Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Βίκτορας Σιβετίδης, ο ποιητής ,ο άνθρωπος,ο πολιτικός πρόσφυγας.

ΣTO ΣΗΜΕΙΩΜΑ μας αυτό δεν πρόκειται να κάνουμε κριτική παρουσίαση του λογοτεχνικού έργου του ποιητή Βίκτορα Σιβετίδη. Αυτό έχει γίνει ήδη επανειλημμένα από άλλους, αρμοδιό­τερους. Ως τώρα έχουν εκδοθεί πάνω από τριά­ντα βιβλία του στα ελληνικά και τα ρουμανικά και έχουν γραφεί στα λογοτεχνικά περιοδικά και τις εφημερίδες οι πιο επαινετικές κλιτικές. 
Στο ση­μείωμα μας αυτό θέλουμε απλώς να παρουσιά­σουμε, με πολύ λίγα λόγια, τον επαναστάτη, τον άνθρωπο, τον πολιτικό πρόσφυγα ποιητή Βίκτορα Σιβετίδη.
ΠΟΙΟΣ είναι ο Βίκτορας Σιβετίδης; Νά τί λέει ο ίδιος στον επίλογο, στη συλλογή «Θά­λασσα»:
«Τα ίδια τα πράγματα και το πιστοποιητικό μου, άλ­λωστε, λένε πως είμαι Έλληνας, ότι ήλθα στη ζωή τη νύχτα της 29ης Σεπτεμβρίου 1911, στο χωριό Τιβίκ του Καυκάσου. Οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι. Με έφεραν στον κόσμο για χατίρι του αδελφού μου (...).
Τα πρώτα βήματα της αυλής τα έκαμα στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αργότερα, όταν δοκίμασα τις δυνάμεις μου στην Ελλάδα, στο χωριό Πηγή, η ζωή έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Το χωριό ήταν γραφικό, μα φτωχό. Η ζωή μου άρχισε στ' αλή­θεια, σ' αυτό το χωριό, δίπλα οε μια γιαγιά χρυσο­χέρα.
Δεν ήξερε γράμματα, μα γνώριζε τους μύθους του Αισώπου κι όλα τα παραμύθια ενός παραμυθά».
 Τέλειωσε το διδασκαλείο της Θεσσαλονίκης. Σ' αυτή την πόλη, τη «Νύφη του Θερμαϊκού», τη «φτωχομάνα», όπως τη λένε οι απλοί άνθρωποι του μόχθου και της ανέχειας, ο δάσκαλος Βίκτωρας έρχεται σ' επαφή με τον λαό, με τα βάσανα και τους πόνους του.
Σαν δάσκαλος, δεν περιοριζόταν μόνον στα «διδασκαλι­κά» του καθήκοντα. Ιδιαίτερη απασχόληση του ήταν τα πτηνά. Η μέθοδος ταρίχευσης των πτηνών που εφεύρε ο ίδιος, βραβεύτηκε: Πήρε βραβείο ευρεσι­τεχνίας.
Ανήσυχο πνεύμα, όπως ήταν, δεν μπορούσε να μεί­νει έξω από το προοδευτικό κίνημα. Οι προοδευτι­κές ιδέες τον συνταράζουν. Από τους πρώτους εντάσ­σεται στους «φίλους της Ισπανίας», για «να προσφέρει - όπως γράφει ο ίδιος - τον ταπεινό οβολό στη νίκη του δικαίου κατά της βίας».
Τη μεταξική δικτατορία τη μίσησε με την ψυχή του. Κι όταν οι Ιταλοί φασίστες επιτέθηκαν κατά της Πατρίδας, ο Βίκτορας Σιβετίδης πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Εκεί ο ποιητής έχασε ένα μέρος της ακοής του, προσφέροντας έτσι τον «μικρό οβολό του» στη μάχη που έδινε ο ελληνικός λαός κατά του φασισμού. Κι από τότε, όλο και πιο βαριά ο ποιητής ακούει τους γλυκούς ήχους του βιολιού του.
 Σήμερα δέν μπορεί να ακούσει ούτε έναν, και τον πιο απλό, ήχο. Κι όταν «όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλά­κωνε η σκλαβιά», ρίχθηκε από τους πρώτους στον αγώνα για τη λευτεριά της Πατρίδας. «Η χιτλερική κατοχή με βρήκε αντίπαλο της, όπως και ολόκληρη την οικογένεια μου, αρχικά στην πα­ράνομη πάλη και αργότερα στον ανταρτοπόλεμο» - γράφει ο ίδιος. Ύστερα, έλαβε ενεργό μέρος στο δεύτερο αντάρτικο και μετά πολιτικός πρόσφυγας, έφτασε στη Ρουμανία, στην αρχή στην πρωτεύουσα του Άρτζες, το Πλοέστι, και κατόπιν στο Βουκου­ρέστι.
