Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Οι απαρχές και η εξέλιξη της λογοτεχνίας των Ποντίων

Μέσα στις πρώτες προσπάθειες συγγραφής της ιστορίας των Ποντίων, που επιχειρούν γνωστοί λόγιοι του Πόντου, όπως ο Περικλής Τριανταφυλλίδης, ο Σάββας Ιωαννίδης, ο Ιωάννης Παρχαρίδης και ο Φίλιππος Χειμωνίδης, αποκαλύπτεται η ποντιακή πεζογραφία, που λόγω της ομορφιάς της, θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς ποντιακή λογοτεχνία, αφού οι απαρχές του ποντιακού πεζού λόγου δεν θα πρέπει να αναζητηθούν σε έργα καθαρής λογοτεχνίας, που δεν υπήρξαν - όπως συνέβη, άλλωστε και σε άλλους λαούς.
Τα έργα, ωστόσο, των πρώτων Ποντίων λογογράφων ή πεζογράφων έχουν ύφος λογοτεχνικό, ιδιαίτερα στα μέρη τους εκείνα που είναι περισσότερο λαογραφικά, όπως η ελεύθερη απόδοση παραμυθιών, δημοτικών ποιημάτων, ευτράπελων διηγήσεων κ. τ. λ.
Των ελάχιστων - στον αριθμό - αυτών Ποντίων λογοτεχνών προηγήθηκαν κάποιοι άλλοι, της πρώτης μεταβυζαντινής περιόδου κυρίως, όπως ο παρεξηγημένος από ορισμένους σύγχρονους μας μελετητές ποιητής Ελευθέριος Τραπεζούντιος, του οποίου οι στίχοι - σημαντικοί για την ιστορία της λογοτεχνίας των Ποντίων - σε ορισμένα σημεία τους θυμίζουν τον Κωνσταντίνο Καβάφη. 
Υπάρχουν και άλλοι -κυρίως επιγραμματοποιοί - τους οποίους θα πρέπει να αναζητήσουν οι ερευνητές ανάμεσα σε εκείνους που αναφέρονται ως «Φαναριώτες» ή «Κωνσταντινουπολίτες» ή «Μικρασιάτες». Είναι, όμως, και οι στιχοπλόκοι του 14ου αιώνα, για τους οποίους ένας δυο μόνον ερευνητές ενδιαφέρθηκαν και αυτοί όχι, βέβαια, Πόντιοι.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 
Στους πρώτους προαναφερόμενους λόγιους του Πόντου, οι λογοτεχνικές προσπάθειες συγκεκριμενοποιούνται και πραγματοποιούνται σε έργα συνδυασμού της λογοτεχνικής αφήγησης και της καθαρής ιστορίας, αλλά και της λαογραφίας, όπως στους «Φυγάδες» του Περικλή Τριανταφυλλίδη, ένα έργο με αρκετά επιτυχημένη θεατρική δομή και με ύφος που θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία, σε αντίθεση με τα «Προλεγόμενα» και την «Εν Πόντω ελληνική φυλή ή Ποντικά» του ίδιου συγγραφέα, που γέρνουν περισσότερο προς τη μεριά της ιστορίας και της λαογραφίας.
Η ίδια γραμμή ακολουθείται και από άλλους λόγιους του Πόντου, όπως ο Σάββας Ιωαννίδης,  που είναι περισσότερο ιστορικός, ο Ιωάννης Παρχαρίδης, που είναι περισσότερο λαογράφος και ο Φίλιππος Χειμωνίδης , που «γέρνει» προς τη γεωγραφία.
Αυτοί και άλλοι συγκέντρωσαν ιστορικό και λαογραφικό υλικό, που το παρουσίασαν «λογοτεχνικά» ως παραμύθια ή διηγήσεις, που δεν ξέφευγαν πολύ από την προφορική τους απόδοση, δεν στέκονταν, όμως, και σε αυτήν. Πάντοτε υπάρχει η δική τους συμβολή, η δική τους παρέμβαση, το δικό τους ύφος, γι' αυτό και ξεχωρίζουν.
Αργότερα, την ίδια γραμμή ακολούθησαν και άλλοι στον Πόντο, τη Ρωσία και την Ελλάδα, αλλά τώρα πλέον άρχισε να διαμορφώνεται η καθαυτό λογοτεχνική παραγωγή, ξεφεύγοντας αρκετά από την ιστορία και τη λαογραφία, που κυριάρχησαν και, μέχρις ενός ορισμένου σημείου, εξακολουθούν να αποτελούν χαρακτηριστικά της πεζογραφίας των Ποντίων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και άλλοι λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι, δεν ακολούθησαν ή προχωρούν στους ίδιους δρόμους.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΝ Η ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ
Θα ήταν λάθος να περιορίσει κανείς τη λογοτεχνία των Ποντίων μόνον στην ιδιωματική, αφού και στη δημοτική και την καθαρεύουσα - και μάλιστα στην τελευταία, περισσότερο, γράφτηκε μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας των Ποντίων - εκφράστηκαν οι Πόντιοι λογοτέχνες, για να περιγράψουν τη ζωή στην περιοχή γύρω από τον Εύξεινο Πόντο.
Εντελώς άγνωστη είναι στους άλλους Έλληνες η λογοτεχνία των Ποντίων, που έχει γραφεί στην ιδιωματική ποντιακή διάλεκτο. Τα λογοτεχνικά έργα των συγχρόνων Ποντίων, ανάλογα με την αξία τους και με τη συνδρομή και διαφόρων άλλων παραγόντων, γίνονται λίγο ή πολύ γνωστά. Τα έργα, όμως, των παλαιοτέρων και ιδιαίτερα εκείνα που είναι γραμμένα στην ποντιακή διάλεκτο, παραμένουν τυπωμένα σε εφημερίδες και περιοδικά, κυρίως από το 1880 και μετά.
Στη λογοτεχνία των Ποντίων θα μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς γραμματολογικά τρεις, αρκετά ευδιάκριτες συνιστώσες, τρεις τάσεις, που προσδιορίζονται μορφολογικά, αλλά και γεωγραφικά, με τόπους εμφάνισης τον μικρασιατικό Πόντο, όπου το κύριο χαρακτηριστικό του γραπτού λόγου είναι η συντήρηση στην ιδεολογία και τη γλώσσα, τη νότια Ρωσία, όπου έγιναν πετάγματα για αξιοσημείωτο τεχνοτροπικό και ιδεολογικό εκσυγχρονισμό, και την Ελλάδα - μετά την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών -, όπου η νοσταλγία, η αροθυμία, των Ποντίων για την πατρίδα που εγκατέλειψαν γίνεται φορτίο βαρύ και ζητά να απαλυνθεί με διαρκείς αναφορές σε μέρη, τα οποία είναι για τους περισσότερους νεότερους γνωστά μόνον από τις διηγήσεις των πρώτων προσφύγων και με αποκλειστική σχεδόν χρήση της ποντιακής διαλέκτου ως εκφραστικού μέσου, οπότε η λογοτεχνία των Ποντίων γίνεται πλέον διαλεκτική.

ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΙ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Οι λογοτέχνες - κυρίως ποιητές - στον μικρασιατικό Πόντο ακολουθούσαν τις κατευθύνσεις
που χάραζαν οι ομότεχνοί τους της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας - δημοσίευσαν ποιήματα τους στα πρώτα έντυπα των Ποντίων του τέλους του 19ου αιώνα «Εύξεινος Πόντος» και «Αστήρ του Πόντου». Κοντά στα ποιήματα των Ποντίων δημοσίευαν δικά τους και ποιητές από άλλες περιοχές του Ελληνισμού. Ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός μπαίνει δίπλα στον Ιωάννη Αθ. Παρχαρίδη και στον Χρυσόστομο Συμβουλίδη, ο Μισιτζής δίπλα στον Προυσσανίδη ή Προυσσαίο και στον Κουτσούρη.
Στον μικρασιατικό Πόντο οι Έλληνες έγραφαν στην καθαρεύουσα, με ελάχιστες ενσωματώσεις ορισμένων στοιχείων στα γραφτά τους της τοπικής ελληνικής διαλέκτου. Αντίθετα, στη νότια Ρωσία γίνεται συχνή χρήση της ποντιακής διαλέκτου και ακόμη συχνότερη είναι η διαλεκτική λογοτεχνική έκφραση στην Ελλάδα, μέχρι του σημείου να κυριαρχεί στα γραφτά εκείνων που εμπνέονται από τα σύγχρονα προβλήματα των Ποντίων, με πολλές αναφορές στα παλιά, λόγω της αθεράπευτης νοσταλγίας για τις αλησμόνητες πατρίδες της Ανατολής.
Και στον μικρασιατικό Πόντο, όμως, και στη νότια Ρωσία φτάνουν πολύ γρήγορα τα μηνύματα του δημοτικισμού και έτσι αρκετοί είναι οι - προοδευτικότεροι - λογοτέχνες που χρησιμοποιούν ως γλωσσικό εκφραστικό μέσο τη δημοτική γλώσσα, που έχει διαδοθεί στις παραλιακές πόλεις του δυτικού Πόντου από τους ναυτικούς, τους εμπόρους, αρκετούς εκπαιδευτικούς και τους άλλους επισκέπτες από την Κωνσταντινούπολη, τα νησιά και γενικά την κυρίως Ελλάδα.

