Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ(Ευθυμιου Σισμανίδη)

Γεννήθηκα στο χωριό Κάθεν Φτελέν στις 20 Ιανουαρίου 1909. Πατέρας μου ήταν ο Μιχαήλ Χριστόφορου Σισμανίδης από την ενορία Ζουρνατσάντων και μητέρα μου η Σοφία, το γένος Απόστολου Αποστολίδη, από την ενορία Ντεμιρτσάντων ή Ουζ, που βρισκόταν στα Β.Α έξω από τα όρια της Σάντας και απείχε τρεις ώρες από το Κάθεν Φτελέν.
Είχαν παντρευτεί το 1904. 0 πατέρας μου ήταν τότε δεκαεννιά χρονών και η μητέρα μου δεκαπέντε. Πριν από μένα είχαν γεννηθεί η Ελένη το 1906 και η Μαρία το 1907. 0 πατέρας ήταν τσαγκάρης. Επειδή όμως οι δουλειές είχαν κόψει, μετά τη γέννηση μου αναγκάστηκε να φύγει μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γιώργο και Χαράλαμπο για τη Ρωσία, όπου έπιασε δουλειά, σαν κτίστης μαζί με άλλους συγχωριανούς μας στις πόλεις Σαρίκαμις και Σουχούμ.
0 θείος Χαράλαμπος προσλήφτηκε σαν εργολήπτης δημόσιων έργων σε συνεργασία με Ρώσους και Γερμανούς μηχανικούς και πήρε κοντά του τον πατέρα και το θείο Γιώργο.
Η μητέρα ήθελε να με βαφτίσουν Δημήτρη, ο πάπα-Μιχαήλ Λαμπριανίδης όμως, επέβαλε το όνομα Ευθύμιος, που δεν υπήρχε στην οικογένεια μας, με το αιτιολογικό ότι γεννήθηκα με το όνομα του αγίου. Με βάφτισε η ξαδέλφη του πατέρα Ελπίδα Αποστόλου Σπυριδόπουλου. Για πέντε χρόνια με φώναζαν Δημήτρη. Όταν όμως το χειμώνα του 1914 ο πατέρας γύρισε για λίγο στο χωριό, είπε στη μητέρα να με λέει πια Ευθύμιο. Αλλά η μητέρα δεν μπο­ρούσε να ξεχάσει ότι ο ιερέας επενέβη στα οικογενειακά μας και πάντο­τε το έλεγε.
Στεναχωριόμασταν που ο πατέρας δεν ερχόταν συχνά να μας δει, αφού η σταθερή δουλειά του στα δημόσια έργα μαζί με τ' αδέλφια του δεν του το επέτρεπε. Οι περισσότεροι πήγαιναν στις αρχές του καλοκαιριού στη Ρωσία και ξαναγύριζαν το φθινόπωρο. Κι έτσι όταν τα φύλλα των σφενταμόδεντρων στροβιλίζονταν στον αέρα και έπεφταν, ήταν σημάδι πως είχε έρθει το φθινόπωρο και θα γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τότε οι γυναίκες άρχιζαν το τραγούδι:
Σφεντάμ' εσαριλάεψες, εξήγουσαν τα φύλλα σ'
απ' έναν έναν έρχουνταν του μοθοπωρού τα μήνας
δηλαδή:
Σφεντάμι ξάνθυνες, έπεσαν τα φύλλα σου
ένας ένας έρχονται του φθινοπώρου οι μήνες.
Υπήρχε και η εξής παραλλαγή:
Σφεντάμ' για σαριλάεψον και ας ξήγουνταν τα φύλλα σ' ,
και φέρεν το μοθόπωρον τα νόστιμα τα μήνας
σφεντάμ' εσαριλάγεψες
'ς σ' από σκαλί μ' την άκραν
εγώ έκλαιγα κι εσύ έστεκες κι εσπόγγιζες τα δάκρυα μ'.
Το πρώτο γεγονός που θυμάμαι από τη ζωή μου είναι η ταφή του προπάππου Δημήτρη. 0 προπάππος λεγόταν και ληκοπάππος, γιατί είχε λήξει η θητεία του σαν παππούς. Ήμουν τριών χρονών. Η μητέρα με είχε στην πλάτη της και επειδή το κεφάλι της με εμπόδιζε να δω, έσκυβα στο πλάι. Άνοι­ξαν τον οικογενειακό μας τάφο για να βγάλουν κάποιον θαμμένο παλιότερα και να βάλουν τον προπάππο μου. 0 προηγούμενος νεκρός ήταν γυναίκα και στο κρανίο διατηρούνταν ακόμα τα καστανόξανθα μαλλιά της.
