Όθεν επέμ'νεν η ψη μ'- το χωρίο μ'

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Ωφ... ωφ
Πολλά να λέω ’κ’ επορώ
 και ολίγα ’κι κανείνταν
 τα τέρτα μ’ όλα να λέγ’ ατα
 μερών’ και ’κι τελείνταν.

Η Μόχωρα, η ανατολικότερη ενορία της Κρώμνης, νοτιοανατολικά της ενορίας του Αληθινού, περιτριγυρισμένη από βουνά, ήταν καταφύγιο πολλών κυνηγημένων Ρωμιών. Πρώτα, γιατί από όποια μεριά κι αν έμπαινε κανείς, - είτε από τα Καστρότοιχα είτε από Σαράντων είτε από τα Αντία είτε από κάτω από το Αδροσήμ’ — αμέσως τον έβλεπαν τα παιδιά, που είχαν στο νου τους αυτή τη δουλειά.
 Και ο δεύτερος λόγος ήταν οι πολλές σπηλιές που υπήρχαν κοντά. Οι σπηλιές αυτές, μάλιστα, είχαν δύο εισόδους-εξόδους, για λόγους ασφάλειας, ενώ η μία, με το όνομα Αρτούς, ανατολικά από τη Μόχωρα προς τα Καταπάνια, δεν είχε δυο, αλλά τρεις μπασιές! Σε αυτές τις σπηλιές κατέφυγαν και αρκετοί Αρμένιοι από την περιοχή της Παϊπούρτης εκείνο το δύσκολο καλοκαίρι του 1915, όπως έλεγε στους δικούς του και ιδιαίτερα στην κόρη του, τη μικρή Χρυσάννα, ο Γιωρίκας Χρυσόπουλος, τότε που ακόμη ζούσαν όλοι μαζί στη Μόχωρα. Και η μικρή Χρυσάννα άκουγε με προσοχή, με όλες τις αισθήσεις της, τον πατέρα της. Ότι γράφτηκε τότε στο μυαλό της, έμεινε εκεί για πάντα.
Ο Γιωρίκας και η Λισάφ’, Μοχωρέτσα κι αυτή, «επαντρεύταν ’ς σην Μόχωραν την Λαμπρήν ’ς σα 1882 τη χρονέας», όπως έλεγε ο ίδιος. Στη Μόχωρα ζούσαν ήσυχα, κοντά στους δικούς τους. Έκαναν τέσσερα παιδιά, από τα οποία τα τρία, η Χρυσάννα, ο Πάτσον (Παναγιώτης) και ο Γώγον, ήρθαν στην Ελλάδα.
Όπως έλεγε η Χρυσάννα, «Ο μικρόν, ο Γώγον κοιλόρφανον εγεννέθεν...». Ούτε το όνομά του δεν ήθελαν να ακούγεται — τους θύμιζε τον πρόωρα χαμένο πατέρα. «Το μωρόν», «Το μωγιόν», «το μωγιόν» , έλεγαν και του έμεινε το Μωγιόν ως όνομα για ένα διάστημα. Τελικά, διορθώθηκε σε Γώγον, αφού το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος, που αποδίδεται έτσι στα ποντιακά.
Το πρώτο αγόρι του Γιωρίκα και της Λισάφ’ς, το δεύτερο παιδί τους μετά την πρωτότοκη Χρυσάννα, ο Σωτήρης, παλικάρι ήταν όταν εγκατέλειπαν οι Ρώσοι την Τραπεζούντα. Για να γλιτώσει τον τουρκικό στρατό, μαζί με τους Ρώσους έφυγε κι ο ίδιος για τη Ρωσία, το 1918, φιλώντας ιδιαίτερα την ανιψούλα του Όλγα, κόρη της Χρυσάννας, που της είχε μεγάλη αδυναμία. Άργησαν πολύ να πάρουν κάποια είδησή του, ώσπου έλαβαν ένα γράμμα του, μετά το 1921 πρέπει να ’τανε, όπου τους έγραφε ότι ύστερα από πολλές περιπλανήσεις έφτασε και έμεινε στο Σοχούμ (αρχαία Διοσκουριάς), ότι παντρεύτηκε και πήρε δικό μας κορίτσι, με το όνομα  Λισαβέτα κι αυτή.
