Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Συγκρούσεις - Συμπλοκές με (ατάκτους) τσέτες και τον τουρκικό τακτικό στρατό. Μέρος 2ο

Τον Ιανουάριο του 1919 κοντά στο χωριό Δερμιτζάντων Γαλίαινας τμήμα των ανωτέρω Ελλήνων ανταρτών και χωροφυλάκων χριστιανών, συνεπλάκει με τους τσέτες Μουσταφάδες που σκόπευαν να καταπατήσουν και να ληστέψουν το χω­ριό. Επακολούθησε πεισματώδης μάχη στην οποία τρεις Μουσταφάδες σκοτώθη­καν, τα όπλα τους κυριεύτηκαν από τους αντάρτες και οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και διαλύθηκαν.
β. Στη θέση “Καρά - Καπάν” του δημόσιου δρόμου Τραπεζούντας - Ερζερούμ οι αντάρτες κατέλαβαν το δρόμο, έχοντας εμπιστευτική πληροφορία ότι τμήμα εφοδιοπομπής του τουρκικού στρατού θα περνούσε με πολεμοφόδια προς την Αργυρούπολη (Γκουμουσχανέ). Τέτοια ήταν η διάταξη και το καμουφλάρισμα των ανταρτών του αρχηγού Ιωάννη Κιαγχίδη, ώστε η εφοδιοπομπή με τις ε­μπροσθοφυλακές της μπήκε στον κλοιό και έπεσε στην παγίδα των ανταρτών, χωρίς να αντιληφθεί το πάθημά της. Και όταν οι λαγκαδιές, τα υψώματα και οι βράχοι αντιλάλησαν από τις ομοβροντίες των πυροβολισμών, οι Τούρκοι συνοδοί στρατιώτες αιφνιδιάστηκαν από το απρόοπτο γεγονός και κινδύνεψαν να αιχμα­λωτιστούν ολοκληρωτικά. Με την απειλή όμως των αξιωματικών τους, πήραν θέ­σεις μάχης η οποία κράτησε από τις πρωινές ώρες μέχρι τη δύση του ηλίου, οπότε οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή συναποκομίζοντας τους νεκρούς και τους τραυμα­τίες τους. Τέσσερις στρατιώτες συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ενώ επί τόπου άφησαν 6 έμφορτα κτήνη των οποίων τα φορτία ήσαν όπλα, φυσίγγια και τρόφιμα.
Ο οξύνους, θαρραλέος και ανδρείος αρχηγός Ιωάννης Κιαγχίδης και το πρωτοπαλίκαρό του Νικόλαος Κιαγχίδης στους οποίους αναφέρθηκε η εμφάνιση πο­λυάριθμου τουρκικού στρατού στην αντίπερα πλευρά και η προς τους αντάρτες κατεύθυνσή του και, ενώ τους διέκριναν και με τα τηλεσκόπια, διέταξαν αμέσως όπως όλα τα γυναικόπαιδα, οι γέροι και οι λοιποί άοπλοι τους οποίους είχαν μαζί τους να προχωρήσουν με ταχύτητα μέσω του δάσους προς τα άνω διαζώματα του βουνού ώστε να ξεφύγουν από τον κυκλωτικό κλοιό της τοποθεσίας από τους Τούρκους και όσοι επιζήσουν τελικά, να συγκεντρωθούν στην προκαθορισθείσα τοποθεσία “Χότζογλου Σαϊνκαγιας” ενός πραγματικά απρόσιτου σημείου. Πα­ράλληλα, τους οπλίτες τους διέταξε να προβάλλουν σθεναρή αντίσταση μέχρι θα­νάτου, μπροστά στην ανέλπιστη και κρίσιμη στιγμιαία γι’ αυτούς κατάσταση.
