Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Αφεύκτως *

Ανοιχτός ο δρόμος από καιρό. Η νέα Εθνική Παράδοση προχωράει διαβάζοντας «Φίλαθλο» και «ΟΚ!», γελάει με Σεφερλή και φορά robe di kappa, περιφερόμενη σε γκαλά, εγκαίνια και μπιενάλε. 

Δημιούργημα μιας κάποιας ελίτ, σνομπ και υπερφίαλη, καταναλώνει γκλαμουριάρικα τη χρηματισμένη της τέχνη κι επιστρατεύει φούσκες συνθημάτων — πάντοτε καταλήγοντας στα τσιπουράδικα, όταν δεν βάζει τα καλά της για να πάει Μέγαρο.
Η νέα Εθνική Παράδοση σταμάτησε προ πολλού να πιστεύει στον εαυτό της. Πομπώδεις πανηγυρικοί έφεραν την πομπώδη απαξίωση. Κι από πομπή σε πομπή, χωρίς επαφή, χωρίς αυτοκριτική και καθαρότητα βλεμμάτων, μεταφράζει απλώς τριμμένες ιδεολογίες και φτηνά κόλπα δικανικά — πρόχειρα κι όπως όπως, νομίζοντας ότι έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα.
Η νέα Εθνική Παράδοση έγινε άλλη. Ξέχασε το χωριό της καταγωγής της κι όταν το θυμήθηκε είχε αλλάξει, ξέχασε τη γενέθλια γειτονιά της κι όταν επέστρεψε δεν την αναγνώριζε, σάρωσε τη ντοπολαλιά της από τη γλώσσα των τηλεοπτικών δελτίων και σήριαλ, παράχωσε βαθιά στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, μην δίνοντας λόγο σε κανέναν. Άπληστη, λιμασμένη, αυτοδίδακτη και ετεροδίδακτη, πολιτικολογώντας με τους πάντες, παντογνώστρια επί παντός του επιστητού, τρικλίζει κάθε μέρα με βήματα μεθυσμένου προς άλλη κατεύθυνση.
Στη νέα Εθνική Παράδοση οι φωνές που κάποτε μας έδειχναν τον δρόμο κι ως αλογόμυγες τσιμπούσαν τα χοντρά καπούλια της πόλης, σιώπησαν. Κι όσο κι αν κορδώνονται οι επίδοξοι «διάδοχοι», οι φωνές αυτές δεν έφεραν καινούργες. Ο λόγος ενδίδει πλέον στο σκοτεινό πρόσωπο της συνήθειας, με σημαία, κέντρο και κόσμο το εγώ, το βασίλειο του παζαριού και το lifestyle. Πορεύεται γι’ αλλού. Αφεύκτως. Αδυνατώντας ν’ αναλάβει την ευθύνη του εαυτού της, ξορκίζοντας τους θεσμούς και φτύνοντας διαρκώς τον κόρφο της, αισθανόμενη διαρκώς θύμα, χωρίς να κάνει το παραμικρό για να τελειώσει, επιτέλους, αυτή η μαύρη κωμωδία, καθ’ ότι δε βλέπει ότι οι αλήθειες διαρκούν κι εκδικούνται και τα ψέματα τελειώνουν κάποτε.
Στη νέα Εθνική Παράδοση τα «πάντα ρει», ή βλέποντας και κάνοντας. Οι υψιπετείς ουδε-μίαν χρείαν τάξεως και προγραμμάτων έχουν. Εν καιρώ τω δέοντι. Πάνω στους πάγκους της, μες στα καφάσια της στριμώχνονται οι κραυγές κι οι κορώνες, οι ατάκες και οι εξυπνάδες, οι τόσες υποσχέσεις και λύσεις, τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλοι. Ακόμη κι όταν ακούς τους πνευματικούς ταγούς, με την ένρινη φωνή τους να ρητορεύουν, ενεός στέκεις μπρος στη διάθεσή τους για κάθε έννοια διαλόγου. Αντιπαραθέσεις κωφών και διαμάχες ασεβών κυριαρχούν σε αυτό το λούμπεν αντιαισθητικό πλαίσιο καφενείου. Με το συναίσθημα να απορεί διαρκώς και την ευγένεια ή το φιλότιμο στο πυρ το εξώτερον. Όσο για τον έρωτα, δεν θα τον βρεις πουθενά παρά μονάχα στο Ίντερνετ και στα πολυπολιτισμικά παραμύθια.
Και όταν πέφτει η νύχτα κι ανάβει η νέα Εθνική Παράδοση, κατηφορίζει στα ελληνάδικα, χορεύει με Πάολα, γλεντά με «όπα», με «άλα», με τηλεπάθειες, με ταραχές και με τα υπονοούμενα του ρήματος «θέλεις;», μέσα στο ημίφως, φορώντας μαύρα κοντά φουστάνια και μαύρα καλσόν. Διαγράφοντας μέλλον... προοδευτικότατον γι’ αυτόν τον τόπο, όπου ο πολιτισμός μετροφυλλά ανάποδα τα βιβλία του.


Δημήτρης Δημητριάδης
Λογοτέχνης


*«το δίχως άλλο», «οπωσδήποτε»