Ο ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΡΩΣΙΑ
Ειδικότερα στη νότια Ρωσία, ο δημοτικισμός ενσωματώνεται στις επαναστατικές κινήσεις και γίνεται αίτημα των πιο προοδευτικών λογίων και λογοτεχνών, οι οποίοι όμως βρίσκονται πάντοτε μπροστά στο δίλημμα: δημοτική που μιλούν οι περισσότεροι - εκτός Πόντου - Έλληνες ή ποντιακή διάλεκτος που είναι η μητρική γλώσσα και που μιλούν όλοι οι Πόντιοι και ιδιαίτερα οι απλοί άνθρωποι, που δεν γνωρίζουν καθόλου τη δημοτική; Ωστόσο, στα περισσότερα γραφτά τους - στις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά κυρίως στα θεατρικά τους έργα - χρησιμοποιούν την ποντιακή διάλεκτο.
Μόνον τον Μάιο του 1926, στην Α' Πανενωσιακή Συνδιάσκεψη των Ελλήνων Εκπαιδευτικών στο Νοβοροσίσκ αποφασίστηκε η κατάργηση της καθαρεύουσας και της ιστορικής ορθογραφίας στα ελληνικά σχολεία και η καθιέρωση της δημοτικής, με τη φωνητική ορθογραφία. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις, απορρίφθηκαν οι προτάσεις για καθιέρωση της ποντιακής διαλέκτου ή της καθαρεύουσας και εγκρίθηκε από τη συνδιάσκεψη η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, με το σκεπτικό ότι θα συνέβαλε στη συνοχή και την ενότητα όλων των Ελλήνων, για τον κοινό πολιτισμό και τη μελλοντική ενιαία έκφραση. 
Οι Έλληνες της ΕΣΣΔ, ωστόσο, θα χρησιμοποιήσουν και μετά το συνέδριο της Μόσχας, το 1938, όλες τις μορφές της ελληνικής γλώσσας: δημοτική, καθαρεύουσα και ποντιακή διάλεκτο. Σε αυτές τις μορφές είναι γραμμένα και όλα τα ποιήματα, πεζογραφήματα και τα θεατρικά έργα των Ελλήνων του Πόντου και της Ρωσίας.
Πάντως, η αντίθεση ανάμεσα στην καθαρεύουσα του συντηρητικού μικρασιατικού Πόντου και τη δημοτική της νότιας Ρωσίας είναι πάντοτε υπαρκτή. Οι συντηρητικοί της Τραπεζούντας κάνουν επίθεση - στις αρχές του 20ού αιώνα - εναντίον του δάσκαλου και λογοτέχνη Γιάγκου Λ. Κανονίδη, αποκαλώντας τον, με λογοπαίγνιο, «Ακανόνιστο», χτυπώντας την αριστερή του ιδεολογία και τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιεί.

ΕΙΝΑΙ, ΩΣΤΟΣΟ, ΚΑΙ Η ΤΑΥΡΟΡΟΥΜΕΪΚΗ
Γεώργιος Κωστοπράβ
Ο μεγαλύτερος των Ποντίων λογοτεχνών, ο ποιητής Γεώργιος Κωστοπράβ, εκφράστηκε στην ταυρορουμέικη διάλεκτο, που μιλούν οι Έλληνες της περιοχής της Αζοφικής. Η διάλεκτος αυτή, που επηρεάστηκε από την ταταρική γλώσσα, διατηρεί πολλά στοιχεία από την ποντιακή διάλεκτο και γενικότερα την ελληνική γλώσσα.
Η κυριαρχία της καθαρεύουσας στον Πόντο κράτησε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, διδασκόμενη ακόμη και στο δημοτικό σχολείο. Παράλληλα, δεν λείπει και η αρχαϊστική γλώσσα, όπως φαίνεται από τα κείμενα του Περικλή Τριανταφυλλίδη κ. ά. 
Μόνον μέσα στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα αρχίζουν να εμφανίζονται δειλά στη λογοτεχνία οι φωνές υποστήριξης της δημοτικής. Ο Φίλων Κτενίδης και ο Νίκος Καπετανίδης αναγκάζονται το 1910 να ζητήσουν συγνώμη από τους αναγνώστες του περιοδικού τους «Επιθεώρησις», μετά από διαμαρτυρίες γλωσσαμυντόρων, γιατί τόλμησαν να δημοσιεύσουν κείμενό τους στη δημοτική. 
Το επόμενο έτος, όμως, ενθαρρυμένοι, προφανώς, από τις κινήσεις στην Αθήνα υπέρ της δημοτικής, δημοσιεύουν ποιήματά τους στη δημοτική, με κάποια μόνον στοιχεία της απλής καθαρεύουσας, που είναι και η γλώσσα των μορφωμένων αστών ή και των δασκάλων του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, που επηρέαζαν πάντοτε τη λογοτεχνική παραγωγή στον Πόντο.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΝΤΥΠΑ
Η λογοτεχνία των Ποντίων - η αναφερόμενη, δηλαδή, στη ζωή των Ποντίων στις αλησμόνητες πατρίδες, στην Ελλάδα και αλλού - περιέχεται κυρίως μέσα στις κιτρινισμένες από το χρόνο σελίδες κάποιων παλαιών εντύπων ή και κάποιων αυτοτελών εκδόσεων, που βγήκαν μαζί με το δάκρυ και τον πόνο των ίδιων των δημιουργών.
 Περιοδικά που δημοσίευαν λογοτεχνία ήταν στον μικρασιατικό Πόντο, από παλαιότερα, ο «Εύξεινος Πόντος», ο «Αστήρ του Πόντου», η «Επιθεώρησις», «Οι Κομνηνοί» της Τραπεζούντας, «Ο Πόντος» της Μερζιφούντας, ο σατιρικός «Βελζεβούλ» των Κοτυώρων. Στη νότια Ρωσία, όπου δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη λογοτεχνία - την έλεγαν «φιλολογία» - λογοτεχνήματα δημοσίευαν, εκτός από όλες σχεδόν τις εφημερίδες της επαναστατικής περιόδου (1917 και μετά), και τα περιοδικά της Μαριούπολης Ουκρανίας «Νέος Μαχητής», «Νεότητα», «Πιονέρος» και του Βατούμ Γεωργίας «Φιλολογική Δράσις».

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ
Πεζογραφία, με τη μορφή διηγήματος, νουβέλας ή μυθιστορήματος, δεν αναπτύχθηκε στον Πόντο πριν από το 1923. Εξαίρεση αποτελούν κάποια διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Επιθεώρησις» της Τραπεζούντας (1910-1911) και «Πόντος» της Μερζιφούντας. Τα πεζογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στα πρώτα περιοδικά του Πόντου, τον «Εύξεινο Πόντο» (1880-1882) και τον «Αστέρα του Πόντου» (1884-1886) είναι κυρίως μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών (Γάλλων, Ρώσων κ. ά.). 
Βέβαια, είναι τα διηγήματα και οι νουβέλες του Γιώργου Κ. Φωτιάδη, που μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτουν το μεγάλο κενό, αλλά και εκείνα του Νίκου Καπετανίδη, που συμπληρώνουν την προσφορά του παλαιότερου Γ. Κ. Φωτιάδη (πέθανε το 1909). Η πεζογραφία των Ποντίων αναπτύχθηκε μετά τη χρονολογία ορόσημο 1923, στην Ελλάδα και στη νότια Ρωσία και ελάχιστα στις χώρες της μετανάστευσης. Όργανο έκφρασης και στην πεζογραφία είναι η ποντιακή διάλεκτος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γράφτηκαν πεζογραφήματα από Ποντίους για τον Πόντο και τους Ποντίους στη δημοτική και στην καθαρεύουσα.

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Το μεγάλο κενό στην πεζογραφία των Ποντίων καλύπτουν, οπωσδήποτε, τα θεατρικά έργα των γνωστών λογοτεχνών Π. Τριανταφυλλίδη, I. Βαλαβάνη, Κ. Γ. Κωνσταντινίδη, Αρ. Ιεροκλή, Ελ. Φοινικόπουλου, Γ. Κ. Φωτιάδη, Αλ. Ζωηρού, Κ. Ξανθόπουλου, Γ. Λ. Κανονίδη, Λ. Α. Χοναχμπέη, Δ. Μισαηλίδη (Μ. Λέντη), Φ. Φιλιππίδη, I. Θ. Μαυρίδη-Καρατζά, Στ. X. Παυλίδη, Παν. Φωτιάδη, Θ. Γ. Κανονίδη, Α. Α. Ερυθριάδη, Γ. Α. Κωστοπράβ, Αθ. I. Παρχαρίδη κ. ά.

Οι Πόντιοι λογοτέχνες στον Πόντο εμπνέονταν κυρίως από επίκαιρα γεγονότα, όπως ο θάνατος κάποιου προσφιλούς προσώπου, αλλά βασική έμπνευσή τους υπήρξαν το εθνικό ιδεώδες και η θρησκεία.
Επειδή αρκετοί από τους μορφωμένους Πόντιους προμηθεύονταν περιοδικά και εφημερίδες από την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και επομένως ενημερώνονταν για τις σύγχρονες τάσεις της ελ-λαδικής λογοτεχνίας, δεν λείπουν και εκείνοι που γράφουν όπως και οι ελλαδίτες ομότεχνοί τους. Υπάρχουν, δηλαδή, ποιήματα πλημμυρισμένα με την απαισιοδοξία του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη (Γεώργ. Προυσσαίος, Ανδρ. Σιμώνωφ, Μαρίκα Φιλιππίδου) ή άλλα που θυμίζουν τους ποιητές της λεγάμενης «αθηναϊκής σχολής» (Νίκ. Καπετανίδης, Φίλ. Κτενίδης, Κων. Ιεροκλής, Χρυσόστ.. Συμβουλίδης) και επίσης σατιρικοί, όπως ο Γιάγκ. Λ. Κανονίδης, ο Ιωάνν. Καλανταρίδης, ο Φίλιπ. Χειμωνίδης, ο Γεώργ, Πατσάκος, Ιωάνν. Σοφιανόπουλος κ. ά.

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
Σε δικούς τους, ξεχωριστούς, δρόμους κινήθηκαν στην ποίησή τους ο Γεώργιος Κωστοπράβ, που έγραψε στην ταυρορουμέικη διάλεκτο, ο Γιάγκος Κ. Φωτιάδης, που εκφράστηκε στην ποντιακή διάλεκτο, ο Αλέξανδρος Ριόνης (Α. Μαρμαρινός), που χρησιμοποίησε τη δημοτική στην ποίησή του. Αυτοί οι ποιητές - όπως και αρκετοί άλλοι - εμπνεύστηκαν από την κομμουνιστική επανάσταση. Λιγότερο, βέβαια, από όλους ο μεγάλος ποιητής Γεώργιος Κωστοπράβ.
Στον Πόντο εμφανίστηκαν και πολλοί λαϊκοί ποιητές, ήδη από τον 14ο αιώνα, οι οποίοι παρουσίαζαν τους στίχους τους σε ετήσιο διαγωνισμό στην Τραπεζούντα. Οι στίχοι που έπαιρναν διάκριση γίνονταν τραγούδια από γνωστούς λυράρηδες και τραγουδιόνταν σε όλο τον Πόντο.
Ως συνέχεια αυτών των στιχοπλόκων μπορούν να θεωρηθούν οι γυναίκες της Κρώμνης και της Σάντας, που έγραφαν στίχους σε τετράδια, τα οποία περνούσαν από χέρι σε χέρι και διαβάζονταν.
Η ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922-1923 μετατόπισε προς την Ελλάδα ένα μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής των Ποντίων από τον μικρασιατικό Πόντο και από τη νότια Ρωσία. Στην τελευταία περιοχή συνεχίστηκε η συγγραφή μέχρι πριν από τον β' παγκόσμιο πόλεμο, γιατί κατόπιν δεν παρουσιάζεται τίποτε το αξιόλογο στον τομέα αυτόν, εξαιτίας του βαρύτατου πλήγματος που δέχτηκε ο ποντιακός ελληνισμός από τη σταλινική θηριωδία και την εξόντωση των λογοτεχνών στη Σιβηρία.
Ενδεικτικά παρατίθενται στη συνέχεια πεζά και στίχοι με τον τίτλο «Κείμενα λογοτεχνίας».

Ελευθέριος ο ποιητής
«Άτιτλο» (απόσπ., γύρω στο 1750)

Πτολεμαίος Φιλάδελφος
- είχε την βασιλείαν  
τς’ Αίγυπτου και τς’ Αλεξάνδρειας  
όλην την αφεντείαν 
 ήτανε πλούσιος πολλά
 περίσσα φτυχισμένος,
ανδρείος, μεγαλόψυχος, 
 περίσσα ξακουσμένος·
ήτανε και φιλομαθής, 
πολλά γραμματισμένος,
εις μάθησιν και φρόνησιν 
 περίσσα παιδευμένος.
Ετίμα και ηγάπανε
 τους φιλοσόφους όλους
 και για συμβούλους είχε 
τους  πρακτικούς ανθρώπους.
 Όμως ήτον υπέρπλουτος, 
 ήθελε να μη κρύψη
 σ’ όλους την ευτυχίαν του 
 να την εδείξη ...

(Αν πρόσεξε ο αναγνώστης την ομοιότητα του ύφους των στίχων του Ελευθέριου με το ύφος εκείνων του Κωνστ. Καβάφη, υπενθυμίζεται ότι ο Ελευθέριος Τραπεζούντιος έζησε στα μέσα του 18ου αιώνα και ο Καβάφης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού).

Ιωάννης Αθ. Παρχαρίδης
«Ο Θεός εν τη φύσει» (απόσπ, 1884)

Οπόταν εκ των μερίμνων του βίου απαυδήσω 
 και βλέμμα στρέψω προς την γην κ’ εις ύψος ατενίσω,
παρατηρώ το άπειρον, το πλήθος εξετάζω,
 το μέγεθος, την δύναμιν, το κάλλος και θαυμάζω
 την θείαν αγαθότητα και άπειρον σοφίαν.
Τον ζωογόνον ήλιον, το άστρον της ημέρας, 
 παρατηρώ και σύμπαντας τους στίλβοντας αστέρας, 
 των κόσμων πλήθος άπειρον, 
 την φέγγουσαν σελήνην,
την τάξιν της κινήσεως· θαυμάζω δε εκείνην
 την θείαν αγαθότητα και άπειρον σοφίαν.

