπερνούσε τον ήχο της βροχής που έπεφτε απαλά στη σκεπή. Ακουγόταν και μια άλλη αντρική φωνή, βραχνια­σμένη από την ένταση που ξεστόμιζε κάτι αγριεμένες ακαταλαβίστικες βρισιές.
Η Χριστοδούλα και εγώ τρέξαμε έξω στο δρόμο και αντικρίσαμε τους δύο ερωτευμένους να στέκονται σιω­πηλοί μέσα στη βροχή μπροστά στους γονείς της Μερλίνας. Τα κεφάλια τους ήταν σκυμμένα και παρακολου­θούσαν τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν από το γκρίζο ουρανό και σχημάτιζαν λιμνούλες στα πόδια τους. Ο Δημήτρης είχε χιλιοπαρακαλέσει τους γονείς της Μερλίνας για περισσότερο από ένα χρόνο να τον αφήσουν να παντρευτεί την κόρη τους, αλλά αυτοί δεν έδι­ναν τη συγκατάθεσή τους. Τώρα πια δεν ήταν ζήτημα υπακοής, αλλά ζήτημα τιμής.
«Είσαι γιος μουλάρας!» φώναξε ο πατέρας της Μερλίνας. «Θα σου ξεριζώσω την καρδιά με τα ίδια μου τα χέρια, αν δεν παντρευτείς την κόρη μου τώρα!»
«Και εσύ! Ανόητο κορίτσι!» πρόσθεσε η μητέρα της. "Αν δε συμφωνήσεις, από το σπίτι δε θα ξαναβγείς".
Οι ώμοι της Μερλίνας τρεμούλιαζαν από τους λυγ­μούς. Τα μάτια της, όμως, κρυμμένα από το σκυμμένο κεφάλι έτσι που δεν τα έβλεπαν οι γονείς της, συνάντησαν αυτά του αγαπημένου της και ένα γλυκό, πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη τους.
                                                                                 ******
Τη μέρα του γάμου της Μερλίνας ήταν η πρώτη φορά από τότε που είχε τελειώσει ο πόλεμος που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Όχι όλα μεμιάς, αλλά ακούσαμε ότι πάλι σκότωναν Πόντιους στις ακτές, ενώ παράξε­νοι άντρες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στις παρυφές των χωριών μας.
Την πρώτη φορά που τους πρόσεξα ήταν το πρωί που παντρευόταν η Μερλίνα. Εκείνο το πρωί, η μητέρα μου και εγώ περπατούσαμε στον κήπο μας για να μαζέψουμε τις λαχάνες που θα ξεραίναμε και θα συντηρούσαμε για τον δύσκολο χειμώνα που πλησίαζε. Έπρεπε να μαζέψουμε και να κόψουμε τις κολοκύθες, μετά έπρεπε να τις αφήσουμε στον ήλιο για να μαλακώσει η φλούδα τους και να καθαρίζονται πιο εύκολα. Μετά, τις κόβαμε φέτες  και τις κρεμούσαμε για να ξεραθούν. Τις λαχάνες τις βουτάγαμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα με βραστό νε­ρό και μετά τις κρεμάγαμε και αυτές στον ήλιο να ξερα­θούν. Τα λάχανα τα κάναμε τουρσί σε κάτι μεγάλα δοχεία και όλα τα σιτηρά, το καλαμπόκι, το σιτάρι και το κριθάρι, τα ξεραίναμε ή τα αλέθαμε. Μετά, τα βάζαμε όλα στο κελάρι του σπιτιού μας σε μεγάλα κιβώτια που έπιαναν ολόκληρο τον τοίχο.
Όταν έπιανε κρύο, σφάζαμε ένα από τα ζώα μας. Ποτέ δεν την είδα αυτή τη διαδικασία, αλλά ένα κομμάτι κρέας το δίναμε πάντα στους γείτονες. Το υπόλοιπο το βράζαμε για πολλές ώρες σε τεράστιες κατσαρόλες και μετά το φυλάγαμε και αυτό σε δοχεία για τον χειμώνα. Το χρησιμοποιούσαμε για να δίνουμε γεύση στις σούπες και στα στιφάδα. Το πηχτό στρώμα λίπους που δημιουργούνταν από πάνω προστάτευε και το κρέας και το ζωμό.
Η Μητέρα και εγώ προχωρούσαμε αργά μέσα στον κήπο, σκύβοντας πού και πού για να τραβήξουμε μια χούφτα χορτάρι ή για να κόψουμε καμιά ντομάτα που περίμενε ώριμη στην ντοματιά. 0 καιρός ήταν ζεστός και ηλιόλουστος, ο ουρανός ξάστερος. Στην ξηρή ατμόσφαι­ρα υπήρχε μόνο μια υποψία του φθινοπώρου που πλησίαζε. Κάπου κάπου πεταγόταν ένα σκαθάρι από φύλλο σε φύλλο, ενώ μια μύγα βούιζε πάνω από το κεφάλι μου. Στεκόμουν και κοιτούσα τη φιγούρα της μητέρας μου. Τα μαλλιά της είχαν ξεφύγει λίγο από το μαντίλι της.
«Από τότε που θυμάμαι, ο Δημήτρης αγαπούσε τη Μερλίνα», είπε η Μητέρα. «Ακόμα και όταν ήταν μικρό αγοράκι, της έφερνε αγριολούλουδα και πήγαινε να σταθεί στο πλάι της. Δεν τον ένοιαζε καθόλου ακόμα και αν ο κόσμος όλος ήξερε για την αγάπη του».
Η Μητέρα έκοψε ακόμα λίγα φασόλια, μετά στάθηκε όρθια, βάζοντας το χέρι στη μέση της και κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό.
«Είναι καλή μέρα για γάμο σήμερα», είπε. «Θυμά­μαι όταν παντρεύτηκε ο θείος σου ο Νικόλας. Η μέρα ήταν μουντή και σκοτεινή. Αυτός και η γυναίκα του πέρασαν πολλές στενοχώριες».
«Μαμά, γιατί το θείο Νικόλα τον λέμε θείο;» ρώτη­σα.
Μόλις την προηγούμενη μέρα ένα αγόρι μου είχε πει ότι ο Νικόλας είναι ξάδελφός μου, αν είναι ο γιος του αδελφού του παππού μου. Μετέφερα στη μητέρα μου τις νέες πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει. Η Μητέρα χαμογέλασε.
«Ο θείος σου ο Νικόλας δεν είναι ξάδελφός σου. Δεν είναι πραγματικός γιος του αδελφού του παππού σου.
Είναι γιος του παππού σου. Είναι αληθινός αδελφός του πατέρα σου».
«Τότε γιατί ζει με τον Γρηγόριο και γιατί ο Γρηγόριος τ λέει γιο του;» ρώτησα πιο μπερδεμένη ακόμα με τη νέα πλοκή της ιστορίας.
«Ο Γρηγόριος με τη γυναίκα του δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά», είπε η Μητέρα. «Δοκίμασαν πολλές φορές, αλλά κάθε φορά το παιδί πέθαινε πριν καν γεν­νηθεί ή πέθαινε αμέσως μετά τη γέννα. Έτσι, όταν γεννήθηκε ο Νικόλας, δηλαδή ο τρίτος γιος του παππού σου, τον έδωσε στον αδελφό του για να τον μεγαλώσει σαν δικό του παιδί».
Η Μητέρα έσκυψε ξανά για να κόψει και άλλα φασό­λια. «Τι παράξενη που είναι η ζωή καμιά φορά», είπε συνεχίζοντας να δουλεύει. «Όταν παντρεύτηκε ο Νικόλας, ήθελε και αυτός δικά του παιδιά, αλλά δεν ήταν τυ­χερό». Η Μητέρα έριξε τα φασόλια στο καλάθι.
«Πού είναι τα παιδιά τους;» ρώτησα. Θυμόμουν ότι αρκετές φορές είχαν κάποιο παιδί, αλλά μετά από λίγο καιρό χανόταν.
«Η καημένη η γυναίκα του έκανε πολλά παιδιά, όπως και η γυναίκα του Γρηγόρη, αλλά και αυτά ή πέθαιναν στη γέννα ή λίγο αργότερα. Κανείς δεν ξέρει το γιατί».
