Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Εριφύλη Τσιρίδου - Κουτμηρίδου( Εγώ είμαι Σαντέτσα. Εγεννέθα στις 20 Μαρτίου 1914 ).

Μικρή Σάντα
Το χωριό Μικρή Σάντα, με 70 σπίτια , είναι χτισμένο σε πλαγιά του Βερμίου, σε υψόμετρο 800 μέτρων. Το τοπίο είναι καταπράσινο, με κήπους και άφθονα νερά. Η νεόχτιστη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου συγκεντρώνει τους κατοίκους, όποτε λειτουργεί. Το αναπαλαιωμένο, όμως, δημοτικό σχολείο είναι κλειστό, από έλλειψη παιδιών. Γι' αυτό το μετέτρεψαν σε λαογραφικό μουσείο, με διάφορα σκεύη και άλλα είδη, καθώς και φωτογραφίες και βιβλία παλαιά.
Στη Μικρή Σάντα, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, διαμένουν μόνο  δυο οικογένειες που διατρέφουν ζώα. Όλοι οι κάτοικοι πρόσχαροι και φιλόξενοι, όπως ακριβώς μας τους είχε περιγράψει ο πρώην κάτοικος του χωριού Κοσμάς Κωνσταντινίδης, ο οποίος μας πληροφόρησε ότι εκεί ζει η Φίλη (Εριφύλη) Τσιρίδου-Κουτμηρίδου. 
Τη συναντήσαμε στο σπίτι της, όπου βρισκόταν μαζί με τη νύφη της Ειρήνη Κουτμηρίδου. Όταν έμαθε τον λόγο της επίσκεψής μας, άρχισε να διηγείται:
«Εγώ είμαι Σαντέτσα. Εγεννέθα στις 20 Μαρτίου 1914. Η Σάντα έτον εφτά ελλενικά χωρία και ολόερα τούρκικα χωρία. Εζήναμε καλά. Όλα τα χωρία είχαν εκκλησίας και σχολεία».
Όπως ανέφερε η κυρά Εριφύλη, στη Σάντα ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Μερικά προϊόντα, που δεν τα καλλιεργούσαν, όπως το καλαμπόκι, τα προμηθεύονταν από άλλους ανταλλάσσοντας τα με κτηνοτροφικά προϊόντα.
 Οι νέοι, όταν έφταναν στην ηλικία των 18 χρόνων, για να μην υπηρετήσουν στον τουρκικό στρατό, έφευγαν στη Ρωσία, όπου εργάζονταν και τα λεφτά τα έστελναν στις οικογένειές τους, στη Σάντα.
Ακόμαν αέτ'ς κουβαλούν τα χορτάρα

 Οι γυναίκες έκαναν όλες τις δουλειές στο σπίτι και στα χωράφια. Τα χόρτα, που μάζευαν, τα έκαναν δέματα (σαλιάκια) και τα φορτώνονταν στις ράχες τους. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα, βούτυρο, τσορτάνια και άλλα, τα μετέφεραν στην Τραπεζούντα για πώληση. Για να φτάσουν στην Τραπεζούντα περπατούσαν δύο ημέρες. 
Από την Τραπεζούντα αγόραζαν ότι χρειάζονταν για το σπίτι. Οι Τούρκοι, πολλές φορές, τους λήστευαν. Αλλά τα παλικάρια της Σάντας όταν έπαιρναν είδηση τους Τούρκους, τους κυνηγούσαν. 
Κάποτε, οι Τούρκοι έστειλαν, νύχτα, στρατό στη Σάντα. Ήταν με τα άλογα και καλά οπλισμένοι. Οι Έλληνες δεν τους πήραν είδηση στην αρχή. Όταν κατάλαβαν τι γινόταν, άρχισαν να χτυπάνε τις καμπάνες. Οι άνθρωποι φώναζαν, τα ζώα μούγκριζαν. Εμείς, όπως ήμασταν, βγήκαμε και τρέξαμε στη θεία μας, στη συνοικία Πιστοφάντων. 
Οι Τούρκοι είχαν μανία τους Κιρισχανάντες και άλλα χωριά, γιατί ο καπετάν Ευκλείδης Κουρτίδης και ο Δαμιανός Τσιριπίδης δρούσαν στην περιοχή. Οι Τούρκοι μάζεψαν όλους, ακόμη και τα παιδιά και μας έκλεισαν στην εκκλησία.. Μας είπαν, θα πάτε στην Κρώμνη. Όταν μας έβγαλαν από την εκκλησία, μας έβαλαν στη σειρά και είπαν ότι ήρθε διαταγή να μας σκοτώσουν. Οι Τούρκοι κάτι έλεγαν μεταξύ τους και δεν μας σκότωσαν. 
Μας πήγαν στη συνοικία των Πιστοφάντων, όπου μας είπαν ότι θα σας πάμε στα σπίτια σας, να πάρετε ότι χρειάζεται και θα σας πάμε στην Κρώμνη. Με τα πόδια μας πήγαν στην Κρώμνη, όπου μας άφησαν μια εβδομάδα. Οι δικοί μας πήγαν αμέσως και έκαναν μερικά μεροκάματα, για να έχουμε χρήματα μαζί μας.
 Εκεί ήρθε διαταγή για εξορία στο Ερζερούμ της Αρμενίας. Οι γυναίκες και τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν. Τελικά, μας πήγαν στο Ερζερούμ, όπου φτάσαμε περπατώντας επί 32 ημέρες, τότε ήμουν έξι χρόνων. Υποφέραμε πολύ μέχρι να φτάσουμε.
Εριφύλη Κουτμηρίδου
Πολλοί άρρωστοι και μικρά παιδιά πέθαναν στον δρόμο. Πέθανε και το αδελφάκι μου που ήταν δυόμισι χρόνων. Είχα και έναν άλλον αδελφό, τον Τιμολέοντα, τεσσάρων χρόνων. Εγώ κουβαλούσα το πάπλωμα έως το Κουρδιστάν. Η μάνα μας, μέσα στο καλάθι, κουβαλούσε το μωρό, μέχρι που πέθανε. Είχε και ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Ο παππούς, 65 χρόνων, που μας συνόδευε, πέθανε και αυτός. Αυτούς που πέθαιναν, δεν προλαβαίναμε να τους θάψουμε ή να ρίξουμε λίγο χώμα επάνω τους.