Σύγχυση και πανικός κατέλαβε τα γυναικόπαιδα, πολλά από τα οποία δεν πρόλαβαν να βγουν από τον κλοιό και η μάχη άρχισε άγρια. Τα φύλλα των δέν­δρων και τα κλαδιά σείονταν από τις ομοβροντίες των πυροβολισμών και ο τόπος καιγόταν από τη 12η μεσημβρινή μέχρι της 9ης νυχτερινή ώρα. Κατά τη διάρκεια της σφοδρής αυτής μάχης μιας δράκας Ελλήνων ανταρτών με τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό φονεύθηκαν από την πλευρά των ανταρτών οι:
kara kapan
1. Ιωάννης Αντ. Καζεπίδης, 2) Χαράλαμπος Λογγινίδης, 3) Αντώνιος Χαρ. Καζεπίδης, 4) η 16έτιδα Αλεξάνδρα Βασιλειάδου και 5) ο Γεώργιος Κιαγχίδης.
Οι απώλειες των Τούρκων ήσαν πολυάριθμοι νεκροί στρατιώτες και τραυμα­τίες τους οποίους συγκέντρωσαν σε μία όχθη του ποταμού. Τον Ισεήν Τσαούς πας Εφέντη, επιλοχία του τουρκικού στρατού, τον οποίον αιχμαλώτισε μέσα στην κό­λαση της φωτιάς ο Καπετάν Ιωάννης Κιαγχίδης, τον εξετέλεσε αμέσως σε αντί­ποινα των φονευθέντων απ’ αυτόν ανταρτών, ήτοι του Χαράλαμπου Λογγινίδη και της 16έτιδας Αλεξάνδρας Βασιλειάδου, τις κραυγές των οποίων από τον προ­μαχώνα του (κρυσφύγετο) άκουσε.
γ. Ο τουρκικός στρατός αφού κατέστρεψε την επτάκωμη Σάντα, ξεχύθηκε στα χωριά της Γαλίαινας, κυνηγώντας και ερευνώντας στα βουνά και τα δάση για να εξοντώσει και τους αντάρτες της Γαλίαινας. Από όσα μας παραδίνουν οι πηγές , μόνο μία φορά έτυχε να ανακαλύψει ένα προσωρινό λημέρι τους στη δασώδη περιοχή της θέσης “Ασκένα” του βουνού Κοχρακόλιθον, στα τέλη Σεπτεμβρίου 1921.
Ο πολυάριθμος στρατός των Σελιατίμπεη και Αλή Ριζάμπεη της 3ης οθωμανι­κής στρατιάς του Βεχήτ πασά, εντός ολίγων ωρών, αφού από το αντικρυνό βουνό και από το “παρχάρι” “Ουράδ” διάκρινε με διόπτρες ορισμένα αντικείμενα (άπλωμα και στέγνωμα ρούχων), καθώς και κινήσεις μέσα στο δάσος, αντελήφθη την ύπαρξη ανταρτών, διέτρεξε με ταχύτητα την απόσταση και όταν έφθασε κο­ντά στον ποταμό Ασκένα (παραπόταμο του Πυξίτη) έγινε τότε αντιληπτός από το παρατηρητήριο των ανταρτών, οι οποίοι ανέφεραν το γεγονός στον αρχηγό τους που αμέσως έκαμε συμβούλιο και δόθηκαν χωρίς χρονοτριβή οι σχετικές διατα­γές στους ομαδάρχες και οπλίτες να μη δειλιάσει κανείς και όλοι να αντισταθούν μέχρι θανάτου, ώστε να σώσουν τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζί τους, λόγω της κρίσιμης για όλους κατάσταση. Στα γυναικόπαιδα με δύο συνοδούς αντάρτες δό­θηκε η εντολή να προχωρήσουν μέσο τους δάσους προς τα άνω του βουνού και όσοι επιζήσουν να συγκεντρωθούν στην απρόσιτη θέση “Χότσογλου της Σιαήν- γαγιας”.
Στο μεταξύ το ένα από τα τουρκικά τάγματα, το Χουρτσιούμ Ταπουρού (επιθετικός στρατός, τα σημερινά ΛΟΚ) κατέφθασε ολοταχώς και κύκλωσε την περιοχή των ανταρτών σε σχήμα Π αντεστραμμένο και η μάχη άρχισε αμέσως και κράτησε μέχρι της 9η εσπερινής ώρας, με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και από τα δύο μέρη.
Αφηγητές της μάχης οι φυσικοί αρχηγοί Νικόλαος Κιαγχίδης οπλαρχηγός και Χαράλαμπος Γεωργιάδης 

Αχιλλέας Στ. Ανθεμίδης
Διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Gottingen