Έσκυψα και εγώ να μαζέψω ένα μάτσο χορτάρι. Ένα σκουληκάκι στριφογύριζε με μανία στο έδαφος μέχρι που ξαναχώθηκε στη γη. Ένα μυρμήγκι έσερνε το κου­φάρι ενός εντόμου τρεις φορές μεγαλύτερο σε μέγεθος και κάτι μικρά πράσινα σκουλήκια μασούλαγαν τις τρυφερές άκρες ενός λάχανου, αφήνοντας υπολείμματα στο διάβα τους. Όπου και αν έπεφτε το βλέμμα σου, η φύση έσφυζε από ζωή.
Η Μητέρα μου διηγήθηκε ότι έκαναν στη θεία μου ένα μαγικό, για να την προφυλάξει από καινούργιους πόνους και πίκρες. Δε θα της επέτρεπε να ξανασυλλάβει άλλα παιδιά, αφού, ούτως ή άλλως, δε ζούσαν ποτέ. Οι γυναίκες πήραν ένα στρογγυλό πράγμα που είχε μια τρύπα στη μέση και έβαλαν ένα ψαλίδι από πάνω. Με­τά, έλιωσαν κερί από μελίσσι και το έχυσαν μέσα από την τρύπα σε ένα τηγάνι με νερό που είχαν βάλει από κάτω. Το κερί πήρε τη μορφή «βατράχου» και το έθαψαν στο δάσος. Μετά απ’ αυτό, η θεία μου δε θα μπορούσε να ξανασυλλάβει ποτέ.
Η Σάνο και ο Αβραάμ τη μέρα του γάμου τους
Με την άκρη του ματιά μου, είδα κάτι στην άλλη με­ριά του κήπου. Μια σκυμμένη αντρική φιγούρα με ρού­χα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Περίμενε σιωπηλός κι ακίνητος, εκτός από τα μάτια του που παρακολουθού­σαν την κάθε μας κίνηση. Τα μάτια του μας ακολουθούσαν πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, λες και ήταν συνδεδεμένα μαζί μας με έναν αόρατο σκοινί. Ακόμα και όταν απομακρυνθήκαμε για να γυρίσουμε σπίτι, ένιωθα το βλέμμα του να μας ακολουθεί. Και όταν είχαμε χαθεί στον ορίζοντα, το βλέμμα του το ένιωθα ακόμα, παρά­ξενο και φοβερό, σαν του θύτη που καραδοκεί για το θύμα του.
 Ο γάμος της Μερλίνας έγινε στην εκκλησία του Αϊοντόν. Δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου τόση ομορφιά. Υπήρχαν κεριά παντού και το απαλό φως τους ανταγωνιζόταν τις αχτίδες του ήλιου που ξεχύνονταν στην εκκλησιά από τα ανοίγματα του τρούλου. Ο παπάς έψελνε και το εκκλη­σίασμα έστεκε με ευλάβεια, δακρύζοντας από τη συγκί­νηση. Αλλά ο Γιώργος, ο πατέρας του γαμπρού, κοίταζε γύρω του με νευρικότητα. Οι εκφράσεις του προσώπου του πρόδιδαν άλλοτε περηφάνια και άλλοτε φόβο. Η μητέρα του Δημήτρη έστεκε δίπλα του με χαμηλωμένο το κεφάλι, κάνοντας συνέχεια το σταυρό της και δίνο­ντας την εντύπωση ότι επιχειρούσε να διώξει το κακό μάτι.
Η    Μερλίνα φορούσε ένα μαύρο καπελάκι με ένα μικρούλι λευκό πέπλο, όπως ήταν το έθιμο για τις νύφες.
Ο Δημήτρης φορούσε ψηλές μαύρες μπότες με τα παντε­λόνια του πιασμένα από μέσα. Το λεπτό του θώρακα στόλιζε ένα κομψό γιλέκο. Γύρω από τη μέση του φο­ρούσε ένα φαρδύ ζωνάρι και στο κεφάλι του ένα μικρό στρογγυλό καπέλο. Η μητέρα της Μερλίνας σκούπιζε διαρκώς τα μάτια της και έτριβε τα παχουλά της μάγου­λα. Το χαμόγελο από τα χείλη της Μερλίνας δεν έλειψε ούτε δευτερόλεπτο καθώς κοιτούσε με αφοσίωση τα μάτια του αγαπημένου της.
