Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Η πολιτεία της φτώχειας και του ονείρου

Παραπήγματα κατάμεστα από πρόσφυγες, τσαντήρια, παράγκες, καλαμοκάλυβα, κόσμος που πάει κι έρχεται στην Καλαμαριά για λίγο και ξεχύνεται μετά σε άλλους δρόμους της Μα­κεδονίας.
Είναι το έτος 1923. Καράβια που όλο ξεφορτώ­νουν, κι ακολουθεί η οδυνηρή καραντίνα. Όλα πρό­χειρα, βιαστικά. Μια θύελλα από δυστυχία πλάκωσε βαριά. Μιλιούνια αλαφιασμένοι οι πρόσφυγες. Έρ­χονται και φεύγουν. Αυτό είναι το πρώτο προσφυγι­κό τοπίο της Καλαμαριάς.
Σιγά σιγά καταλάγιασε το πράμα. Ξεκαθάρισε ο πληθυσμός της. Αυτός που θα ριζώσει εδώ και θα ταυτίσει τη μοίρα του με αυτόν τον μαυρισμένο τόπο.
Το ξεροτόπι που το χτυπά ο βοριάς μανια­σμένα. Οι μισοί άφησαν κιόλας τα κόκκαλα τους εδώ, αφού δεν άντεξαν την τρομερή συμφορά και τις κακουχίες μιας ατέρμονης οδοιπορίας, ώσπου να πατήσουν σε χώμα ελληνικό.

Στα νότια της Καλαμαριάς, ήδη το 1926, ζουν μόνιμα 449 οικογένειες. Και στο κέντρο της 8.000 ψυχέςΑυτός είναι και ο πυρήνας της γα­λήνιας συνοικίας.
 Μικρόσπιτα στη σειρά και λίγα διώροφα φυτρώνουν κατά καιρούς, με τη φροντίδα της Πρόνοιας, της «Τέκτων», της Επιτροπής Απο­κατάστασης Προσφύγων, και λίγα κατασκευασμένα ξύλινα σπίτια, τα Γερμανικά.
Η Πρόνοια έχτισε το 1925 - 1927 διώροφες δίδυμες κατοικίες τεσσάρων οικογενειών. Στα Γερμανικά στήθηκαν ξύλινα προ­κατασκευασμένα σπίτια το 1927. Η εταιρεία «Τέκτων» έχτισε μικρές μονοκατοικίες το 1929 - 1930. Μονοκατοικίες έχτισε και η Επιτροπή Αποκατάστα­σης Προσφύγων το 1930 - 1931.
Η Πρόνοια έχτισε και το 1935 - 1938 μονώροφες κατοικίες στη σει­ρά. (Νίκος Καλογήρου: «Ο προσφυγικός εποικισμός στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης - Το παράδειγμα της Καλαμαριάς», έκδοση: Δήμος Θεσσαλονίκης, 1986).
Οι πιο γνωστοί μικρότεροι συνοικισμοί, που απο­τελούν την Καλαμαριά έως τις παραμονές του β' παγκοσμίου πολέμου (1939 - 1940), είναι: το Καραμπουρνάκι, η Αρετσού, η Νέα Κρήνη, το Βυζάντιο και ο συνοικισμός Βότση.
Μια αποτραβηγμένη πολιτεία, το προσφυγικό γκέτο, η σκόπιμη κρατική επιλογή, για να μην διατα­ραχθεί η κανονική ζωή της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, αυτό το προσφυγομάνι, που ο σπόρος του, όπου κι αν βρεθεί, γεννά προκοπή και δημιουργία, γρήγορα και εδώ θα ομορφύνει τον τόπο και θα φουντώσουν στα κηπάρια της περιοχής λεβάντες, βασιλικά και βιόλες.
 Όπως αναφέρει ο Β. Βουγιούκας σε άρθρο του στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 21 Αυγού­στου 1991, με την πάροδο του χρόνου, οι παράγκες χάθηκαν. Στη θέση τους χτίστηκαν μικρά προσφυ­γικά σπίτια. Όλα είχαν τους μπαξέδες τους, με διάφορα  οπωροφόρα δέντρα, λαχανικά και κάθε λογής λουλούδια. Δικαιολογημένα ονόμασαν, τότε, την Καλαμαριά «Ανθούπολη».
Ο Καλαμαριώτης λογοτέχνης Σίμος Λιανίδης έγραψε για εκείνη την περίοδο της Καλαμαριάς τους παρακάτω στίχους:
 Ήρθε καιρός ανθοφοράς - κι ήρθε καιρός καρπίσιος
Στα φτωχικά σπιτάκια σου - στις μορφογειτονιές σου
τούφες πυκνοπετάζονται - ανθοί και δέντρα τώρα,
που τις χαϊδεύει τρυφερά - της θάλασσας τ' αγέρι.
 Θα ανθίσουν και τα αθώα παιδικά χαμόγελα. Θα βασιλέψουν στα βαθουλά μάτια πάλι τα όνειρα και θα γεμίσει ο τόπος ζωή και κίνηση από τη δημιουργική ζωή των προσφυγών. Χαμηλόφωτα φανάρια στους χωματόδρομους το σούρουπο.
 Οι γκαζόλαμπες και τα καντηλέρια αναμένα στην Παναγιά, ρίχνουν το αχνό τους φως στο σκοτάδι.
Τέτοιες παράγκες έφτιαξαν μόνοι τους οι πρόσφυγες για να στεγάσουν τις οικογένειές τους.

Αγγελική Στεργίου 
Δημοσιογράφος -Συγγραφέας.