Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

ΝΕΟ ΦΩΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΦΑΓΕΣ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ (1914-1915)

Jesse Β. Jackson
 Στα 1915, την εποχή της εκτεταμένης εξοντώσεως των Αρμενίων, ο Πρόξενος Jesse Β. Jackson υπηρετούσε στο Χαλέπι και διακρίθηκε πάρα πολύ για την βοήθεια που είχε δώσει στον δυστυχισμένο αυτό λαό. 
Επειδή ο Πρόξενος Jackson είχε παρευρεθεί στις τρομερές εκείνες σκηνές, θα ήταν ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς τις σχετι­κές εκθέσεις του, αν θα μπορούσαν να βρεθούν, δυστυχώς όμως δεν μπορούν να βρεθούν. Ευτυχώς μπορεί κανείς να παραθέσει αποσπάσματα από την για πρώτη φορά δημοσιευόμενη εδώ έκθεση ενός ντόπιου Αμερικάνου πολί­τη που ήταν στο Χαλέπι και ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που περιγράφει.
«Ο πρόδρομος των συμβάντων, στη διάρκεια των οποίων έμελλαν να σφαγούν οι δυστυχείς Αρμένιοι και να υποστούν τις βαρύτερες δοκιμασίες, έλαβε χώρα στο Zeitunμια πόλη πού βρίσκεται πέντε μέρες ταξιδιού περίπου βορειότερα απ' το Χαλέπι, τον Φεβρουάριο του 1915, οπότε οι Αρμένιοι αναγκάστηκαν με μεγάλη αποστροφή να υποστούν τον «αφοπλισμό» εκ μέρους των Τούρκων. Έπειτα από τα συμβάντα στο Zeitunπαρόμοιες ενέργειες έλαβαν χώρα στο Aintabστην Αλεξανδρέττα, στο Marashστην Urfa κλπ.
«Σύντομα, ύστερα απ' τον αφοπλισμό των Αρμενίων στις πόλεις που αναφέραμε παραπάνω, άρχισαν οι εκτο­πίσεις, οι oποίες ήταν τόσο καταστρεπτικές για το Αρμενικό έθνος και εκτελέστηκαν βάσει διαταγών των Τουρκι­κών Αρχών της Κωνσταντινουπόλεως.
«Κατά τη διάρκεια των τρομερών ημερών των εκτοπίσεων ο Πρόξενος Jackson δέχτηκε επανειλημμένες εκ­κλήσεις για να παράσχει βοήθεια και να καταβάλει κάθε προσπάθεια για την παρεμπόδιση της εκτοπίσεως οιουδήποτε προσώπου απ' το Χαλέπι. Κι αυτό σε μια εποχή πού αντιπροσώπευε δέκα πέντε διάφορες χώρες και προστά­τευε τα ποικίλα συμφέροντα τους. (Αυτά έγιναν βέβαια κατά τη διάρκεια του πολέμου προτού να διακόψει η Τουρκία τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες). Είναι πρόδηλο πως η θέση του ήταν πολύ λεπτή και πως κάθε ενέργεια εκ μέρους του έπρεπε να γίνεται με πολύ μεγάλη προσοχή, ούτως ώστε να μην προκαλεί τη δυσαρέσκεια των Τουρκικών Αρχών απέναντι του και ιδιαίτερα απέναντι των βοηθών του.
«Ενώ ο Πρόξενος Jackson κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να παρεμποδίσει τις σφαγές στο Χαλέπι, άρχισαν να διαρρέουν ειδήσεις για τις τρομερές ωμότητες που ελάμβαναν χώραν μαζί με τις εκτοπίσεις στις πόλεις JivasHarputΤραπεζούντα, BitlisΔιαρβεκίρη, MardinΚαισαρεία, Ικόνιο, Άδανα, Μερσίνα και άλλες της ίδιας περιοχής.
«Βαθμηδόν ολιγάριθμα άτομα που είχαν εκδιωχθεί, απ' τις πόλεις που αναφέραμε παραπάνω άρχισαν να φθά­νουν στο Χαλέπι και να διηγούνται τις οδυνηρές λεπτομέρειες των εκτοπίσεων καθώς και για την πραγματική σφαγή συγγενών και φίλων των και για τις απίστευτες κτηνώδεις πράξεις των Τούρκων χωροφυλάκων σε βάρος κοριτσιών και των ποιο ελκυστικών γυναικών, καθώς και για την αναρίθμητα αλλά θηριώδη εγκλήματα πού δια­πράττονταν εναντίον τους.
«Ένα απ' τα ποιο τρομερά θεάματα που μπορούσε να δει κανείς στο Χαλέπι, ήταν η άφιξη στις αρχές του Αυ­γούστου του 1915 πέντε χιλιάδων περίπου γυναικών και παιδιών σκελετωμένων, ρυπαρών, ρακένδυτων και αρρώ­στων, τριών χιλιάδων τη μια μέρα και δύο χιλιάδων την επομένη. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι μόνοι πού είχαν επι­ζήσει απ' τους εύπορους και ευημερούντος Αρμενίους κατοίκους της περιοχής Σεβάστειας, πού με τους μετριότερους υπολογισμούς υπερέβαιναν τις τριακόσιες χιλιάδες ψυχές. Και τι είχαν γίνει οι υπόλοιποι;
Απ' τους ποιο ανε­πτυγμένους διανοητικά από κείνους που είχαν φτάσει στο Χαλέπι μαθεύτηκε, ότι στις αρχές της ανοίξεως του 1915 οι άνδρες και τα πάνω από 14 ετών αγόρια είχαν κληθεί στα αστυνομικά τμήματα της επαρχίας εκείνης σε διάφορα πρωινά κατά τη διάρκεια πολλών εβδομάδων και εκτοπίστηκαν κατά ομάδες από χίλια έως δύο χιλιάδες άτομα, δεμένοι ο ένας με τον άλλο με σχοινιά και ότι κανείς ποια δεν άκουσε τίποτε γι' αυτούς από τότε. Η μοίρα τους κα­ταγράφηκε στα χρονικά του θεού και έτσι είναι περιττό να αναφέρουμε εδώ τίποτε γι' αυτή. Οι επιζήσαντες, για τους οποίους είπαμε παραπάνω, διηγούνταν τις ποιό ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για όσα υπέφεραν καθ' οδόν, αφότου είχαν ξεκινήσει απ' τα σπίτια τους πριν από το Πάσχα, και ταξίδευαν ίσως και χίλια μίλια ωσότου έφθασαν στο Χαλέπι τον Αύγουστο, τέσσερις περίπου μήνες αργότερα, πεζοί με πολύ λίγη τροφή και μάλιστα χωρίς να τους επιτρέπουν οι θηριώδεις Τούρκοι χωροφύλακες να πιουν νερό, όταν έφταναν σε πηγάδια που βρίσκονταν στην ά­κρη του δρόμου. Εκατοντάδες απ' τις ποιο όμορφες γυναίκες και κοπέλες αρπάχτηκαν από άγρια στίφη Τούρκων που έμπαιναν κάθε μέρα ανάμεσα τους».
Για την τύχη των ανδρών και των αγοριών άνω των 14 ετών που είχαν απαχθεί και για τους οποίους δεν ά­κουσε ποια κανείς τίποτε, έφθασαν στη Σμύρνη πολλές εκθέσεις που συμφωνούσαν μεταξύ των. Είναι βέβαιο ότι οι Τούρκοι τους είχαν σκοτώσει και μάλιστα πολλούς απ' αυτούς τους τεμάχισαν με τσεκούρια για να κάνουν οι­κονομία στα πυρομαχικά.
Εφόσον ασχολούμεθα ακόμα με τη συστηματική εξόντωση των Χριστιανών πριν από την πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους, θα διαθέσουμε λίγες σελίδες για την καταστροφή του Αρμένικου έθνους, το ποιο φρικώδες έγκλημα της ανθρωπότητας μέσα στις λεπτομέρειες του ακολασίας, αγριότητας και βασανισμών, καθώς και σχετικά με την έκταση του, το οποίο τελικά αποβάλλει τους δράστες του από την κοινωνία των ανθρώπων και απ' την κοινωνία των πολιτισμένων εθνών, ωσότου δείξουν οι δράστες του με τρόπο πειστικό πλήρη μετάνοια και κάμουν έντιμη προσπάθεια για μια επανόρθωση όσο θα ήταν δυνατό να γίνει αυτή.
Πιθανώς υπήρξαν στη διάρκεια της ιστορίας ενέργειες που στοίχισαν τη ζωή περισσοτέρων υπάρξεων απ' αυτή της εξοντώσεως των Χριστιανών απ' τους Τούρκους. Ο Ταμερλάνος, π.χ. σάρωσε πολύ μεγάλες εκτάσεις χωρών, σκοτώνοντας και πυρπολώντας μόνο για την ευχαρίστηση που του έδινε η καταστροφή. Δεν φείσθηκε ούτε Μουσουλμάνων ούτε Χριστιανών. Υπήρξαν όμως στον διωγμό των Χριστιανών εκ μέρους των Οθωμανών χαρα­κτηριστικά σατανικής ωμότητας και βασανισμών, που διήρκεσαν πάρα πολύν καιρό και που δεν παρατηρήθηκαν στις μεθόδους του Ταμερλάνου.
Θ' αναφερθούμε στις ποιο αξιοσημείωτες επίσημες συλλογές αποδείξεων επί του προκειμένου και σε δυο ση­μαντικά έγγραφα, δηλ. εκθέσεις Αμερικανών αυτόπτων μαρτύρων. Μια απ' τις πληρέστερες και εξαιρετικά αξιόπι­στες πηγές πληροφοριών για τις σφαγές των Αρμενίων είναι ένα επίσημο δημοσίευμα του Βρετανικού Κοινοβου­λίου του 1915 που φέρει τον τίτλο «Η μεταχείριση των Αρμενίων» και περιέχει έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Υποκόμητα Γκρέυ του FallodenΥπουργό των Εξωτερικών της Αγγλίας, απ' τον Υποκόμητα BryceΑντίγραφο του δημοσιεύματος αυτού υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν πραγματικά ένα μεγάλο τόμο που περιέχει αποδείξεις από όλες τις πηγές σχετικά με τις σφαγές των Αρμενίων και την εξόντωση τους με βασανισμούς πού διήρκεσαν πάρα πολύν καιρό. Πολλές απ' τις μαρτυρίες που δίνομε παρα­κάτω είναι τόσο ανατριχιαστικές και προσβάλλουν σε τέτοιο βαθμό κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και ευαισθησία, ώστε δεν τολμά κανείς να παραθέσει, αποσπάσματα απ' αυτές.
Ο λόρδος Greyπού ήταν τότε Υπουργός των Εξωτερικών, όταν έλαβε τα ντοκουμέντα αυτά, έγραψε στον Υποκόμητα Bryce:
«Αγαπητέ μου, BryceΠρόκειται για ένα τρομερό αποδεικτικό υλικό, νομίζω όμως ότι πρέπει να δημοσιευτεί και να μελετηθεί από όλους όσους έχουν πλατιά ανθρωπιστικά ενδιαφέροντα στην καρδιά τους. Τα στοιχεία αυτά θα είναι πολύτιμα όχι μόνο για την πληροφόρηση της δημοσίας γνώμης σχετικά με τη συμπεριφορά της Τουρκικής Κυβερνήσεως απέναντι στον ανυπεράσπιστο αυτό λαό, αλλά και ως πηγή πληροφοριών για τους ιστορικούς του μέλλοντος.
υπογρ. Gray of Falloden»

Σχετικά με την αξιοπιστία των αποδείξεων αυτών έχουν εκφράσει διάφορες γνώμες διακεκριμένες προσωπι­κότητες. Ανάμεσα σε άλλους ο Gilbert Murray, ο περίφημος λόγιος και ποιητής λέγει:
«Η αποδεικτική αξία των επιστολών και εκθέσεων αυτών αντέχει σε κάθε κριτική και υπερνικά κάθε σκεπτι­κισμό».
Ένας ειδικός σχετικά με αποδεικτικό υλικό ο Moorfield Storeyτέως πρόεδρος της Ενώσεως των Αμερικανι­κών Δικηγορικών Συλλόγων, γράφει με προσεκτικότητα, αλλά και πειστικότητα τα εξής:
«Κατά τη γνώμη μου οι αποδείξεις που δημοσιεύετε είναι τόσο αξιόπιστες, όσο εκείνες, επάνω στις οποίες στηρίζεται η πίστη μας σχετικά με πολλά από τα γεγονότα της ιστορίας που έχουν γίνει παγκοσμίως αποδεκτά και νομίζω ότι αποδεικνύουν πέρα από κάθε λογική αμφιβολία την εσκεμμένη πρόθεση των Τουρκικών Αρχών να ε­ξοντώσουν τους Αρμενίους και την ευθύνη των για τις αποτρόπαιες φρικαλεότητες, οι οποίες διεπράχθησαν εις βάρος του δύστυχους αυτού λαού».