Ύστερα από λίγο καιρό ο Θεόφιλος Καϊτελίδης, σύζυγος της θείας Κυριακής, που εργαζόταν στον Καύκασο, της έγραψε να πάει κοντά του και η μητέρα την ξεπροβόδισε.
Στη δυτική πλευρά του σπιτιού του παππού υπήρχε πηλός. Ήμουν τώρα τεσσάρων χρονών. Ήταν άνοιξη και ο πηλός διύλιζε το νερό από το λιώσιμο του χιονιού. Κάθισα κάτω και άρχισα να φτιάχνω με τον πηλό διώροφα σπιτάκια. Μου άρεσε τόσο πολύ το καινούργιο μου παιχνίδι που με απασχολούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ. 0 παππούς ερχόταν κοντά μου, κοίταζε τα σπιτάκια, με παρακολουθούσε να τα φτιάχνω και έφευγε αθόρυβα.
Χαιρόμουν τη φύση και το πράσινο, αγαπούσα τα λουλούδια και τα δέντρα και μια μέρα έφτιαξα με τον πηλό μια φαρδιά ρηχή γλάστρα. Έπειτα έσκαψα στην άκρη του κήπου, εκεί που η γιαγιά μου φύτευε πατάτες, έκανα λακκούβα, τοποθέτησα τη γλάστρα ώστε να φτάνει μέχρι την επιφάνεια του εδάφους, γέμισα γύρω γύρω το κενό με χώμα και τη γλάστρα με νερό και κάνοντας μια στρογγυλή πλάκα πάλι από πηλό με μια τρύπα στη μέση σκέπασα τη γλάστρα.
Σαντα (Απο των Ζουρνατσάντων)
Ύστερα έκοψα ένα ανθισμένο κλαδί αχλαδιάς το έβαλα μέσα στη γλάστρα και ενθουσιασμένος έμεινα να το κοιτάζω. Μια μέρα έφτιαξα με τον πηλό ένα αγαλματάκι. Είχε ύψος δέκα εκατοστά και παρίστανε ένα αγόρι. Όταν με είδε η μητέρα μου να το κρατάω, το πήρε και πήγε να το δείξει στον παππού, τη γιαγιά και τις δυο συννυφάδες της. Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι, έκαναν ένα κύκλο και το περιεργάζονταν.
Η περίοδος αυτή της ζωής μου ήταν η πιο ευτυχισμένη. Όλα ήταν ήσυχα, γαλήνια και ειρηνικά. Οι μέρες περνούσαν ξέγνοιαστα η μια μετά την άλλη, χωρίς να τις μετράμε. Ένα πρωί ξεκινήσαμε με τη μητέρα και τη θεία Σοφία για να επισκεφτούμε τη γιαγιά Σόνια Αποστολίδου, στο παρχάρι του Ντεμιρτσάντων.
Περνώντας από τα Δώδεκα Ελάτια, πήγαμε στο σπίτι του πάπα-Μιχαήλ Λαμπριανίδη για να ξαποστάσουμε. Ήταν στο πάνω μέρος του χωριού και έκανε αμέσως εντύπωση στον περαστικό με τις άσπρες λαξεμένες πέτρες του, που ο αρμοί τους σχεδόν δεν διακρίνονταν. Χάρηκαν που μας είδαν και η παπαδιά μας ετοίμασε ένα πρόχειρο γεύμα με γάλα και τηγανητά αυγά.
Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στο σπίτι τους και περιεργαζόμουν τα πάντα γύρω μου με μεγάλη περιέργεια. Θυμάμαι ακόμη τον πάπα-Μιχαήλ, νέο στην ηλικία, ψηλό, ροδοκόκκινο και αυστηρό με ωραία φυσιογνωμία.
Στο μεταξύ, ο πατέρας με τ' αδέλφια του πήγε από τη Ρωσία στην Περσία, όπου υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες για δουλειά. Εκεί ο θείος Χαράλαμπος γνωρίστηκε με το Σάχη που του ανέθεσε τα δημόσια έργα.
Έμαθε όμως πως ο μεγάλος του ο γιος ο Γιώργος, που ήθελε να τον σπουδάσει και να τον πάρει κοντά του στη δουλειά, είχε συνδεθεί με την κόρη του Παντελή Κοπαλίδη, Σοφία Ήρθε αμέσως στο χωριό για να τον πείσει να ξεχάσει τη Σοφία και ν' αφοσιωθεί στα μαθήματα του. Θυμάμαι έντονα το γλέντι που έγινε στο σπίτι του παππού. Είχαν πιαστεί όλοι από τα χέρια και χόρευαν γύρω από την θερμάστρα. Τα πρόσωπα τους έλαμπαν από χαρά και τα γέλια τους αντηχούσαν σ' όλο το σπίτι. Η γιαγιά κλωτσούσε ελαφρά τη θερμάστρα και το δυνατό γέλιο του θείου Χαράλαμπου έδινε κέφι σε όλους.
Έμεινε μια βδομάδα. 0 γιος του, του υποσχέθηκε πως θα ακολουθήσει τις συμβουλές του και η γυναίκα του, του είπε να μείνει ήσυχος, θα αναλάμβανε εκείνη να προσέχει το Γιώργο. Έφυγε με την πεποίθηση ότι οι επιθυμίες του θα πραγματοποιούνταν. Μα δεν πέρασε πολύς καιρός και-η θεια Ευθυμία πάντρεψε το Γιώργο με τη Σοφία. Αυτό επηρέασε τις σχέσεις της με το θείο. Όμως κάτι πολύ χειρότερο έμελλε να ακολουθήσει.
Σε λίγους μήνες η θεία γέννησε εξώγαμο και με το θείο και εραστή της Τεδιαξή το στραγγάλισαν και το έθαψαν στο περιβόλι της. Το σκάνδαλο μαθεύτηκε σε όλη τη Σάντα. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο και το χωριό αναστατώθηκε. Όρμησαν στο σπίτι της, την περιτριγύρισαν και άρχισαν να την φτύνουν.
Έμεινα αποσβολωμένος να τους κοιτάζω. Τα μάτια μου πρώτη φορά αντίκριζαν αυτό το θέαμα. Καταλάβαινα πως είχε κάνει κάτι κακό, μα τη λυπήθηκα πολύ βλέποντας την έτσι ανυπεράσπιστη μέσα στο πλήθος των συγγενών και των φίλων, που την τιμωρούσαν τόσο σκληρά για το παράπτωμα της. 0 παππούς Χριστόφορος είδε το μελαγχολικό ύφος μου και για να με απομακρύνει, μου είπε να του φέρω ένα στέλεχος χόρτου για να καθαρίσει την πίπα του.
Χαμελέτε σον Γιάμπολη
Όταν του το πήγα, μου είπε να γυρίσω στο σπίτι. Υπάκουσα. Όμως αυτό που ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μου, δεν έφυγε για πολύ καιρό από το μυαλό μου. 0 θείος Χαράλαμπος, που το έμαθε, έγραψε στον παππού και στους άλλους συγγενείς μας να ρίξουν στο σπίτι του πετρέλαιο και να το κάψουν. Εκείνος δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια στο χωριό και για να παρηγορήσει τη μητέρα του, της έστειλε να βλέπει τη φωτογραφία του.
Τον επόμενο χρόνο ο πατέρας έγραψε στη μητέρα να με στείλει σχολείο. Εκείνη του απάντησε ότι ήμουν μικρός για το σχολείο. 0 πατέρας όμως έγραψε ότι δεν πείραζε που ήμουν μικρός. Έτσι η μητέρα με πήρε και πήγαμε να με γράψει. Διδάσκονταν τότε ελληνικά, τούρκικα και ρώσικα. Όμως δεν αγάπησα το σχολείο και δεν έφταιγα εγώ γι'αυτό. 0 δάσκαλος, που λεγόταν Μιχαήλ, ήταν πολύ αυστηρός. Τον έβλεπα που χτυπούσε τα άλλα παιδιά και φοβόμουν. Έβλεπα έξω τους συνομήλικους μου να παίζουν και ήθελα να πάω κοντά τους. 0 περιορισμός μου στο σχολείο με στεναχωρούσε.