Μετά το γάμο, πρόσφεραν στους καλεσμένους το πα­ραδοσιακό σιτάρι με μέλι και καρύδια. Τα παιδιά χορο­πηδούσαν τριγύρω σηκώνοντας τις φούστες τους και απλώνοντας τα χέρια για να πάρουν το μερτικό τους. Ακόμα και οι ενήλικες άπλωναν τα χέρια για το γαμήλιο κέρασμα. 0 γαμπρός τριγυρνούσε γεμάτος περηφάνια και η νύφη χαμογελούσε συγκρατημένα, περιτριγυρισμένη από τις φιλενάδες της.
«Βαρίδημε!» φώναξε ο Γιώργος στον Παππού.
Ο παππούς γύρισε και είδε το πατέρα του Δημήτρη να τρέχει προς το μέρος του.
«Φώναξε και τους άλλους για συνάντηση απόψε. Γί­νονται φασαρίες», είπε ο Γιώργος.
«Τι είναι; Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Παππούς.
«Οι Τούρκοι επιτίθενται σε Έλληνες στα ελληνικά χω­ριά της Μαύρης Θάλασσας».
«Μα γιατί; 0 πόλεμος έχει τελειώσει», απόρησε ο παππούς.
«Θα σου πω απόψε όταν μαζευτούν και οι άλλοι».
Εκείνο το βράδυ μετά το φαγητό, ήρθε μια ομάδα αντρών στο σπίτι μας και όλοι κάθισαν γύρω από το μα­κρόστενο τραπέζι.
«Άντε, Γιώργο!» ξεκίνησε ο παππούς με ανυπομονη­σία. «Πες μας τι έχεις ακούσει».
«Το μόνο που άκουσα είναι ότι οι Τούρκοι στα παράλια έχουν αρχίσει τις επιθέσεις στους Έλληνες εκεί. Έχουν σκοτώσει πολλούς».
«Αλλά γιατί; Τι έχουν να χωρίσουν;» ρώτησε κάποιος άντρας.
«Με τους Πόντιους δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε. Αλλά είναι θυμωμένοι μετά την υπογραφή της συνθή­κης. Ο Σουλτάνος έχει συμφωνήσει με τις απαιτήσεις των Συμμάχων και ο κόσμος έχει εξαγριωθεί. Θα πά­ρουν όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη από την Τουρκία. Μόνο ένα μικρό κομμάτι γύρω από την Κωνσταντινούπολη θα μείνει στην Τουρκία. Και στην Ασία, όμως, μόνο η Ανατολία θα τους μείνει. Οι ελληνικές δυνάμεις έχουν απο­βιβαστεί στη Σμύρνη».
«Ναι, αλλά αυτό τι σχέση έχει με τους Πόντιους στα παράλια;» ρώτησε επιτακτικά κάποιος άντρας. «Αυτή είναι και δική μας χώρα. Εμείς γεννηθήκαμε εδώ. Οι γο­νείς μας και οι παππούδες μας και όλοι οι πρόγονοί μας γεννήθηκαν εδώ».
«Δεν ξέρω αν έχουν θυμώσει με όλους τους χριστια­νούς ή μόνο με τους Έλληνες, αφού η Ελλάδα μπήκε επι­τέλους στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Μπορεί να ρίχνουν το φταίξιμο στους Έλληνες, ακόμα και στους Πόντιους», είπε ο Γιώργος.
«Όχι!» φώναξε πάλι ο άντρας. «Μην ψάχνεις να βρεις δικαιολογίες γι’ αυτούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που σφάζουν τους δικούς μας. Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές φορές. Την τελευταία φορά, αν και οι Έλλη­νες δεν είχαν μπει στον πόλεμο, και πάλι τους έσφαξαν. Και όταν δεν τους έσφαζαν μια και έξω, τους ανάγκαζαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ή τους έστελναν αιχ­μάλωτους σε εκείνα τα βρομερά στρατόπεδα εργασίας και τους άφηναν να πεθάνουν της πείνας χωρίς φαγη­τό».
Μουσταφά Κεμάλ
«Η Ελλάδα έχει διαμαρτυρηθεί για την κακομεταχεί­ριση των Ελλήνων Ποντίων και έχει ζητήσει την προστα­σία τους», είπε ο Γιώργος. «0 Σουλτάνος έχει στείλει ένα στρατηγό που τον λένε Μουσταφά Κεμάλ. Αυτός πήρε μέρος στον πόλεμο. Είναι να έρθει εδώ και να διαλύσει το στρατό για να προστατεύσει τους Πόντιους. Και οι Βρε­τανοί έχουν στείλει μια επιτροπή για να επιβλέπει τον αφοπλισμό των τουρκικών στρατευμάτων».