Από τότε διατήρησαν επαφή, μάθανε ότι έγινε και πατέρας ενός αγοριού — Γιώργος το έβγαλε, με το όνομα του πατέρα του Γιωρίκα Χρυσόπουλου. Η Χρυσάννα, μάλιστα, θυμόταν πάντα τη διεύθυνσή του στο Σοχούμ: Ούλιτσα Μπέρια 10. Σε αυτήν τη διεύθυνση του είχε στείλει γράμμα από την Ελλάδα το 1927, μαζί με φωτογραφία του γάμου της ανιψιάς του Όλγας, που υπεραγαπούσε.
Όμως, μετά το 1930 χάσανε κάθε επαφή, ούτε γράμμα ούτε φωνή ... Πόσους ρώτησαν που έρχονταν από εκεί, με πόσους έστελναν μηνύματα όταν έφευγαν για εκεί, δεν έμαθαν ποτέ κάτι που να τους δώσει κάποια ελπίδα. Η αδερφή του η Χρυσάννα, όσο ζούσε, πάντα αναρωτιόταν τι να απέγινε ο Σωτήρης, «ο Σωτήρης εμουν», όπως έλεγε και δάκρυζε.
Η Χρυσάννα, γεννημένη πριν από το 1885, κατά τα λεγόμενά της, θυμόταν πολλά από τον πατέρα της και αυτά που της έλεγε για τα ωραία ήρεμα χρόνια της χιλιοτραγουδισμένης Κρώμνης. Αλλά και η ίδια θυμάται πολλά από την πατρίδα της, τη ζωή στα παρχάρια, πάνω στα ψηλά βουνά, τα γάργαρα νερά στα ρυάκια και στα ποτάμια, τις χαρές και τα τραγούδια στα παρχάρια.
Το πανηγύρι του Άη Θόδωρου στη συνοικία Σαράντων, το πόσος κόσμος μαζευόταν στο πανηγύρι του Άη Λία, ψηλά στο βουνό, και πόσο άλλαξαν τα πράγματα από το 1915 και μετά. Θυμάται τον Δεκαπενταύγουστο, τότε που όλος ο κόσμος γιόρταζε την Κοίμηση της Παναγίας. Θυμάται και αναστορεί στην εγγονή της, τη Χρυσούλα:
«Στην Κρώμνη είχαμε τη Μικρέσσα Παναγία, που την τιμούσαμε όλοι. Αυτή τη μέρα, όμως, ο πολύς κόσμος πήγαινε στην Τρανέσσα Παναγία και οι Ανηφορέτ’ στην Παναγία Γουμερά, όπως και εμείς. Θυμούμαι το μοναστήρι της Γουμερά, 'τη Τσίτες η Παναγίας το λέγαμε, και το πόσο πολύς κόσμος μαζευόταν στη γιορτή της. Ήταν μεγάλο πανηγύρι, 'τρανόν πανοΰρ’, πολλά ημέρας εκράτ’νεν ...’ Αα τώρα εθυμέθα ένα τραγωδόπον π’ ετραγώδ'ναν τα παλικαρόπα ’ς σην ενορίαν τοι Σαράντων:
’Σ ση Κρώμ’ς ’ς σον Άε Θόδωρον
 επή’α  ελυτρώθα,
εντώκεν η σεβντά ’ς σο νου μ’
 κι άμον ντ’ επήα έρθα».

 Ελισάβετ Ακριτίδου — Κύπαρλη
 εκπαιδευτικός- συγγραφέας


Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah