Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Φεβρωνία & Μαγδαληνή

Ήταν μια χειμωνιάτι­κη βραδιά, το Δεκέμβριο του 1984.  Ήρθε η μητέρα μου στο πατρικό και μου είπε:
-Παύλε, ο θείος σου ο Ιωσήφ θέλει να σε δει. Με παρακάλεσε να σε ενημε­ρώσω.
Ιωσήφ Τσακιρίδης
Έκπληξη για μένα. Ο αδελφός του παππού μου, ο αντάρτης της οικογέ­νειας των «Τσαχούρ» (οι­κογένεια με τα τσακίρικα μάτια), έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι την οικογένεια τους, ήθελε να συζητήσου­με.
Είχαμε πάνω από πέντε χρόνια να επικοινωνήσουμε. Ο άνθρωπος που δεν θέλησε να καταταγεί στα τάγματα εργασίας (Αμελέ ταμπουρού) και διώχθηκε, θέλησε λίγο πριν φύγει για το «μεγάλο τα­ξίδι» να μου πει κάποια πράγματα για την πατρίδα, την εκκλησία, τον κρυμμένο θησαυρό, τους ανθρώπους που έζησαν μαζί, την επιθυμία του να επισκεφθεί τα μέρη εκείνα, έτσι για να μη ξεχαστούν.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ένα βραδινό, τον επισκέπτομαι στο σπίτι του. Ο Πεχλιβάνης (παλαιστής με κιουσπέκα) ο Γιοσήφ έλιωνε στην άκρη του κρεβατιού.
-Παύλε, θέλω να δίγω σε την ταυτότητα αυτή και μια φωτογραφία.
Τα παίρνω στα χέρια μου και διαβάζω: «Ταυτότητα Εθνικοφρόνων Ελλάδος»! και βλέπω τον Ιωσήφ στην φω­τογραφία με τις ζίπκες (ποντιακή ενδυμασία με βράκα).
Η έκπληξή μου μεγαλώνει, ο αντάρτης στα βουνά του Πό­ντου, ο αντάρτης που δεν υπέκυψε στη βουλγάρικη κατο­χή (1940 — 44), ο αδελφός του «Παλί ταη», του ανθρώπου που βοηθούσε τους αντάρτες στο Μπέλλες, εθνικόφρων!
-Θέλω να κρατήσα, αέτσ' για να μη χάται: (Θέλω να το κρατήσεις έτσι για να μη χαθεί). Και συνεχίζει.
-Σε κάλεσα να σου πω μια ιστορία (έναν μεσέλ), όπως χαρακτηριστικά τόνισε. Ήθελα πριν φύγω απ' αυτόν τον κόσμο να διηγηθώ μια ιστορία για δύο γυναίκες, που έσω­σαν τη ζωή μου και τη ζωή πολλών Ποντίων στη Σαμψού­ντα, τη Φεβρωνία και τη Μαγδαληνή.
Η διήγηση χειμαρρώδης, το πρόσωπο του κοκκίνησε, ενώ τα μάτια του έλαμπαν.
-Η Φεβρωνία έτον (ήταν) καλός άνθρωπος, σα τσιτσίας απάν (στα στήθη της επάνω) εμεγάλωσαν πολλά παιδία του Πόντου. Σην Σαμψούντα ούλ' (όλοι) εγνώριζαν την Φεβρωνίαν.
Η γαρή ατέ έτον παρεξηγημέντσα (η γυναίκα αυτή ήταν παρεξηγημένη) από τους δήθεν νοικοκυραίους, βοηθούσε εκείνη την εποχή τη νεολαία και όλους αυτούς, που δεν έβρισκαν καταφύγιο, στο σπίτι τους. Τη γνώρισα όταν ήμουν δεκαεπτά χρόνων.
Εκεί έμαθα για μια άλλη ζωή, εκεί κατάλαβα πως ήμουν άντρας. Πολλές φορές τη βοήθησα οικονομικά. Αρκετά βράδυα κοιμήθηκα στην αγκαλιά της, όταν με κυνηγούσαν τα τούρκικα τάγματα, γιατί δεν πήγα να υπηρετήσω τα αμελέ ταμπουρού.
Όταν πλέον η κατάσταση με τις σφαγές ήταν ανεξέ­λεγκτη, όταν πλέον έχασα τα πέντε από τα εννέα αδέλφια μου και τους δύο γονείς μου, αποφασίσαμε τα τρία αδέλ­φια, ο Παύλος, ο Σάββας, η Μάρθα και εγώ να φύγουμε στην Ελλάδα.
Πίσω αφήναμε όλη την περιουσία μας, τις εικόνες, τα κόκαλα των προγόνων μας. Εγώ ήμουν επι­κηρυγμένος. Δεν μπορούσα να ανέβω στο πλοίο. Όλη η οικογένεια κατέβηκε στο λιμάνι της Σαμψούντας τον Οκτώβριο του 1922, αφού αποχαιρέτησαν το Κιουμούς Μετέν και τη Μερζιφούντα. Ήμασταν από τους πρώτους που φεύγαμε.
Επισκέφθηκα τη Φεβρωνία και κοιμήθηκα το τελευταίο βράδυ μαζί της. Την επομένη με έντυ­σε γυναίκα και πήγαμε στην παραλία για να προσπαθήσουμε να ανέβω στο πλοίο.