Άλλα έργα που θα μπορούσε κανείς να συμβουλευτεί επί του προκειμένου και που είναι γεμάτα από επιβε­βαιωτικές και συντριπτικές μαρτυρίες είναι τα εξής: «Beginning Again at Ararat» (Αρχή και πάλι απ' το Αραράτ) του Δ/ρος Mabel EElliott, «Shall This Nation Die» (Πρέπει να πεθάνει αυτό το έθνος;) του Αιδεσ. Joseph Naayemκαι το πλέον πειστικό απ' όλα το «Secret Report on the Massacres of Armenia» (Μυστική Έκθεση περί σφαγών της Αρμενίας) του Δ/ρος Johannes LepsiusΓερμανού Ιεραποστόλου και Προέδρου της Γερμανικής Ιερα­ποστολής της Ανατολής.
Johannes Lepsius
 Η εξήγηση του Δ/ρος Lepsius, ως προς την αναγκαιότητα της μυστικότητας της εκθέσεως την οποίαν έκαμε στους «φίλους του της Ιεραποστολής» είναι διαφωτιστική:
«Αγαπητοί φίλοι της Ιεραποστολής: Η επόμενη έκθεση την οποία σας στέλνω απολύτως εμπιστευτικά, έχει τυπωθεί σαν χειρόγραφο. Δεν ημπορεί ούτε να δημοσιευτεί, ούτε να χρησιμοποιηθεί, είτε στο σύνολο, είτε μερικά. Η λογοκρισία δεν ημπορεί να επιτρέψει όσο διαρκεί ο πόλεμος, δημοσιεύσεις που αφορούν γεγονότα στην Τουρ­κία. Τα πολιτικά και στρατιωτικά μας συμφέροντα μας επιβάλλουν επιτακτικά καθήκοντα. Η Τουρκία είναι σύμ­μαχος μας. Εκτός του ότι υπεράσπισε τη χώρα της, βοήθησε και μας τους ίδιους με τη γενναία υπεράσπιση των Δαρδανελλίων. Επομένως η «αδελφοσύνη μας εν διπλοις» με την Τουρκία μας επιβάλλει υποχρεώσεις, δεν πρέπει όμως να μας εμποδίζει απ' το να εκπληρούμαι τα ανθρωπιστικά μας καθήκοντα.
Και αν λοιπόν είμαστε αναγκασμένοι να σιωπούμε δημοσία, μολαταύτα δεν ημπορεί η συνείδηση μας να παύσει να ομιλεί. Ο αρχαιότερος λαός του Χριστιανισμού διατρέχει τον κίνδυνο να εξοντωθεί, εφόσον παραμένει κάτω απ' την εξουσία των Τούρκων έξη έβδομα του Αρμένικου λαού έχουν στερηθεί των περιουσιών τους και ε­φόσον δεν δέχτηκαν να γίνουν Μουσουλμάνοι έχουν σκοτωθεί ή εξοριστεί στην έρημο. Την ίδια τύχη έχουν υπο­στεί οι Νεστοριανοί της Συρίας και ένα μέρος των Ελλήνων Χριστιανών βασανίστηκαν επίσης».
Ο Δ/ρ Lepsius συνέταξε την έκθεση του σαν ένας σωστός Γερμανός λόγιος. Έτσι η έκθεση αυτή είναι λεπτο­μερής, εξαντλητική και αυθεντική.
Έχομε αναφέρει ήδη για έναν εξέχοντα ξένον επίσημο, όχι Γερμανό, που εξαναγκάσθηκε να τηρήσει σιωπή σχετικά με τις Τουρκικές ωμότητες. Πόσο ισχυρός είναι ο Τούρκος! Μπορεί να κάμει ότι του αρέσει, μπορεί να παραβαίνει κάθε θείο και ανθρώπινο νόμο και όλοι για τον ένα η τον άλλο λόγο, είναι αναγκασμένοι να σιωπούν σχετικά μ' αυτό. 
Ένα αντίρροπο γνώρισμα της συνενοχής των Γερμανών στις φρικαλεότητες εις βάρος των Αρμε­νίων υπήρξε η αθώωση από ένα Γερμανικό δικαστήριο ενός Αρμενίου πού αποπειράθηκε να εκδικηθεί εις βάρος του Ταλαάτ Βέη. Λέγεται ότι οι καταθέσεις Γερμανών Ιεραποστόλων επηρέασαν το δικαστήριο ώστε να βγάλει την απόφαση εκείνη.
Η έκθεση των λεπτομερειών σχετικά με την ολοκληρωτική εξόντωση των Αρμενίων που είναι φρικιαστικές και σπαράσσουν κάθε ανθρώπου καρδιά, μπορεί να παρατείνεται χωρίς τέλος. Αν αρκεστούμε να πούμε ότι εκτός των πραγματικών και επανειλημμένων φόνων σε πολύ μεγάλη κλίμακα, το σχέδιο της ανθρωποκτονίας δια μέσου του βραδέος βασανισμού της εκτοπίσεως είναι το ποιο σατανικό πού έχουν ποτέ συλλάβει διεφθαρμένοι και σατα­νικοί εγκέφαλοι.
Πρόσφατη συμβολή στο παραπάνω θέμα, πού επιβεβαιώνει όλα όσα έχομε γράψει έως τώρα, αποτελεί η έκ­θεση του Walter MGeddes της εταιρίας Mack Andrews and Forbes της Ν. Υόρκης την οποία μου είχε εγχειρίσει ο ίδιος ο κ. Geddes λίγον καιρό πριν απ' τον ατυχή θάνατο του στη Σμύρνη. Με το να έχει πεθάνει ο κ. Geddes δεν υπάρχει φόβος να του προκαλέσουμε οιανδήποτε βλάβη εκ μέρους των Τούρκων μεταχειριζόμενοι το όνομά του. Η έκθεση αυτή αποτελεί ίσως την ποιό αξιοσημείωτη περιγραφή μιας ιστορικής σφαγής δια μέσου βραδέων βασανι­σμών πού έχει γραφεί ποτέ, η δε ζωντάνια των λεπτομερειών της οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας περι­γράφει τα πράγματα που είδε ο ίδιος.

Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. GEDDES
«Ανεχώρησα απ' εδώ στις 16 Σεπτεμβρίου 1915 για το Χαλέπι. Είδα τους Αρμενίους για πρώτη φορά στο Αφιόν Καρά Χισάρ, όπου υπήρχε ένα μεγάλο στρατόπεδο — περίπου δέκα χιλιάδων ψυχών — πού είχαν κατεβεί απ' τη Μαύρη Θάλασσα. Ήταν κατασκηνωμένοι μέσα σε σκηνές καμωμένες από υλικά κάθε είδους και η κατάσταση τους ήταν αξιοθρήνητη.
«Η δεύτερη τοποθεσία που τους είδα ήταν στο Ικόνιο, επίσης σε ένα μεγάλο στρατόπεδο. Εκεί είδα την πρώτη κτηνωδία. Είδα μια γυναίκα και το βρέφος της χωρισμένους απ' τον άνδρα της. Προχωρούσε προς το τραίνο μας, την ανάγκασαν όμως δια της βίας να μείνει πίσω και την εμπόδισαν να ανέβει στο τραίνο.
«Η επόμενη τοποθεσία, όπου υπήρχε ένα μεγάλο στρατόπεδο ήταν το Οσμανιέ, όπου έλεγαν ότι υπήρχαν πε­νήντα χιλιάδες ψυχές περίπου. Ήταν κατασκηνωμένοι και απ' τις δυο μεριές της σιδηροδρομικής γραμμής σε μια έκταση μισού μιλίου η πλέον σε κάθε πλευρά. Εδώ είχαν δυο πηγάδια, απ' τα οποία μπορούσαν να πάρουν νερό, το ένα απ' τα οποία ήταν πολύ μακριά απ' το στρατόπεδο και το άλλο στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού. Μόλις ξημέρωνε οι Αρμένιοι έρχονταν πολλοί μαζί, γυναίκες, παιδιά και γέροι και πλησίαζαν στο πηγάδι για να πάρουν νερό.
Πάλευαν μεταξύ τους για μια θέση κοντά στο πηγάδι και οι χωροφύλακες χτυπούσαν πολλούς απ' αυτούς με το μαστίγιο για να τους βάλουν σε τάξη. Είδα γυναίκες και παιδιά που τους χτυπούσαν οι χωροφύλακες επανειλημμένα με μαστίγια και ραβδιά. Αργότερα είχα την ευκαιρία να περάσω μέσα απ' το στρατόπεδο πηγαίνο­ντας στην πόλη Οσμανιέ και είχα τη δυνατότητα να δω την κατάσταση των ανθρώπων αυτών. Ζούσαν μέσα σε σκηνές σαν εκείνες που είπα παραπάνω και η κατάσταση τους ήταν ελεεινή. Η θέση αυτή είχε χρησιμοποιηθεί πολλές φορές για στρατόπεδο διαφόρων καραβανιών Αρμενίων και καμιά προσπάθεια εξυγιάνσεως δεν είχε γίνει ούτε απ' τους ίδιους τους Αρμενίους, με αποτέλεσμα το έδαφος να είναι σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση και η δυσωδία τις πρωινές ώρες ήταν απερίγραπτη. Στο Οσμανιέ πουλούσαν ότι είχαν για να πάρουν λεφτά, με τα οποία ν' αγοράσουν τρόφιμα. Ένας γέρος με παρακάλεσε ν' αγοράσω την ασημένια ταμπακιέρα του για ένα γρόσι για να μπορέσει ν' αγοράσει λίγο ψωμί.
«Απ' το Οσμανιέ πήγα με αμάξι στο Rajo και ξεπέρασα χιλιάδες Αρμενίους που πήγαιναν στο Χαλέπι. Πήγαιναν με βοδάμαξες, επάνω σε αλόγα η γαϊδούρια και πεζοί και οι περισσότεροι τους ήταν παιδιά, γυναίκες και γέροι.
Μίλησα με πολλούς απ' αυτούς, μερικοί απ' τους οποίους είχαν σπουδάσει σε σχολειά της Αμερικανικής Ιεραποστολής. Μου είπαν ότι είχαν ταξιδέψει επί δύο μήνες. Δεν είχαν ούτε λεφτά, ούτε τρόφιμα και πολλοί εξέ­φρασαν την επιθυμία αν ήταν δυνατό να πέθαιναν παρά να εξακολουθήσουν την οδοιπορία και να υποφέρουν τα βάσανα, στα όποια υποβάλλονταν.
 Οι άνθρωποι που οδοιπορούσαν είχαν ουσιαστικά μαζί τους ότι είχαν πάρει απ' το νοικοκυριό τους και κείνοι, που δεν είχαν κάρα η ζώα, τα κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Πολύ συχνά έβλεπε κανείς μια γυναίκα να κουβαλά ένα μεγάλο δέμα τυλιγμένο μέσα σε ένα στρώμα και ένα βρέφος λίγων μηνών πά­νω στο δέμα.
Οι περισσότεροι τους δεν είχαν τίποτε στο κεφάλι τους και τα πρόσωπα τους ήταν πρησμένα απ' τον ήλιο και τις ταλαιπωρίες. Πολλοί ήταν ξυπόλητοι και αρκετοί είχαν τυλιγμένα τα πόδια τους με κουρέλια πού είχαν ξεσχίσει απ' τα ρούχα τους.
«Στο Ιντιλί υπήρχε ένα στρατόπεδο δέκα χιλιάδων ψυχών περίπου και στο Kadma ένα πολύ μεγαλύτερο από εκατόν πενήντα χιλιάδες. Στην τοποθεσία αυτή δίπλα στο στρατόπεδο τους υπήρχε ένα Τουρκικό στρατιωτικό α­πόσπασμα, του οποίου οι άνδρες απαιτούσαν «μπαξίσι» απ' τους Αρμενίους πριν να τους αφήσουν να βαδίσουν στο δρόμο για το Χαλέπι. Πολλοί που δεν είχαν λεπτά είχαν αναγκαστεί να μείνουν στο στρατόπεδο αυτό από τότε που είχαν φτάσει εκεί πριν δυο μήνες περίπου.
Μίλησα με πολλούς Αρμενίους εκεί και μου διηγήθηκαν όλοι τους τα ίδια σχετικά με την κτηνώδη συμπεριφορά και τη ληστεία που ενεργούσαν εις βάρος τους οι χωροφύλακες που τους φύλαγαν, όπως το είχα ακούσει σε όλο μου το ταξίδι. Ήταν αναγκασμένοι να βαδίσουν μισό μίλι μακριά απ' αυτό το στρατόπεδο για να βρουν νερό, και η κατάσταση του στρατοπέδου ήταν βρωμερή.
«Απ' την Kadma μέχρι το Χαλέπι είδα με τα μάτια μου τα χειρότερα θεάματα απ' όλη τη διαδρομή μου. Εδώ οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν το λογικό τους απ' τον υπερβολικό καύσωνα και τη δίψα και καθώς περνούσα είδα πολλούς να είναι πεσμένοι χάμω κυριολεκτικά πεθαίνοντας απ' τη δίψα. Μια γυναίκα, την οποία βοήθησα, ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση και είχε χάσει τις αισθήσεις της απ' τη δίψα και την εξάντληση και παρακάτω είδα δυο κοπέλες πού είχαν εξαντληθεί τόσο πολύ ώστε είχαν πέσει χάμω επάνω στο δρόμο και έμεναν ξαπλωμένες με τα πρόσωπα τους πού ήταν κιόλας πρησμένα, εκτεθειμένα στον ήλιο.