Γεώργιος Προυσσαίος (Προυσανίδης)
«Γόος» (απόσπ. από «Βρυκόλακα», 1885)

Άσπλαχνέ μου πάτερ, μήτερ απηνής, 
του πτωχού σας τέκνου γίνεσθε φονείς! 
Συ προς πλούτη χαίνων και περιωπάς 
θέλεις ν’ αποπνίξης ευγενής ροπάς
αύτη δ’ εις προλήψεις είκουσα οικτρώς
 τους μυχούς σπαράττει φίλης θυγατρός.
 Ήκιστα σας μέλει εις χρυσούν κλωβόν 
αν κλεισμένον μείνη το πτηνόν βωβόν. 
Ισως σας βαρύνει, σας λυπεί πολύ
πνίξατέ το τότε το κακόν πουλί.
Μη το δέσητ’ όμως με δεσμ’ απηνή 
πάντα να σφαδάζη, πάντα να πονή.

Γεώργιος Κ. Κουτσούρης
«Το τελευταίο δάκρυ» (απόσπ., 1885)

Ο ήλιος πίσω στου βουνού 
 εκρύφθηκε την άκρη 
σκοτάδι πλάκωσε τη γη 
 σκοτάδι μαυρισμένο
 κι’ εγώ με πρόσωπο χλωμό 
 με μάτι δακρυσμένο 
χύνω με πόνο καρδιακό 
 το τελευταίο δάκρυ!

«Δεν μ’ ελεείς» (απόσπ., 1885)

Αλλοίμονο! Το κόκκαλο μού έτριξ’ απ’ τη λύπη
και διπλασιασθήκανε του στήθους μου οι κτύποι,
 ’σαν διάβασα το φλογερό πικροπαράπονό σου, 
που βγήκεν απ' το στήθος σου, συνάδελφε, τ’ αγνό σου!
Αχ! Έχεις δίκηο και θρηνείς και να σφαλνάς τα μάτια
για να μη βλέπης αλλουνούς να σε κατηγορούνε 
και συ από τη λύπη σου να γίνεσαι κομμάτια 
γιατί τα χέρια του Θεού και σε δεν ελεούνε.
 Ναι: Έχεις δίκηο δύστηνε! Αχ! είναι αμαρτία 
’στο πλάγι σου να χαίρονται παιδιά χθες γεννημένα, 
να παίρνουν μύρια φιλιά και συ ... Απελπισία!... 
μήτε φιλί αδελφικό και συ να παίρνης ... ένα! ...

Χρυσόστομος X. Συμβουλίδης
«Ο Χειμών» (απόσπ. 1885)

Ποδήνεμος η άνοιξις απέπτη εκ του κόσμου, 
των λυπουμένων η χαρά,
 και χείμεθλα μετά πνοών ανέτειλαν εμπρός μου
 κι αισθάνομ’ ήχον του Βορρά. 
Ανεμοταραττόμενον το πέλαγος αφρίζει, 
το πλοίον σπεύδει τρέμον
 μ’ ουρανομήκη κύματα τον ναύτην πώς φοβίζει
 η λύσσα των ανέμων.
Ο πριν ανέφελος αιθήρ κι η πρότερον αιθρία απεχαιρέτησαν την γην.
Το παν σιγή εκάλυψε κι αντί φωτός σκοτία 
νυν περιβάλλει την αυγήν.

Μαρίκα Κ. Φιλιππίδου
«Κελαδήματα» (απόσπ., 1900)

Αγέρι, πάρε, ωιμένα! Αυτό το θρήνο μου,
 Κι από χωριά και χώρες πέρασέ τον,
 Από ψηλά βουνά, πελάγη τρίσβαθα, 
Στου Πόντου ένα ακρογιάλι σκόρπισέ τον.
 Σ’ ένα ακρογιάλι, αγέρι, που το σχίζουνε 
Ποτάμια φειδωτά κι ασημωμένα,
Που το σκιάζουν καταπράσινα
και ψάλλουνε τ' αηδόνια μαγεμένα.



Πάνος Καϊσίδης
Δημοσιογράφος