Μα ύστερα από λίγο καιρό ο Μιχαήλ έφυγε και ήρθε ένας καινούργιος δάσκαλος από τα Δώδεκα Ελάτια, ο Φωκίων, που με την καλοσύνη και την υπομονή του μου έκανε ν' αγαπήσω τα γράμματα. Όμως με την κήρυξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου τον επιστράτευσαν και ανέλαβαν να μας κάνουν μάθημα οι μεγάλοι μαθητές. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Νίκος Παντελή Κοπαλίδης.
Εκείνες τις μέρες κάλεσαν από έναν κοντινό οικισμό τον παππού να τους χτίσει μια πέτρινη γέφυρα, για να ενωθούν με το δημόσιο δρόμο .Όταν τελείωσε, τον πλήρωσαν και για να του δείξουν την ευχαρίστηση τους, του ζήτησαν να πάει μια μέρα με την οικογένεια του για να του κάνουν το τραπέζι, πήρε μόνο εμάς τα εγγόνια του και τις αγελάδες για να βοσκήσουν και πήγαμε. Μας πρόσφεραν νόστιμες πέστροφες που είχαν ψαρέψει από το ποτάμι.
Εκείνη τη χρονιά (1914), πολλοί γονείς πλήρωσαν στις στρατιωτικές αρχές πενήντα χρυσές λίρες, για να εξαγοράσουν τη θητεία των παιδιών τους. Οι Τούρκοι όμως έρχονταν και έπαιρναν τον ένα μετά τον άλλο στρατιώτες. Αυτό προκάλεσε μεγάλη αγανάκτηση και ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί το αντάρτικο. Από τότε πολλοί κατέφυγαν σ' αυτό, τις περισσότερες φόρες για λόγους προσωπικής εκδίκησης, όπως ο Γιώργος Παντελή Πηλείδης από τη Ζουρνατσάντων.
Η γυναίκα του Ουρανία, αδελφή του καθηγητή του πανεπιστήμιου Τραπεζούντας Κοσμά Χιονίδη, είχε πάει μαζί με άλλες δύο γυναίκες να κόψουν ξύλα σε μακρινή απόσταση από τη Ζουρνατσάντων, όπου έμεναν, γιατί η δασική επιτροπή κάθε χωριού επισκεπτόταν τα δάση και σημάδευε τα δέντρα που κόβονταν, μετά διαιρούσε τον αριθμό τους με τον αριθμό των οικογενειών του χωριού κι έτσι η κάθε οικογένεια μπορούσε να κόψει ορισμένη ποσότητα ξύλων από τη γύρω περιοχή και όταν χρειάζονταν περισσότερα, έπρεπε να περπατήσουν ώρες δρόμο.
Τις είδαν μερικοί Τούρκοι και άρχισαν να τις πυροβολούν, οι άλλες δυο πρόλαβαν να ξεφύγουν. Η Ουρανία όμως τραυματίστηκε βαριά στην κοιλιά και έπεσε κάτω. Άρχισε να βρέχει και ο θόρυβος που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πάνω στα ξερά φύλλα την έκανε να νομίσει πως οι Τούρκοι έρχονταν να την πιάσουν.
Μη μπορώντας να σηκωθεί, άρχισε να σέρνεται για να ξεφύγει. Σερνόταν έτσι ώρες, ώσπου τη βρήκαν νεκρή με τα έντερα έξω, ο άντρας της Γιώργος για να εκδικηθεί το θάνατο της, έγινε αντάρτης
To 1914 γεννήθηκε και ο αδελφός μου ο Κώστας. Και ήρθε το 1915. Η χρονιά της μεγάλης σφαγής των Αρμενίων. Είχαν βέβαια προηγηθεί άλλες εικοσιοκτώ σφαγές. Το κυνηγητό τους από τους Τούρκους έφτασε μέχρι το χωριό μας.
Οι Αρμένιοι, για να γλυτώσουν, κρύβονταν στα δάση. Όμως οι Τούρκοι τους έβρισκαν και τους σκότωναν. Την ίδια τύχη είχαν και όσοι 'Έλληνες τους έκρυβαν ή τους βοηθούσαν με οποιοδήποτε, τρόπο. Ένα πρωινό η μητέρα είδε από το σπίτι μια οικογένεια Αρμενίων να κατευθύνεται στο ποτάμι, θέλησε να τους πάει λίγο ψωμί, αλλά εκείνη τη μέρα είχαν έρθει στο χωριό πολλοί Τούρκοι και φοβήθηκε. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα παιδιά δέθηκαν και έπεσαν στο ποτάμι να πνιγούν. Το μικρό κοριτσάκι τους όμως, που ήταν περίπου οκτώ χρονών το λυπήθηκαν και το άφησαν έξω. Όταν έπαψε να τους βλέπει, άρχισε να κλαίει να πηγαινοέρχεται πάνω στη γέφυρα. Ένας Τούρκος από το Ισχάν, που περνούσε από εκεί, το είδε και νομίζοντας πως ήταν κόρη του Συμεών και της Μάγδας Κοπαλίδου το πήγε στο σπίτι τους. Εκείνοι δεν είπαν τίποτα και το κράτησαν.
0 Τούρκος όμως έμαθε πως δεν είναι δικός τους και πήγε και το πήρε. Καθώς προχωρούσαμε λίγο έξω από το χωριό με την Ελένη Σπυριδόπουλου, σύζυγο του Σπύρου και την Κυριακή Σπυριδόπουλου, σύζυγο του Πολύχρονη, τον είδαμε πίσω από ένα θάμνο να το βιάζει.
Δρόμος για τη Σαντα
Ύστερα το πήγε πάλι στο Συμεών, Μετά από λίγες μέρες ήρθε στο χωριό μας.............και έμειναν στο ισόγειο του σχολείου που προοριζόταν για τον δάσκαλο. Έμαθαν όμως για το κοριτσάκι και ζήτησαν να το πάρουν μαζί τους. Η μητέρα του Συμεών τους το έδωσε και τους είπε να το βάλουν πάνω στο άλογο για να μην κουραστεί. Φεύγοντας το είχαν πράγματι πάνω στο άλογο. Από τότε δεν ξανακούσαμε γι'αυτό.
Μια μέρα έφεραν στο χωριό Αρμένιους για να τους εκτελέσουν. Είδα με τα μάτια μου τους Τούρκους στρατιώτες να ξεκοιλιάζουν τις έγκυες, να καρφώνουν τα βρέφη στις λόγχες τους, να τα βάζουν στο σημάδι και να τα πυροβολούν. Όλοι είχαμε παγώσει μπροστά σ'αυτό το θέαμα.
Ένας γέρος εκμεταλλευόμενος τη φασαρία έτρεξε να φύγει. Μα δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και έπεσε νεκρός από τις σφαίρες. Οι Τούρκοι τους σκότωσαν τελικά όλους. Μέχρι το 1920 υπήρχε λίγο έξω από το Αγρίδ ένας μεγάλος σωρός από κόκκαλα Αρμενίων.
Την ίδια χρονιά, ο πάπα-Μιχαήλ Λαμπριανίδης μετανάστευσε με την οικογένεια του στην Αμισό για μια καλύτερη ζωή, όπως άκουσα να λένε. Αντί όμως για μια καλύτερη ζωή, μάλλον βρήκαν το θάνατο στη σφαγή που έκαναν οι Τούρκοι στην Αμισό, γιατί παρά τις έντονες κατοπινές προσπάθειες μου, δεν κατόρθωσα να βρω
ίχνη του ίδιου ή των παιδιών του.
Τους πρώτους μήνες του 1916 ο πόλεμος άρχισε να πλησιάζει επικίνδυνα. Το μέτωπο επεκτεινόταν όλο και περισσότερο και οι μάχες ανάμεσα στους Ρώσους και τους Τούρκους γίνονταν σκληρότερες και αιματηρότερες.
Το Ρωσικό στρατηγείο, προβλέποντας τη συνέχεια και θέλοντας να προφυλάξει τον άμαχο πληθυσμό, αποφάσισε την εκκένωση της Σάντας. Γι'αυτό έστει­λε στρατιώτες στα χωριά για να πουν στους κατοίκους να κλειδώσουν τα πράγματα τους στις εκκλησίες και να φύγουν.
Πραγματικά, μετέφεραν ό­λοι τα πράγματα τους στις εκκλησίες και τα κλείδωσαν για να μη χαθούν Ύστερα διασκορπίστηκαν σε διάφορα χωριά έξω από τη Σάντα. Εμείς πή­γαμε στο χωριό της μητέρας μου, το Ντεμιρτσάντων.