«Ο Κεμάλ φημίζεται για την αγριότητά του», είπε ο παππούς. «Είναι αλήθεια ότι θα μας προστατεύσει;»
«Δεν ξέρω. Πολέμησε γενναία στον πόλεμο και κέρ­δισε τις περισσότερες μάχες. Αλλά στην Κωνσταντινού­πολη θέλουν να τον ξεφορτωθούν. Έχει γίνει ενοχλητικός εκεί. Είναι πολύ περήφανος και δε θέλει ο Σουλτάνος να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις των Συμμάχων».
«Θα μας σκοτώσει και εμάς, όπως τους υπόλοιπους», φώναξε ξανά ο εξαγριωμένος.
«Πώς μπορείς να το ξέρεις αυτό;» ρώτησε κάποιος άλλος τον Γιώργο.
«0 ξάδελφός μου είναι φρουρός του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Και άλλος ένας δουλεύει στο τηλε­γραφείο στην Άγκυρα. Όταν στέλνω την πραμάτεια μου στην Άγκυρα, αυτοί μου στέλνουν πληροφορίες».
«Υπάρχει κίνδυνος για μας εδώ;» ρώτησε ο Παπ­πούς. «Και οι αντάρτες; Αυτοί θα μας προστατέψουν;»
«Δεν ξέρω αν μπορούν. Άκουσα μόνο για τα χωριά που είναι στη Μαύρη Θάλασσα. Τη Φάτσα. Το Ορντού. Τη Σαμψούντα. Αλλά και εμείς δεν είμαστε πολύ μα­κριά».
Κατά τη διάρκεια των σφαγών των Ελλήνων Ποντίων και των άλλων χριστιανικών μειονοτήτων από τους Τούρκους το 1915, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι Πόντιοι αντάρτες. Στην αρχή ήταν μερικές χιλιάδες Έλληνες λιποτάκτες του τουρκικού στρατού, αλλά μετά τους ακολούθησαν άντρες, γυναίκες και παιδιά που γλίτωναν από τους διωγμούς. Η αποστολή τους ήταν να υπερασπίζονται τη ζωή και την τιμή των Ελλήνων Πο­ντίων που είχαν καταφέρει να διαφύγουν πάνω στα βου­νά.
Η γιαγιά καθόταν στην κουνιστή της πολυθρόνα και πήγαινε πίσω μπρος, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα της καθόλου. Τα δάχτυλά της, όμως, έπλεκαν με τις βελόνες του πλεξίματος και δούλευαν το μαλλί με μια άγρια αποφασιστικότητα. Είχε συγγενείς που ζούσαν ακόμα στα παράλια. Η Μητέρα σκάλιζε τη φωτιά και οι σκιές των αντρών χόρευαν στους τοίχους και στο ταβάνι, τονί­ζοντας ακόμα περισσότερο τις δυσοίωνες εκφράσεις τους με σκοτεινές χαρακιές.
«Πρέπει να πηγαίνω», είπε ο Γιώργος και σηκώθηκε όρθιος. «Ίσως και να μην υπάρχει λόγος να ανησυχούμε εδώ που είμαστε. Εμείς είχαμε πάντα καλές σχέσεις με τους Τούρκους. Σκέφτηκα μόνο ότι θα ήταν καλύτερα να γνωρίζετε τι γίνεται για να είμαστε προετοιμασμένοι σε περίπτωση που γίνει φασαρία».
Τα σκαμνιά έκαναν θόρυβο, καθώς οι υπόλοιποι άντρες σηκώθηκαν να φύγουν. Τον ακολούθησαν.
«Τι πιστεύεις;» ρώτησε ο Πατέρας τον Παππού, όταν πια είχαν φύγει οι άλλοι.
Ο παππούς κούνησε το κεφάλι του αργά και κοίταξε επίμονα το τραπέζι.
«Δεν ξέρω», είπε. «Δεν ξέρω».



Thea Halo
Απόσπασμα απο το βιβλίο της : "ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ"