Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

ΓΕΝΤΙ ΚΙΛΙΣΕ

Το όνομα αυτού του χωριού της περιοχής του Αρζρούμ, μέχρι την τουρκική κατάκτηση των Ογκούζων και των Σελντζούκων, ήταν Επτά Εκκλησίες. Το σημερινό όνομα είναι στην άμεση μετάφραση του πα­λιού ονόματος με λατινικά γράμματα, στην Οθωμανική γλώσσα.
Οι πρώτοι μετανάστες προέρχονταν από το χωριό Εντί Κιλισέ της περιο­χής Αρζρούμ της Μικράς Ασίας.
Αυτοί άρχισαν να μετακινούνται προς τη Ρωσική Αυτοκρατορία στις αρχές του 19ου αιώνα και εγκαταστά­θηκαν σε διάφορα χωριά.της σημερινής περιοχής Δμανίση της Γεωρ­γίας. Στο χωριό Γεντί Κιλισέ μετανάστευαν σε μικρές ομάδες.
Η Εκκλησία των Αγίων Κοσμά & Δαμιανού
Υπολο­γίζοντας τις συνθήκες ζωής, καθώς και την πολιτική και θρησκευτική κατάσταση που επικρατούσε σ' αυτή την περιοχή της Οθωμανικής Αυ­τοκρατορίας, μπορούμε να πούμε ότι οι περισσότεροι μετανάστες δεν ήξεραν τη μητρική τους γλώσσα.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όπως και οι ιερείς, ήξεραν την ποντιακή διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας αρκετά καλά. Επίσης όλοι οι ιερείς και μορφωμένοι άνθρωποι ήξεραν τη δη­μοτική και καθαρεύουσα.
Ως το 1918 οι κάτοικοι του χωριού Γεντί Κι­λισέ ήταν ελληνόφωνοι. Στη Σοβιετική περίοδο έχασαν τη μητρική τους γλώσσα. Στην περιοχή, που μελετούμε, διασώθηκαν πολλά επί­σημα έγγραφα από τα αρχεία, γραμμένα από τους ίδιους Έλληνες -μετανάστες στη μητρική τους γλώσσα.
Όσον αφορά στην παγίωση της οθωμανικής γλώσσας στον ελληνι­κό πληθυσμό της Μικράς Ασίας και του Καυκάσου, θα αναφέρουμε ό τι η νοσηρή πολιτική κατάσταση και η ανθελληνική προπαγάνδα των υπεύθυνων κύκλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ευνοούσαν τις στε­νές επαφές των Ελλήνων με τις εθνικές μειονότητες. 
Αυτό έπαιξε αρ­νητικό ρόλο στη σχέση της ελληνικής νεολαίας με τη γλώσσα της. Κατανοώντας το δίκαιο μίσος προς τον κατακτητή η ελληνική νεολαία προσπαθούσε να 'ρθει σε στενή επαφή με τη νεολαία των άλλων εθνών. Οι διάφοροι λαοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μπορούσαν να επι­κοινωνούν μεταξύ τους μόνο με την αναγνωρισμένη γλώσσα του κατα­κτητή τους. 
Μερικές φορές οι Έλληνες επικοινωνούσαν με τους Αρμε­νίους στα αρμένικα, αφού ζούσαν μαζί. Αυτό ευνοούσε την επικράτηση της Οθωμανικής και μερικές φορές της αρμενικής γλώσσας, στο περι­βάλλον των Ελλήνων και των άλλων χριστιανών.
Γεννάται βέβαια το ερώτημα, πώς οι Αρμένιοι μπόρεσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα. 
Πρώ­τον, οι Αρμένιοι έχοντας δυνατή εκκλησία διατηρούσαν στενές σχέσεις μαζί της. Δεύτερον, η εκκλησία των Αρμενίων γεωγραφικά βρισκόταν πάντα δίπλα τους. 
Τρίτον, οι προπαγανδιστές της καθολικής εκκλησίας σ' όλη την Εγγύς και Μέση Ανατολή δούλευαν εναντίον της Ορθοδο­ξίας και υποστήριζαν την αρμενική εκκλησία.
Έτσι, λοιπόν, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να ζουν ήσυχα και να εκτελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, δέχτηκαν να μεταναστεύσουν στις νότιες περιοχές της ομόθρησκης Ρω­σικής Αυτοκρατορίας. 
Βρέθηκαν όμως στην περιοχή, όπου οι υπεύθυνοι κύκλοι της Ρωσίας αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τους Αρμενίους από το Ιράν και τη Μικρά Ασία. Λόγω της έλλειψης κρατικής γης και της μετανάστευσης των Αρμενίων οι Έλληνες βρέθηκαν σχεδόν στην ίδια κατάσταση, στην οποία ήταν στη χώρα των εχθρών τους. 
Το 1835, 23 ελληνικές οικογένειες από το χωριό Σεμέκ Κιζιλτσάκ αναγκαστικά με­τακόμισαν σε ελεύθερη δημόσια γη κοντά στο χωριό Κάστρον. Μόλις τακτοποιήθηκαν, άρχισαν να καλούν και τους υπόλοιπους συγγενείς στο χωριό τους.
Έτσι από το 1835 ο αριθμός των κατοίκων του χωρι­ού Γεντί Κιλισέ αυξανόταν, επειδή έρχονταν οι Έλληνες από διάφορα χωριά της περιοχής Αχαλτσίχε, αλλά και από τη Μικρά Ασία. Μολο­νότι οι πιστοί ήταν φτωχοί, άρχισαν να ετοιμάζονται στην κατασκευή νέας ορθόδοξης εκκλησίας.
Στα ερείπια του παλαιού γεωργιανού χωριού, όπου εγκαταστάθη­καν οι μετανάστες, υπήρχαν τα θεμέλια περίπου δέκα παλαιών γεωρ γιανών εκκλησιών. Την πρώτη εκκλησία την επισκεύασαν το 1838 την αφιέρωσαν στη μνήμη του Αγίου Στεφάνου. Τα χρήματα για κατασκευή συγκέντρωσαν οι ίδιοι οι πιστοί. Πρώτος ιερέας της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου διορίστηκε από τον Έξαρχο της Γεωργίας  ο Ιωάννης Ζήροβ.
Οι Έλληνες πάντα σκέφτονταν την αποκατάσταση των παλαιών γεωργιανών εκκλησιών, τα ερείπια των οποίων βρίσκονταν στο χωριό τους. Στη γενική συνέλευση του χωριού Γεντί Κιλισέ αποφασίστηκε το 1842 να χτίσουν και άλλη μια ελληνική εκκλησία στο χωριό τους. Την άνοιξη του 1842 οι κτίστες άρχισαν να προετοιμάζονται για την κατα­σκευή της εκκλησίας. 
Στο τέλος του ίδιου έτους αποπερατώθηκε η κα­τασκευή της και την εγκαινίασαν αφιερώνοντας την στη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού. Η εξωτερική όψη της εκκλησίας δεν είναι τόσο ωραία λόγω των θεμελίων της παλιάς γεωργιανής εκκλησίας, πά­νω στα οποία χτίστηκε η νέα εκκλησία.
Η κατασκευή της εκκλησίας αυ­τής άλλη μια φορά μας αποδεικνύει ότι οι Έλληνες αυτής της περιοχής, αν και φτωχοί, ήταν φανατικά ορθόδοξοι και φρόντιζαν τις παλιές γε­ωργιανές εκκλησίες.
Με τον ίδιο ζήλο συνέχισαν να επισκευάζουν και τις άλλες εκκλησίες. Σ' αυτό το χωριό από την αρχή εγκαταστάθηκαν έξι οικογένειες ιερέων, ο καθένας από τους οποίους προσπαθούσε να βρει δική του ενορία για την τέλεση των ιερών καθηκόντων. 
Το 1849 οι πι­στοί του Εντί Κιλισέ αποφάσισαν να χτίσουν και άλλη μία εκκλησία, πάλι πάνω στα θεμέλια μιας άλλης παλιάς γεωργιανής εκκλησίας. Με­τά την κατασκευή της ιερέας διορίστηκε ο Μιχαήλ Λάζαρεβ, που κατα­γόταν από οικογένεια ιερέων της περιοχής Δμανίση και είχε μορφωθεί κοντά στον ιερέα Αριστάρχ Θεοχάρη. 
Αργότερα λόγω των μεγάλων ι­κανοτήτων του διορίστηκε σαν διάκονος στην εκκλησία του χωριού Σιπιάκ, όπου έμεινε υπηρετώντας ως το 1866. Το ίδιο έτος μετατέθηκε στην εκκλησία του χωριού Μπεστασέν, όπου υπηρετούσε σαν διάκονος ως το 1875.
Ο Μιχαήλ Λάζαρεβ υπήρξε πολύ αγαπητός στους πιστούς, γιατί υπηρέτησε πιστά την Ορθοδοξία. Το 1875 ο Έξαρχος της Γεωρ­γίας τον έκανε ιερέα. Ο Μ. Λάζαρεβ συνέχισε την υπηρεσία του στην εκ­κλησία του Μπεστασέν, όπου είχε και δύο διακόνους: τον Θεοφύλακτο Εγνατίεβιτς Αγγέλοβ και τον Μ. Φ. Αλμάνοβ.
Η Εκκλησία του Αγίου Παύλου
Η δυσπιστία που έδειχναν οι τοπικές αρχές προς τους Έλληνες και τους ιερείς τους, συχνά χειροτέρευε τις σχέσεις τους. Έχουμε ένα έγγράφο αρχείου που αφηγείται τη δραστηριότητα ενός ιερέα του χωριού Γεντί Κιλισέ.
Πρόκειται για το Φιόντορ Μιχαήλογλου. Το 1846, η γραμματεία του Έξαρχου της Γεωργίας έλαβε σχετική μήνυση γι' αυτον τον κάτοικο του Γεντί Κιλισέ, όπου αναφερόταν το εξής: «Στην τέ­ταρτη ενορία ένας Έλληνας έχει εφτά γεωργιανά χειρόγραφα βιβλία, που αυτός τα παρουσιάζει για Βίβλους.
Για το κέρδος του ο Έλληνας λέει σε όλους ότι αυτά τα βιβλία έχουν θαυματουργές δυνάμεις. Γι' αυ­τό το λόγο από παντού έρχεται ο κόσμος σ' αυτόν φέρνοντας δώρα. Εκείνος μαντεύει με τα κεριά και αναγκάζει όλους να μην πηγαίνουν στην εκκλησία. 
Σας ζητώ λοιπόν να μας στείλετε κάποιον υπάλληλο της γραμματείας σας με σκοπό να του πάρει αυτά τα βιβλία και να τα  παραδώσει στην ιεροθήκη του καθεδρικού ναού Σινάϊ. Όσον αφορά τα  κεριά να τα δώσει σε κάποια ελληνική εκκλησία και τον ίδιο τον Έλλη­να να τον δικάσουν.
Μ' αυτόν τον σκοπό στις 19 Ιουνίου του 1846 στο χωριό Γεντί Κιλισέ ήρθε αντιπρόσωπος του Έξαρχου της Γεωργίας με έναν αστυνόμο. Στα ντοκουμέντα του αρχείου λέγεται ότι στην εκκλη­σία, που υπηρετούσε ο Φιόντορ Μιχαήλογλου, βρέθηκαν 9 βιβλία, διά­φορα αντικείμενα από τουρκικό ασήμι βάρους ενάμιση φουντίου (1φ.=409,5γραμ.), 30 χρυσά νομίσματα και κεριά.
Μετά την έρευνα τα κεριά παραδόθηκαν στον ιερέα της εκκλησίας του Μπεστασέν, ενώ το ασήμι και ο χρυσός στον αστυνόμο της Τιφλίδας. Ο Φιόντορ αρνή­θηκε να παραδώσει τα βιβλία. 
Τελικά στην εκκλησία δόθηκαν 9 χάλ­κινα κηροπήγια, θυμιατήρια, λάμπες και στάμνες με φυτικό έλαιο. Τον ιερέα και το γιο του τους έβαλαν στη φυλακή. Αλλά, επειδή ο ιερέας ή­ταν γέρος, ο πρόεδρος του χωριού Αβρενί υποστήριζε ότι ο πατέρας με το γιο μπερδεύτηκαν, γιατί ήταν αγράμματοι και δίνοντας ο ίδιος εγγύηση ανάγκασε την αστυνομία να τους αφήσει τελικά ελεύθερους.
Θεωρείται ότι τα προαναφερθέντα 9 βιβλία βρέθηκαν από τους πι­στούς στα ερείπια των γεωργιανών εκκλησιών στην περιοχή της Τσάλκας. Υπάρχουν όμως ντοκουμέντα, που πληροφορούν ότι οι Έλληνες ήταν πιστοί οπαδοί της Ορθοδοξίας και έδειχναν αγάπη στα εκκλησιαστικά κειμήλια και βιβλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα κι αν ήταν αυτά.
Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες, που ήρθαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Ιράν, έφερναν μαζί τους εικόνες, εκκλησιαστικά είδη, πολύτιμα εκκλησιαστικά ντοκουμέντα και ιερά βιβλία σε διάφορες γλώσσες.
Δεν αποκλείεται η περίπτωση, όταν η αστυνομία και η γραμ­ματεία του Έξαρχου έμαθαν για την ύπαρξη αυτών των πολύτιμων πραγμάτων, να έστειλαν αυτό το έγγραφο για να πάρουν όλα αυτά α­πό τον ιερέα Φιόντορ Μιχαήλογλου. Και άλλα ντοκουμέντα, που βρέ­θηκαν στην κατοχή του ιερέα, λένε πως και στη Μικρά Ασία ο ίδιος α­σχολούνταν μ' αυτά τα θέματα.
Να σημειώσουμε ότι η ύπαρξη πολλών ιερέων στο χωριό Γεντί Κιλισέ και οι διχόνοιες μεταξύ τους στάθηκαν εμπόδιο για την ίδρυση εκ­κλησιαστικού σχολείου στο χωριό. Αυτή η κατάσταση όμως ευνοούσε το γεγονός ότι από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το χωριό Γεντί Κιλισέ έγινε κέντρο βαπτίσεων των παιδιών των ορθόδοξων Οσετίνων της περιοχής Μπορζόμι.
Αυτοί επίσης παράγγελναν στους μάστορες των λατομείων επιτάφιες πλάκες από μελανόλιθο. Τελικά μπορούμε να πούμε πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε η ελληνική εκκλησία της περιοχής Τσάλκας και οι ιερείς του χωριού Γεντί Κιλισέ στη διάδοση του χρι­στιανισμού στη νότιο-ανατολική Γεωργία. Ζωντανά παραδείγματα εί­ναι τα κατοικημένα χωριά των Οσετίνων της σημερινής περιοχής Μπορζόμι.

Σωκράτης Αγγελίδης
Διδάκτορας ιστορίας- Ανατολικολόγος