Στο χωριό μας έμεινε μόνο ο παππούς, που ήταν προεστός και εκτελούσε και χρέη προέδρου, για να το φυλάει από τους Τούρκους, αλλά και να προσέχει τα μελίσσια του.
Η μεγάλη μάχη που ακολούθησε κράτησε τρείς μήνες και στην αρχή οι Ρώσοι υποχωρούσαν συνέχεια. Ύστερα όμως επιτέθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να χάσουν 250.000 άνδρες. Έτσι δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και υποχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας.
Με το τέλος των εχθροπραξιών οι κάτοικοι γύρισαν στα σπίτια τους. Πλησίαζε το Πάσχα. Οι Ρώσοι μπήκαν θριαμβευτικά στα χωριά και ο πληθυσμός τους υποδέχτηκε σαν ελευθερωτές. Όσο διάστημα έμειναν κοντά μας, μας φέρθηκαν άψογα.Τρελαίνονταν θυμάμαι για μέλι και μόλις είδαν τα μελίσσια του παππού, ετοιμάστηκαν να ορμήσουν. Όμως ο παππούς έτρεξε και τους είπε πως για να μην τα καταστρέψουν, όποτε ήθελαν θα τους έ­δινε ο ίδιος. Η Ανάσταση που μας έκανε ένας Ρώσος στρατιωτικός παπάς διατηρείται ακόμα στη μνήμη μου σαν μια από τις ωραιότερες που έχω ζήσει.
Δεν γύρισαν όμως όλοι στα σπίτια τους μετά την ήττα των Τούρκων. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός παρέμεινε στα παραλιακά χωριά του Εύξεινου. Και όταν το Σεπτέμβριο έφυγε ο Ρωσικός στρατός, πολλοί Σανταίοι αλλά και δεκάδες χιλιάδες από όλο τον Πόντο τον ακολούθησαν. Όσοι έμειναν, είχαν περισσότερη άνεση και ευρυχωρία. Μέχρι τότε οι διαπληκτισμοί ή­ταν συνηθισμένο φαινόμενο και η παραμικρή αφορμή μπορούσε να φέρει αντιμέτωπες δύο κοινότητες, όπως στην περίπτωση που τα γελάδια του κα­τοίκου μιας κοινότητας περνούσαν στα βοσκοτόπια της γειτονικής κοινό­τητας. Τότε εκείνη τα έκλεινε σε ένα ειδικό χώρο κοντά στο σχολείο κα ο ιδιοκτήτης τους έπρεπε να πληρώσει ένα χρηματικό ποσό για να τα πάρει πίσω.
Την ίδια χρονιά γύρισαν οριστικά από την Περσία ο πατέρας με το μεγαλύτερο αδελφό του Γιώργο και τον άκουσα να λέει στη μητέρα ότι ο μεσαίος αδελφός τους, ο Χαράλαμπος, τους συνόδεψε μέχρι την αποβάθρα που και έκλαψε για τον χωρισμό τους,
Μετά ατό λίγο καιρό ήρθαν από τη Ζουρνατσάντων ο Χρύσανθος και Θεόφιλος Σισμανίδης του Αβραάμ, αδελφού του παππού, μαζί με τον Κώστα Χιονίδη, εγγονό του Δημήτρη Σισμανίδη(Ηλία Χιονίδη), που είχε έρθει προ λίγο καιρό από τη Ρωσία. Εμείς τα μικρά, με την περιέργεια που διακρίνει όλα τα παιδιά, τον ρωτούσαμε συνέχεια για τη ζωή του στη Ρωσία.
Εκείνος υπομονετικός μας μάζευε γύρω του και μας διηγούταν πως το 19…. πήγε φαντάρος στο Ρωσικό στρατό και πώς λιποτάκτησε τρείς φορές από την πυροβολαρχία, όπου υπηρετούσε, χωρίς ποτέ οι Ρώσοι να τον τιμωρήσουν όταν τον έπιαναν, γιατί ήταν πολύ καλός σκοπευτής. Έμεινε αρκετό καιρό μαζί μας και βοήθησε το Χρύσανθο στο χτίσιμο του σπιτιού του.