«Ο δρόμος σε ένα μεγάλο τμήμα του επισκευαζόταν και γι αυτό ήταν σκεπασμένος με χαλίκι. Στη μια πλευρά του δρόμου υπήρχε ένα μονοπάτι, αλλά πολλοί απ' τους Αρμενίους ήταν τόσο ζαλισμένοι απ' την κούραση και τις ταλαιπωρίες, ώστε δεν έβλεπαν το μονοπάτι και βάδιζαν — πολλοί απ' αυτούς ξυπόλυτοι -- επάνω στο χαλίκι, με αποτέλεσμα να ματώνουν τα πόδια τους.
«Ο προορισμός όλων αυτών των Αρμενίων ήταν το Χαλέπι. Εκεί τους έχουν συσσωρευμένους σε όλα τα ακα­τοίκητα σπίτια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε πανδοχεία, στις Αρμενικές εκκλησίες, σε αυλές και σε ακάλυπτα οικόπεδα. Η κατάσταση τους στο Χαλέπι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Εγώ ο ίδιος επισκέφθηκα πολλούς χώρους οπού κρατούνταν και τους βρήκα να λιμοκτονούν και να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες κάθε μέρα.
«Σε ένα ακατοίκητο σπίτι, πού επισκέφτηκα είδα γυναίκες, παιδιά και άνδρες να είναι ξαπλωμένοι επάνω στο πάτωμα τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, ώστε ήταν αδύνατο να περπατήσει κανείς ανάμεσα τους. Εκεί είχαν μείνει επί μήνες, όσοι είχαν επιζήσει και η κατάσταση επάνω στο πάτωμα είχε φρικτή δυσωδία.
«Το Αγγλικό Προξενείο ήταν γεμάτο απ' τους εξόριστους αυτούς και απ' τον τόπο εκείνο μετέφεραν τους νε­κρούς κάθε ώρα. Οι φερετροποιοί της πόλεως δούλευαν μέχρι τα μεσάνυχτα κατασκευάζοντας χοντροκαμωμένες κάσες για τους νεκρούς, των οποίων οι συγγενείς η φίλοι μπορούσαν να διαθέσουν χρήματα για να τους κάμουν έναν ευπρεπή ενταφιασμό.
«Πολλούς απ' αυτούς τους νεκρούς τους έριχναν απλώς μέσα σε δίτροχα κάρα πού καθημερινά τριγύριζαν σε όλους τους χώρους οπού ήταν συγκεντρωμένοι οι Αρμένιοι. Τα κάρα αυτά ήταν στην αρχή ξεσκέπαστα, αργό­τερα όμως είχαν κατασκευάσει καλύμματα γι' αυτά.
«Ένας Αρμένιος ιατρός, γνωστός μου, που νοσηλεύει εκατοντάδες απ' τους δυστυχείς αυτούς Αρμενίους που αρρώστησαν απ' τις ταλαιπωρίες της οδοιπορίας, την πείνα και τη δίψα, μου είπε ότι αποθνήσκουν εκατοντάδες απ' αυτούς κάθε μέρα απ' την πείνα και απ' τις συνέπειες της κτηνώδους μεταχειρίσεως και των ταλαιπωριών, τις ο­ποίες έχουν υποστεί στη διάρκεια της οδοιπορίας απ' τις πατρίδες τους ως εδώ.
«Πολλοί απ' τους δυστυχείς αυτούς Αρμενίους δεν δέχονταν ελεημοσύνη, λέγοντας ότι τα λίγα λεφτά που έ­παιρναν έτσι θα παρέτειναν απλώς τα βάσανα τους και ότι προτιμούν να πεθάνουν. Απ' το Χαλέπι όσοι μπορούν να πληρώσουν στέλνονται με το τραίνο στη Δαμασκό, όσοι δεν έχουν χρήματα στέλνονται οδικώς στο εσωτερικό προς το Deir-El-Zor.
«Στη Δαμασκό βρήκα τις ίδιες ουσιαστικά συνθήκες όπως στο Χαλέπι. Κι εκεί πεθαίνουν καθημερινά εκατο­ντάδες. Απ' τη Δαμασκό στέλνονται νοτιότερα ακόμα μέσα στο Hauranόπου η τύχη τους είναι άγνωστη. Πολλοί Τούρκοι με τους οποίους μίλησα μου είπαν ότι ο σκοπός της εξορίας αυτής ήταν η εξόντωση του Αρμένικου έ­θνους, και δεν είδα ποτέ κανένα Μουσουλμάνο να δίνει ελεημοσύνη σε Αρμενίους, γιατί αποτελούσε αξιόποινο αδίκημα το να τους βοηθεί οποιοσδήποτε.
«Έμεινα στη Δαμασκό και στο Χαλέπι ένα μήνα περίπου και αναχώρησα για τη Σμύρνη στις 26 Οκτωβρίου. Στη διάρκεια του ταξιδιού συνάντησα χιλιάδες απ' τους δυστυχείς αυτούς εξόριστους πού εξακολουθούσαν να πη­γαίνουν ακόμα στο Χαλέπι. Τα θεάματα που είδα σ' αυτό το ταξίδι μου ήταν περισσότερο οικτρά απ' εκείνα πού είχα δεί στη διαδρομή μου προς το Χαλέπι.
Νομίζει κανείς πως δεν θα τελειώσει ποτέ το καραβάνι που πορεύεται πάνω απ' τη ράχη του βουνού απ' το Bozanti προς τα νότια· όλη μέρα απ' την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου ο δρόμος όσο μπορεί να δεί το μάτι του ανθρώπου είναι γεμάτος απ' τους εξόριστους αυτούς. Ακριβώς έξω απ' την Ταρσό είδα μια νεκρή γυναίκα που κείτονταν κοντά στην άκρη του δρόμου και λίγο παραπέρα ξεπέρασα δυο νε­κρές γυναίκες ακόμα, μια απ' τις οποίες μεταφερόταν από δυο χωροφύλακες μακριά απ' την άκρη του δρόμου για να τη θάψουν.
Τα σκέλη και τα μπράτσα της ήταν τόσο αδυνατισμένα, ώστε σχεδόν φαίνονταν τα κόκκαλα της ανάμεσα απ' τη σάρκα της και το πρόσωπο της ήταν πρησμένο και κόκκινο απ' τις ταλαιπωρίες. Παρακάτω ακόμα είδα δυο χωροφύλακες που μετέφεραν ένα νεκρό παιδί στα χέρια τους μακριά απ' τον δρόμο οπού είχαν σκάψει έναν τάφο.
Πολλοί απ' τους στρατιώτες και τους χωροφύλακες που συνόδευαν το καραβάνι έχουν τσάπες και μόλις πεθάνει ένας Αρμένιος μεταφέρουν το πτώμα μακριά απ' την άκρη του δρόμου και το θάβουν. Τα πρωινά ήταν ψυχρά και πολλοί πέθαιναν απ' τις ταλαιπωρίες. Στα καραβάνια αυτά υπάρχουν πολύ λίγοι νέοι άνθρωποι οι πε­ρισσότεροι είναι γυναίκες και παιδιά, που συνοδεύονται από λίγους ηλικιωμένους από πενήντα χρόνων κι επάνω.
«Στο Μπαϊράμογλου μίλησα με μια γυναίκα που είχε τρελαθεί απ' τα βάσανα που είχε υποφέρει. Μου είπε ότι ο άνδρας της και ο πατέρας της είχαν φονευθεί και οι δυο μπροστά στα μάτια της και ότι την είχαν εξαναγκάσει να βαδίζει τρεις μέρες χωρίς ξεκούραση.
Είχε μαζί της τα δυο μικρά παιδιά της και ότι όλοι τους ήταν χωρίς ψωμί μια ολόκληρη μέρα. Της έδωσα λίγα λεπτά, τα οποία μου είπε πώς θα της τα έπαιρναν πριν βραδιάσει. Τούρκοι και Κούρδοι έρχονται στα καραβάνια αυτά, καθώς περνούν απ' την περιοχή τους, και τους πωλούν τρόφιμα σε τιμές υπερβολικές.
Είδα ένα αγόρι μικρό εφτά χρόνων περίπου που ήταν καβάλα επάνω σ' ένα γαϊδούρι έχοντας στην αγκαλιά του το αδελφάκι του που ήταν βρέφος. Ήταν τα μόνα πρόσωπα πού είχαν μείνει απ' την οικογένεια του.
«Πολλοί απ' τους ανθρώπους αυτούς βαδίζουν χωρίς ψωμί επί μέρες και αδυνατίζουν σε αφάνταστο βαθμό. Είδα πολλούς απ' αυτούς να πεθαίνουν από πείνα και μόνο αραιά και που υπάρχει νερό κατά μήκος αυτού του δρόμου. Πολλοί πεθαίνουν από δίψα. Μερικοί απ' τους Αρμενίους που διαθέτουν χρήματα νοικιάζουν αμάξια. Αυ­τά πληρώνονται προκαταβολικά και οι τιμές που ζητούνται είναι υπερβολικές.
«Σε πολλά μέρη όπως το Bozanti π.χ. οπού υπάρχει στρατόπεδο Τούρκων στρατιωτών, δεν υπάρχει αρκετό ψωμί για τους Αρμενίους αυτούς και σε απόσταση δυο ωρών απ' το Bozanti συνάντησα μια γυναίκα που έκλαιγε για ψωμί. Μου είπε ότι είχε έρθει στο Bozanti πριν δυο μέρες και δεν μπορούσε να βρει τίποτε για να φάει, εκτός από ότι της είχαν δώσει ταξιδιώτες σαν εμένα.
Πολλά ζώα υποζύγια που ανήκουν σε Αρμενίους ψοφούν από την πείνα. Πολύ συχνά βλέπει κανείς έναν Αρμένιο να παίρνει ένα δέμα απ' το νεκρό ζώο του και να το φορτώνεται στους ώμους του. Πολλοί Αρμένιοι μου είπαν, ότι, αν και τους επέτρεπαν να ξεκουραστούν τη νύχτα δεν ημπορούν να κοιμηθούν γιατί αισθάνονται δυνατούς πόνους απ' την πείνα κι απ' το κρύο.
«Οι άνθρωποι αυτοί περπατούν όλη τη μέρα με βήμα σημειωτόν και κλονιζόμενο και επί ώρες δεν μιλούν ο ένας στον άλλο. Σε μια τοποθεσία όπου σταμάτησα στην άκρη του δρόμου για να γευματίσω, με περικύκλωσαν ένα πλήθος μικρών παιδιών που έκλαιγαν όλα για ψωμί.
Πολλά απ' αυτά τα παιδάκια είναι αναγκασμένα να βαδί­ζουν ξυπόλητα πάνω στο δρόμο και πολλά απ' αυτά κουβαλούν και μικρά δέματα στις ράχες τους. Είναι όλα τους τρομερά αδυνατισμένα, τα ρούχα τους είναι κουρελιασμένα και τα μαλλιά τους είναι γεμάτα λέρα. Η βρώμα προ­σελκύει εκατομμύρια μύγες και είδα πολλά πρόσωπα βρεφών να είναι σκεπασμένα απ' τα έντομα αυτά γιατί οι μητέρες τους είναι τόσο εξαντλημένες, ώστε να μη μπορούν να τα διώξουν.
«Σε διάφορα μέρη εμφανίσθηκαν αρρώστιες στη διάρκεια της οδοιπορίας και στο Χαλέπι μου ανέφεραν πολ­λά περιστατικά τυφοειδούς πυρετού ανάμεσα στους Αρμενίους, όταν θα 'φευγα απ' εκεί. Πολλές οικογένειες χωρί­στηκαν γιατί οι άνδρες στάλθηκαν σε μια διεύθυνση και οι γυναίκες και τα παιδιά σε μιαν άλλη. Είδα μια γυναίκα πού ήταν έγκυος πεσμένη στη μέση του δρόμου και έκλαιγε και επάνω της στεκόταν ένας χωροφύλακας που τη φοβέριζε, γιατί δεν σηκωνόταν όρθια να βαδίσει. Πολλά παιδιά γεννιούνται καθ' οδόν και τα περισσότερα απ' αυτά πεθαίνουν γιατί οι μητέρες τους δεν έχουν τροφή να τους δώσουν.
«Κανένας απ' τους ανθρώπους αυτούς δεν έχει ιδέα που πηγαίνουν ή γιατί εξορίζονται. Περπατούν μέρα με τη μέρα στον δρόμο με την ελπίδα πώς θα φτάσουν κάποτε σ' έναν τόπο όπου θα τους επιτρέψουν να ξεκουραστούν. Είδα πολλούς γέρους που κουβαλούσαν στην ράχη τους τα εργαλεία της τέχνης τους, με την πρόδηλη ελπίδα ότι μια μέρα θα εγκατασταθούν κάπου.
Ο δρόμος μέσα απ' τα βουνά του Ταύρου είναι πολύ δύσκολος σε μερικά ση­μεία και πολλές φορές πρωτόγονα αμάξια που τα σέρνουν βουβάλια, βόδια και αγελάδες δεν μπορούν να ξεπερά­σουν τον ανήφορο και γι αυτό οι χωροφύλακες τα αφήνουν και τα κατρακυλούν απ' τον δρόμο προς τα κάτω μέσα στο φαράγγι.
Τα ζώα εγκαταλείπονται επίσης αδέσποτα. Είδα πολλά κάρα φορτωμένα έως επάνω με αποσκευές, που στην κορυφή τους κάθονταν πολλοί Αρμένιοι, να σπάζουν και να γκρεμίζονται χάμω ρίχνοντας τους επιβάτες μέσα στο δρόμο. Ένας απ' τους αμαξηλάτες πού ήταν Τούρκος και πού είχε εισπράξει μια προκαταβολή απ' τους ανθρώπους που μετέφερε, βρήκε πώς ήταν πολύ αστείο το ότι μια γυναίκα έσπασε το πόδι της σε ένα τέτοιο γκρέ­μισμα αμαξιού.
«Σου φαίνεται πως δεν πρόκειται να σταματήσει το ρεύμα αυτών των Αρμενίων που ξεχύνεται προς τα κάτω απ' τον Βορρά, απ' την Άγκυρα κι απ' την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Η κατάσταση τους χειροτερεύει κάθε μέρα. Τα θεάματα πού είδα στο ταξίδι μου του γυρισμού ήταν πολύ χειρότερα από κείνα πού είδα όταν πήγαινα και τώρα πού μπήκε ο χειμώνας και άρχισαν οι βροχές οι θάνατοι είναι περισσότεροι. Οι δρόμοι σε μερικά σημεία εί­ναι σχεδόν αδιάβατοι».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
Πολλές φορές μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αδυναμία να δώσουμε να εννοήσουν σε ανθρώπους πού δεν υ­πήρξαν αυτόπτες μάρτυρες τον φρικτό χαρακτήρα των σφαγών που διέπραξαν οι Τούρκοι σε βάρος των Χριστια­νικών πληθυσμών της Ανατολής. Ουδέποτε μπόρεσα να περιγράψω τα θεάματα που είδα με τα μάτια μου με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνω τους ακροατές μου να δούν και ν' αντιληφθούν την πραγματικότητα. Συχνά συμβαίνει άν­θρωποι που κάθονται στα άνετα σπίτια τους, να βάζουν στην άκρη ένα άρθρο ή ένα βιβλίο που μιλάει γι αυτό το θέμα με την παρατήρηση: «Έχομε χορτάσει με τις ωμότητες σε βάρος των Αρμενίων».
Αυτό είναι ένα άλλο ισχυρό σημείο της στάσεως του Τούρκου: έχει σκοτώσει τόσες πολλές ανθρώπινες υπάρ­ξεις και επί τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, ώστε οι άνθρωποι κουράστηκαν ν' ακούσουν γι' αυτό το θέμα. Έτσι μπο­ρεί εκείνος να συνεχίσει τις σφαγές χωρίς εμπόδιο.
Στο βιβλίο της Δ/ρος Elliott «Beginning Again at Ararat» η συγγραφέας περιλαμβάνει την εξής διήγηση μιας κοπέλας, που άκουσε σε ένα άσυλο στην Τουρκία, του οποίου είχε τη διεύθυνση:
«Ήμουν δώδεκα ετών, ήμουν μαζί με τη μητέρα μου. Μας ανάγκαζαν να περπατούμε με μαστίγια και δεν εί­χαμε νερό. Ήταν τρομερή ζέστη και πολλοί από μας πέθαιναν απ' τη δίψα. Μας χτυπούσαν με τα μαστίγια για να μας κάνουν να βαδίζουμε δεν ξέρω πόσες μέρες και νύχτες και βδομάδες, ωσότου φθάσαμε στην έρημο της Αρα­βίας. Οι αδελφές μου και το μωρό μας πέθαναν στο δρόμο.
Πήγαμε σε μια πόλη, δεν ξέρω το όνομα της. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από νεκρούς πού ήταν όλοι κομματιασμένοι. Μας ανάγκασαν να βαδίζουμε επάνω τους. Για πολύν καιρό το έβλεπα αυτό στα όνειρα μου. Φτάσαμε σε ένα σημείο της ερήμου, ένα κοίλωμα μέσα στην άμμο με λό­φους γύρω γύρω. Υπήρχαν χιλιάδες από μας εκεί, πολλές πολλές χιλιάδες, όλο γυναίκες, κορίτσια και παιδιά.
 Μας χώρισαν όλους με τη βία μέσα στο κοίλωμα σαν πρόβατα. Ύστερα ήρθε το σκοτάδι και ακούσαμε πυροβολισμούς πού έπεφταν ολόγυρα. Είπαμε: «Άρχισαν να μας σκοτώνουν». Όλη νύχτα τους περιμέναμε η μητέρα μου κι εγώ, τους περιμέναμε να μας χτυπήσουν. Δεν ήρθαν όμως και το άλλο πρωί όταν είδαμε γύρω μας, κανένας δεν ήταν σκοτωμένος. Κανένας δεν είχε σκοτωθεί. Δεν μας σκότωναν. Είχαν ειδοποιήσει τις άγριες φυλές ότι είχαμε φτά­σει.
Οι Κούρδοι ήρθαν αργότερα, το πρωί, μόλις ξημέρωσε. Οι Κούρδοι και πολλοί άλλοι παράξενοι άνθρωποι από την έρημο· ήρθαν πάνω απ' τους λόφους, κατέβηκαν απ' τ' άλογα τους και άρχισαν να μας σκοτώνουν. Όλη μέρα σκότωναν είμαστε, βλέπετε, τόσο πολλοί. Κανένας δεν μπορούσε να νομίσει ότι θ' αποτύχαινε το βόλι, διαρκώς σκοτώνανε. Εξακολούθησαν να σκοτώνουν όλη τη νύχτα και το πρωί-πρωί σκότωσαν τη μητέρα μου».
Η παράθεση της ανωτέρω διηγήσεως έγινε εδώ διότι αποτελεί με λίγα ζωντανά και πειστικά λόγια την σαφέ­στερη περιγραφή απ' όλες που έχουν δημοσιευτεί οπουδήποτε για τον χαρακτήρα των Τουρκικών «εκτοπίσεων» των Αρμενίων. Όλα τα επίσημα στοιχεία και η μαρτυρία ενός πλήθους Αμερικανών, Γερμανών και άλλων αυτό­πτων μαρτύρων επιβεβαιώνουν την ακρίβεια της περιγραφής αυτής.
Μέσα στην έκθεση της Στρατιωτικής Αποστολής στην Αρμενία που είναι κοινώς γνωστή ως «Αποστολή Harbort» και πού δημοσιεύθηκε απ' την Αμερικανική Εταιρία Διεθνούς συμφιλιώσεως τον Ιούνιο του 1920, μπορεί να βρει κανείς την εξής περικοπή:
«Εν τω μεταξύ οργανώθηκαν επίσημες σφαγές των Αρμενίων που διατάσσονταν κάθε λίγα χρόνια αφότου ο Αβδούλ Χαμίτ ανέβηκε στο θρόνο. Στα 1895 εξοντώθηκαν εκατό χιλιάδες. Στα 1908 στο Βαν και στα 1909 στα Άδανα και σε άλλα μέρη της Κιλικίας φονεύθηκαν πάνω από τριάντα χιλιάδες. Η τελευταία και μεγαλύτερη απ' όλες αυτές τις τραγωδίες έλαβε χώρα στα 1915. Σφαγές και εκτοπίσεις είχαν οργανωθεί την άνοιξη του 1915 βάσει ενός καθορισμένου σχεδίου.
Οι στρατιώτες πήγαιναν από πόλη σε πόλη. Στην αρχή συγκεντρώνονταν σε κάθε χω­ριό οι νέοι στο Διοικητήριο και υστέρα τους οδηγούσαν έξω απ' τα χωριά σε πορεία και τους σκότωναν. Οι γυναί­κες, οι γέροι και τα παιδιά εκτοπίζονταν υστέρα από λίγες μέρες στις «Αγροτικές Αποικίες», όπως τις ονόμασε ο Ταλαάτ Πασάς, δηλ. απ' τα υψηλά οροπέδια της Αρμενίας πού σαρώνονται διαρκώς από τον άνεμο στις ελονοσιακές πεδιάδες του Ευφράτη και τις φλογερές αμμώδεις έρημους της Αραβίας και Συρίας.
 Οι νεκροί απ' την ολο­κληρωτική αυτή γενοκτονία υπολογίζονται από πεντακόσιες χιλιάδες μέχρι ένα εκατομμύριο, και ο πραγματικός αριθμός ανέρχεται σε οκτακόσιες χιλιάδες περίπου.
Αναγκασμένοι να βαδίζουν πεζή κάτω από ένα καυτερό ήλιο, απογυμνωμένοι απ' τα ρούχα τους και άλλα ασήμαντα είδη που είχαν μαζί τους, λογχιζόμενοι με τις μπαγιονέτες όταν βραδυπορούσαν και αποδεκατιζόμενοι από την πείνα, τον τύφο και την δυσεντερία, άφηναν χιλιάδες νεκρούς στην άκρη του δρόμου κλπ. κλπ.».
Έχω στην κατοχή μου και μιαν άλλη έκθεση ενός αξιόπιστου Ευρωπαίου που υπήρξε μάρτυρας της κατα­στροφής των Αρμενίων στο Χαλέπι και άλλου, η οποία δίνει λεπτομέρειες παρόμοιες με κείνες πού περιέχονται στο υπόμνημα του κ. Geddesαλλ' αποφεύγω να τις παραθέσω εδώ, φοβούμενος μήπως κουράσω τους αναγνώ­στες. Έχοντας υπ' όψη τη δυσκολία να προσκομίσει κανείς την μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων και επειδή η παρα­πάνω έκθεση δεν έχει δημοσιευθεί ως τώρα, είναι ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο.
Έχουν πάντως λεχθεί αρκε­τά ώστε να πεισθεί ο αναγνώστης ότι η εξόντωση των Χριστιανών της Τουρκίας ήταν μια οργανωμένη σφαγή, που διενεργήθηκε σε μεγάλη κλίμακα και είχε ετοιμαστεί εντελώς προτού να σταλούν οι Έλληνες στη Σμύρνη. Τη σφαγή αυτή την είδαμε να «τίθεται εις ενέργειαν» την εποχή του Αβδούλ Χαμίτ, του «σφαγέως», την είδαμε ν' α­ναπτύσσεται πλήρως και να οργανώνεται καλύτερα όταν ήταν στην εξουσία ο Ταλαάτ και ο Εμβέρ, οι πολιτικοί του «Συντάγματος»· θα την παρακολουθήσουμε να διεξάγεται μέχρι της τρομερής αποπερατώσεώς της απ' τον Μουσταφά Κεμάλ τον «George Washington» της Τουρκίας.
Το μέρος αυτό της διηγήσεως μου δεν θα ήταν πλήρες, αν αποσιωπούσα τη συστηματική εξόντωση και τον κορεσμό των ποιο ταπεινότερων παθών του ανθρώπου ή του κτήνους που χαρακτηρίζει τις σφαγές των Τούρκων εις βάρος των Ελλήνων και Αρμενίων του Πόντου.
Έχουν δοθεί κατά καιρούς περιγραφές σχετικά με τη συγκέ­ντρωση ομάδων των αξιοθρήνητων αυτών ανθρώπων σε διάφορα σημεία των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, όπου είχαν φτάσει ύστερα από μακρές οδοιπορίες και απερίγραπτες ταλαιπωρίες και σχετικά με τη βοήθεια που τους δόθηκε από Αμερικανικές Οργανώσεις.
Συχνά αξιωματούχοι των οργανώσεων αυτών ή Αμερικανοί ιεραπόστολοι έβγαλαν κραυγές διαμαρτυρίας οι οποίες προς στιγμήν προκάλεσαν αισθήματα εκπλήξεως στις διάνοιες του Αμε­ρικάνικου λαού ή πέρασαν απαρατήρητες.
Εν τούτοις η συστηματική σφαγή, οι εκτοπίσεις, οι λεηλασίες και οι βιασμοί που διαπράχθηκαν ανάμεσα στους Χριστιανούς της κάποτε ευημερούσης περιοχής του Πόντου, είναι μια απ' τις πιο ειδεχθείς και σκοτεινές σελίδες και της Τουρκικής ακόμα ιστορίας. Οι ακμάζουσες κοινότητες Αμάσειας, Καισαρείας, Τραπεζούντος, Χαλδείας, Ροδοπόλεως και Κολωνίας, πού ήταν επί πολλούς αιώνες κέντρα Ελλη­νικού πολιτισμού εξοντώθηκαν κυριολεκτικά με μια διαρκή εκστρατεία σφαγών, απαγχονισμών, εκτοπίσεων, ε­μπρησμών και βιασμών.
Τα θύματα ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδων, και ανεβάζουν τον ολικό αριθμό των εξοντωθέντων Αρμενίων και Ελλήνων σε ολόκληρη την παλαιά Ρωμαϊκή Επαρχία της Ασίας στον συνολικό αριθ­μό του ενός εκατομμυρίου και πεντακοσίων χιλιάδων. Έτσι δημιουργήθηκε η «αναγεννημένη» Τουρκία που συ­γκρίθηκε σε μερικά μέρη του κόσμου με την Ελβετία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

GEORGE HORTON 
 Προξένου και Γενικού Προξένου των Ηνωμ. Πολιτειών
 στην Εγγύς Ανατολή επί τριάντα χρόνια.