Σε όλο το διάστημα της προσφυγιάς, ο ποιητής Σιβετίδης, παρά τη λειψή ακοή του, παρά τους κατατρεγμούς που δέχθηκε, γράφει, τραγουδάει την αγά­πη και τη λευτεριά, την ομορφιά και το δίκαιο, τη νίκη και τις ήττες της επαναστατικής του ζωής. Υπο­φέρει για κάθε αδικία που γίνεται, όχι μόνον στην πα­τρίδα μας, αλλά και σε όλο τόν κόσμο. Σάν βράχος ακλόνητος δέχθηκε όλα τα κύματα της ζωής, παρότι αυτά άφησαν τραύματα στην ψυχή του. Πιστός στον δρόμο που διάλεξε, τραβάει μπροστά:
«Γερνάς, ψελλίζει η ανακύκλωση.
 Ναι, ου γαρ το γή­ρας έρχεται μόνον.
Και μήτε η απογοήτευση έρχεται μόνη.
Ο φόρος που κατέβαλε ήταν ο πόνος, αλλά καζάντισε (σ. σ. κέρδισε) έναν θησαυρό: Τη σύνεση και την ισορροπία.
«Δίκαια η ζωή δίνει και παίρνει Κι εγώ ας ξανάπαιρνα τον ίδιο δρόμο».
Από όλα τά βιβλία, που ο Έλληνας ποιητής Βίκτο­ρας Σιβετίδης δημοσίευσε στη Ρουμανία, - έγραφε πέρυσι ρουμάνικο λογοτεχνικό περιοδικό -, προ­βάλλει καθαρά μια συνείδηση στρατευμένη στον αγώνα για το χτίσιμο ενός κόσμου πού βασίζεται στην αλήθεια και την ελευθερία. Κομμουνιστής από την πρώτη του νιότη, μαχητής για τη λύτρωση της Ελλάδας από τη φασιστική βία, ο Βίκτορας Σιβετίδης, που βρήκε στη Ρουμανία, όπως ο ίδιος λέει, «μιά δεύτερη πατρίδα», γράφει στίχους απλούς, μα­χητικούς, αποφθεγματικούς, κάποτε. Τα ποιήματα του είναι, τις περισσότερες φορές, λογομαχίες.
 Αντι­κείμενο της πολεμικής του, το ψέμα, το μικροα­στικό πνεύμα, ο πόλεμος, η λοξοδρόμηση από το επαναστατικό πνεύμα, η δογματική κατανόηση των πραγμάτων, η κτηνώδης βία, κοντολογίς ό,τι υπάγε­ται στο «παλαιοπωλείο της ιστορίας».
«Ο Σιβετίδης αφομοίωσε καλά το μάθημα των αρχαίων για την ποίηση, που είναι εσωτερικός με­λωδικός ρυθμός, όπως η αναπνοή μας, και δεν έχει ανάγκη από περιττά, εξωτερικά στολίδια», - γράφει ο Χρήστου Καντροβεάνου στο ρουμάνικο λογοτεχνικό περιοδικό «Ρομανία Λιτεράρα», παρουσιάζοντας το βιβλίο του Βίκτορα Σιβετίδη «Σημείο αναγνώρι­σης.
 Δεν είναι ρήτορας, δεν απαγγέλλει τα ποιήματα του στην αγορά με πλατιές επιδεικτικές χειρονομίες. Το τραγούδι του παραμένει μονόλογος, που, ωστό­σο, το μήνυμα του αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη». Ο Βίκτορας Σιβετίδης είναι ποιητής επαναστάτης. Πολλά ποιήματα του είναι εμπνευσμένα από τον αγώνα, από τους ήρωες του: Άρης Βελουχιώτης.
Ο θρύλος του αναβλύζει από το αίμα του.
 Ήταν - πι­στεύω - μια ρευστή θρακιά.
Ένας θυμός διάπυρος, ένα ηφαίστειο σε έκρηξη
 και το όνομα του ένα αστρονήσι - λάβα που καβαλίκευε το κύμα.
Και σ' ένα άλλο ποίημα του για τα τρία νησιά του μαρτυρίου των Ελλήνων επαναστατών:

 "Γυάρος, Λέρος και Μακρόνησος
- άνυδρα νησιά,
ξεφλουδισμένα από την ξηρασία,
τρεις του πελάγου ύαινες.
Γυάρος, Λέρος και Μακρόνησος
- πώς αναδύονται απ' τον αφρό της θάλασσας
 ώς με τη μέση ξεντυμένα !
Γυάρος, Λέρος και Μακρόνησος
 -πώς δείχνουν τα πλεμόνια τους μελανιασμένα, τρυ­πημένα!
Απόμακρα, ω, πόσο μακριά
ακούγεται το κλάμα της βροχής!
Το μουντό κύμα που ως το χάροντα αντηχεί,
το κύμα όπου δέρνει
τα διψασμένα τα νησιά
Γυάρος, Λέρος και  Μακρόνησος -
το κύμα που σαν μέδουσα
ξεσχίζεται στα μανιασμένα βράχια,
το κύμα πού χυμάει τ' αψήλου
ωσάν πελώριο κοράκι
θρεμένο με ποτάμια αίματα
Γυάρος, Λέρος και Μακρόνησος".

Ο Βίκτορας Σιβετίδης έγραψε πολλούς, πάρα πολ­λούς μύθους, στους οποίους κάνει λεπτομερή ακτινοσκόπηση της ανθρώπινης ψυχής.
Να τι γράφει σχετικά ο Κωνσταντίν Κρισάν στο ρουμάνικο φιλολογικό περιοδικό «Άρτζες»: {Υπάρ­χει στην ποίηση του Βίκτορα Σιβετίδη μια μετα­φυσική διάθεση, γιομάτη φρεσκάδα, μια φρεσκάδα που πηγάζει, νομίζω, πάλι από το μεγάλο μυστήριο της ειλικρίνειας, σε συνδυασμό με την ισχυρή ροπή του ποιητή προς την προσωποποίηση... Χάρις στον αρμονικό αυτόν συνδυασμό, η ποίηση του μετατρέ­πεται σε ένα επιβλητικό αλληγορικό πανόραμα και μόνον το επιμύθιο τής λείπει για να γίνει σωστός μύ­θος. Αλλά η τάση του Βίκτορα Σιβετίδη προς τον ηθικοπλαστικό λυρισμό εκδηλώνεται πληρέστερα στην «Ελιά» (1968) και στους «Μύθους» (1971), δύο βιβλία που μπορούν, κάλλιστα, να σταθούν στο ίδιο ράφι με τους κλασικούς του είδους}.
Ξεχωριστή θέση στην ποίηση τοϋ Σιβετίδη κατέ­χουν τα ποιήματα του για τη Ρουμανία. Είναι ένας ύμνος για τη «Στρογγυλή χώρα». Την αγάπησε, την πόνεσε, την τραγούδησε. «Ο Σιβετίδης, όπως και ο Μενέλαος Λουντέμης», γράφει ο Ρουμάνος κριτικός Χρήστου Καντροβεάνου στη «Ρομανία Λιτεράρα», «έκανε τη Ρουμανία δεύτερη πατρίδα του, μια κι έζησε στη χώρα μας πολλά χρόνια. Κι όταν επρόκειτο να επαναπατρισθεί, μολονότι έμελλε να ξαναδεί την πάτρια γη, η καρδιά του ήταν βαριά από τον πόνο του αποχωρισμού, όπως εκμυστηρεύεται σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής («Σημείο αναγνώρισης»)
Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί από πολλούς Ρουμάνους συναδέλφους του, όπως οι: Μίρτσεα Τριομπάνου, Βίκτωρ Τούλμπουρε, Φλωρέντσα Άλμπου, Μίρτσεα Παβελέσκου, Αουρέλια Μπατάλι, Βασίλε Ζαμφίρ Ντέλια Ντουμιτρέσκου, Κωνσταντίν Κρι­σάν, Β.Φ. Σερμπανέσκου κ. ά.
Βιβλία του, επίσης, έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα αγγλικά  και τα γερμανικά.
Το σημείωμα αυτό για τον ποιητή Βίκτορα Σιβετίδη, πολιτικό πρόσφυγα, το κλείνουμε με τα λόγια του Ρουμάνου λογοτέχνη Κωνσταντίν Κρισάν, στο φιλολογικό περιοδικό «Άρτζες»: «Πιστεύω πως τώρα μπορώ να διορθώσω πιο απερί­φραστα - παρά την πεταχτή θεώρηση του έργου του, που επιχείρησα εδώ τις πρώτες γραμμές, με τη βε­βαιότητα που, περισσότερο και από τους κριτικούς του, δίνουν οι αναγνώστες του συνεπώς στην οδό Ραχμάνινωφ 27 του Βουκουρεστίου κατοικεί ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ».

 (Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό της Κεντρικής Επι­τροπής Πολιτικών Προσφύγων Ελλάδας «Η φωνή των εκπατρισμένων», το 1977)