Μια μέρα όμως, στις αρχές του 1917, μας αποχαιρέτησε και έφυγε. Όταν ύστερα από λίγο καιρό η Μαρία Σισμανίδου, αδελφή του Χρύσανθου και του Θεόφιλου γύρισε από την Τραπεζούντα, όπου είχε πάει για δουλειές, μας είπε ότι τον είχε δει στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου. Αργότερα μάθαμε πως γνωρίστηκε με κάτι αντάρτες που έφευγαν για τη Ρωσία, νοίκιασαν όλοι μαζί μια βενζινάκατο και ξεκίνησαν.
Κάποιος όμως τους πρόδωσε. Κι ενώ είχαν ξανοιχτεί, ένα τούρκικο περιπολικό σκάφος τους καταδίωξε και στα τριάντα μίλια από τη στεριά τους έφτασε. Τους συνέλαβαν και τους πήγαν στα Άδανα. Εκεί πέρασαν από δίκη και κρεμάστηκαν.
Την άνοιξη του 1917 ήρθε το κακό μαντάτο. Ο θείος Χαράλαμπος είχε πεθάνει στην Περσία από φυματίωση. Τότε ο μεγάλος αδελφός του Γιώργος πήρε το μεγάλο γιό του Γιώργο και πήγαν στην Περσία, για να επισκεφθούν τον τάφο του. Εκεί έμειναν έκθαμβοι. 0 τάφος του ήταν ολόκληρος από μάρμαρο και με τη διαθήκη του είχε αφήσει από είκοσι χιλιάδες ρούβλια στη γυναίκα του Ευθυμία και στον καθένα από τους γιους του Γιώργο και Στάθη. Όμως η Τράπεζα αρνήθηκε να δώσει το μερίδιο του Στάθη, γιατί ήταν ανήλικος. Πήραν τα άλλα δύο μερίδια και γύρισαν στο χωριό.
Το καλοκαίρι του 1917 η αδελφή μου Ελένη κι εγώ, η οικογένεια του Αβραάμ Σισμανίδη, αδελφού του παππού, η οικογένεια του Χαράλαμπου Σισμανίδη, γιου του αόμματου και η οικογένεια του Σπύρου Καϊτελίδη με τη μητέρα του Ευθυμία πήγαμε για διακοπές στο Κάθεν Γαράκοτηλ.
Οι κάτοικοι είχαν φύγει με την εκκένωση της Σάντας και δεν είχαν ξαναγυρίσει. Το χωριό είχε απομείνει έρημο. Μαζί με τους άλλους συγγενείς, πήγαινα τις αγελάδες να βοσκήσουν. Για να βρούμε καθαρό χόρτο, πηγαίναμε αρκετά μακριά σε απάτητα λιβάδια. Οι αγελάδες μεγάλωναν και στρογγύλευαν. Η μη­τέρα ερχόταν κάπου-κάπου για να φέρει τρόφιμα και να πάρει γαλακτερά. Τότε την παρακαλούσα και μου έφτιαχνε με το ανθόγαλα το αγαπημένο μου χαβίτσι.
Μια μέρα, με το Χριστόφορο Σισμανίδη, γιό του Χαράλαμπου, μα­ζέψαμε πέτρες και στρωθήκαμε να φτιάξουμε μια γέφυρα πάνω από το χαντάκι που περνούσε μπροστά από τα σπίτια μας, που ήταν το ένα κοντά στο άλλο. Φτιάξαμε λάσπη και χρησιμοποιώντας τις παλάμες μας για μυστριά αρχίσαμε να χτίζουμε, εκείνος από το αριστερό μέρος κι εγώ από το δεξί.
Όταν κοντεύαμε στο κέντρο, όπου θα γινόταν το τόξο, βάλαμε τα αριστερά μας χέρια από κάτω για να συγκρατήσουμε τις πέτρες, ώσπου τοποθετήσαμε και τις τελευταίες. Ύστερα το χτίσαμε λίγο από πάνω με λάσπη και το μικρό μας γεφύρι ήταν έτοιμο.
Μείναμε αρκετή ώρα να το θαυμάζουμε, γεμάτη περηφάνια. Ποιά ήταν όμως η έκπληξη μας, όταν την άλλη μέρα είδαμε πάνω του το αποτύπωμα του ποδιού μιας αγελάδας, χωρίς το ίδιο να πάθει τίποτα·

Ενθυμησεις  απο  την  Σαντα
Ευθυμιου Μ. Σισμανίδη


Santeos