Αυτή τη δουλειά η Φεβρωνία, το τελευταίο χρονικό διάστημα, την έκανε συχνά. Στο πλοίο, στη σκάλα, στεκόταν Τούρκος στρατι­ώτης και έλεγχε τα χαρτιά. Με κοιτάζει με πολλή προσο­χή, βλέπει τα χέρια μου, δεν πρόσεξα να τα σκεπάσω και στα τουρκικά λέει στη Φεβρωνία «Μπου γκοτζά ντουρ: (άντρας είναι!)»
Η Φεβρωνία βάζει το χέρι στην τσέπη της, γεμίζει τη χούφτα με τούρκικες χρυσές λίρες και τη στιγμή που δίνει ένα ζεστό φιλί στον Τούρκο στρατιώτη, ρίχνει στην τσέπη του τις λίρες. «Ευχαριστώ» της λέει και με αφήνει να ανέβω στο αμερικάνικο πλοίο. Ανακουφί­στηκα τότε. Και μόνο όταν το πλοίο μάζευε την άγκυρα, βγήκα στην κουπαστή και χαιρέτησα τη γυναίκα που ποτέ μέχρι σήμερα δεν συνάντησα.
Το μυαλό μου φτερούγι­σε στις ωραίες στιγμές που πέρασα μαζί της. Δεν ξέχασα ποτέ το μελαχρινό — μελαγχολικό της πρόσωπο. Κανείς δεν ήξερε από πού καταγόταν. Ήταν ένας άγγελος γι' αυ­τούς που περνούσαν από την αγκαλιά της.
Το πλοίο, μόλις βγήκε από το λιμάνι, άρχισαν να σφυ­ρίζουν οι σειρήνες, ο καπετάνιος σταμάτησε τις μηχανές, η αστυνομία της Σαμψούντας έκανε έλεγχο, ένας αντάρ­της βρισκόταν στο πλοίο. Ο Τούρκος στρατιώτης πρό­δωσε. Τότε κατάλαβα ότι όλα είχαν τελειώσει. Το κεφάλι μου πήγε να σπάσει. Οι αστυνομικοί ανέβηκαν στο πλοίο να κάνουν έλεγχο.
Μια έγκυος γυναίκα, με τα τρία μικρά παιδιά της, με φωνάζει «Έλα αδάκα, ξάπλωσον σο πάτωμα». (Ελα εδώ και ξάπλωσε στο πάτωμα).
Γίνομαι ένα κουβάρι και ξαπλώνω στο κατάστρωμα. Έρχεται και κάθεται επάνω μου, με σκεπάζει με το μεγά­λο ριχτό ρούχο της και γύρω της μαζεύει τα τρία μικρά παιδιά της και τους τρεις μποξάδες της. Δεν μπορώ να αναπνεύσω, πάω να σκάσω, όμως δεν μπορούσα να κάνω κάτι το διαφορετικό.
Κινδύνευε η ζωή μιας γυναίκας και των παιδιών της για μένα που δεν τη γνώριζα. Μετά έμα­θα ότι τον άντρα της τον κρέμασαν στην κεντρική πλα­τεία της Αμάσειας στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, εκείνη την θλιβερή μέρα που κρέμασαν 217 παλικάρια του Πόντου. Μαγδαληνή την έλεγαν κι είχε το όνομα της μάνας μου.
Μια ώρα κράτησε το μαρτύριο αυτό. Δεν βρήκαν τίποτε οι τσέτες και το πλοίο έφυγε. Έτσι φτάσαμε στον Πειραιά, μετά στην Κέρκυρα και καταλήξαμε στη Θεσσαλονίκη. Έτσι σώθηκα!
Με τα αδέλφια μου, που έφυγαν με άλλο πλοίο, συ­ναντηθήκαμε τον Γενάρη του 1923 και δουλεύαμε στις οικοδομές, κουβαλώντας ντενεκέδες τσιμέντο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό.
 Τον Ιούνιο οι Μετετζίδες ανε­βήκαμε σε έναν καρβουνιάρη (τρένο φορτωμένο κάρβου­νο), σε ανοιχτά βαγόνια και ξεκινήσαμε για τις Σέρρες. Όταν φτάσαμε στο σταθμό του Χατζή Μπεηλίκ, αντικρί­σαμε το Μπέλλες.
 Η περιοχή έμοιαζε με το χωριό μας, στον Πόντο. Εκεί κατεβήκαμε και ανηφορίσαμε για να κατασκηνώσουμε στους πρόποδες του βουνού στα παλιά πλινθόκτιστα σπίτια.
Σε κάποια γιορτή δώσαμε το όνομα «Βυρώνεια» στο χωριό για κάποιον ποιητή, όπως είπαν  γραμματιζούμε­νοι. Ξέρω ότι γράφεις γι' αυτούς τους ανθρώπους. Γράψον έναν μεσέλ για ατά τα γαρίδας, γράψον για την μάναν. (Γράψε ένα παραμύθι γι αυτές τις γυναίκες, γράψε για την Πόντια μάνα).
Τον επόμενο χρόνο ο Ιωσήφ πέθανε. Πέρασαν 24 χρόνια, δεν ξέχασα την υποχρέωσή μου αυτή. Το ταξίδι μου στον Πόντο το καλοκαίρι, έφερε παλιές αναμνήσεις να ξαναζωντανεύουν εικόνες από τη ζωή τους στις αλη­σμόνητες πατρίδες. 
Το διήγημα αυτό το αφιερώνω στην ποντιακή ψυχή της Γυναίκας Φεβρωνίας και της Πόντιας Μάνας Μαγδαληνής.

Παύλος Τσακιρίδης
Διευθυντής 4ου ΓΕΛ Σερρών