Από εκεί, μας λένε, θα πάτε στο Χονούζ, όπου είχε χιόνι δύο μέτρα. Περπατήσαμε δέκα μέρες και φτάσαμε στο Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι ήταν καλοί. Δεν μας πείραξε κανένας. Έρχονταν πρωί πρωί και φώναζαν «αϊράν», δηλαδή ταν (ξινόγαλο). Εμείς το ξέραμε και αγοράζαμε. Όλη μέρα γυρίζαμε στα σπίτια, με απλωμένο χέρι, και ζητιανεύαμε. Μερικές φορές μας έδιναν ψωμί και μυζήθρα. Οι Τούρκοι έρχονταν τη νύχτα και χτυπούσαν τις πόρτες για να μας ληστέψουν.
Στο Χουνούζ μείναμε οχτώ μήνες. Οι Κούρδοι φορούσαν ακόμη τις παραδοσιακές φορεσιές τους. Μας είπαν, αν θέλαμε να μείνουμε μόνιμα εκεί, να μας δώσουν οικόπεδα και χωράφια να χτίσουμε σπίτια. Μια από τις Σανταίες, που ήξερε καλά τουρκικά, είπε να πάμε στον καϊμακάμη (νομάρχη). Μαζευτήκαμε όλοι και πήγαμε. Στην πόρτα του καϊμακάμη, φωνάζαμε, «Σκοτώστε μας, εδώ είμαστε. Θέλουμε να γυρίσουμε στη Σάντα. Δεν θα μείνουμε στο Κουρδιστάν». Δεν ξέρω τι συμφώνησαν. Αφού καθήσαμε αρκετό καιρό, μας είπαν οι Κούρδοι ότι θα γυρίσουμε στην πατρίδα μας.
Από το Χουνούζ περπατήσαμε πάλι όλοι μαζί και μετά από μια εβδομάδα φτάσαμε στο Ερζερούμ. Στον δρόμο, αρκετοί μας έδιωχναν από τα χωριά , απ' όπου περνούσαμε. Μέχρι να φτάσουμε στο Ερζερούμ, πέθαναν και άλλοι. 

Στο Ερζερούμ δεν βρήκαμε κανέναν από τους δικούς μας. Μας είπαν ότι πέθαναν όλοι. Από το Ερζερούμ μας έφεραν στην Τραπεζούντα, όπου μείναμε μία εβδομάδα, μέχρι να έρθει καράβι. Ήρθε ένα καράβι τουρκικό, το «Τοντσαμάρ». Μας φόρτωσαν, άρον άρον, στο καράβι, όποιος προλάβει, ο ένας επάνω στον άλλον, να κλαίνε, να φωνάζουν. Και τα αμπάρια γέμισαν κόσμο. 
Στη Σαμψούντα, όπου σταμάτησε το καράβι, ανέβηκαν κι άλλοι, οι περισσότεροι αντάρτες. Φασαρία, κακό, φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Μας πήγαν στον Άγιο Στέφανο, στους στρατώνες. Άλλους τους πήγαν στο νησί Χάλκη. Μας πέρασαν από τον κλίβανο. Πλυθήκαμε καλά, γιατί είχαμε πολλές ψείρες.
Η Κωνσταντινούπολη ήταν ελληνική πόλη και οι Έλληνες φρόντιζαν για εμάς. Στον Άγιο Στέφανο μείναμε σχεδόν έναν χρόνο. Όσοι μπορούσαν, πήγαιναν για δουλειά στην πόλη έκαναν κανένα μεροκάματο κι έτσι δεν υποφέραμε πολύ. Έλεγαν ότι έστειλε η Αμερική βοήθεια, σε ρούχα, τρόφιμα και πολλά ψωμιά, που περίσσευαν και τα πετούσαν στη θάλασσα. Εκεί, ανασάναμε λίγο, αλλά η σκέψη μας ήταν πότε θα μας πάνε στην πατρίδα μας, την Ελλάδα.
Από την Πόλη μας έφεραν με καράβι στην Καλαμαριά, που ήταν όλο λάσπες, παράγκες και αντίσκηνα. Μας είπαν, αν θέλετε να μείνετε εδώ, θα σας βάλουμε στις παράγκες. Οι δικοί μας δεν μπορούσαν να μείνουν στις λάσπες, ήθελαν βουνό, να κάνουν κτηνοτροφία, όπως ήταν μαθημένοι, να φροντίζουν ζώα και να έχουν και καθαρό αέρα.
Τελικά, μας έφεραν στη Βέροια, όπου είχε πολλούς Τούρκους έως την Ανταλλαγή. Όλα ήταν τουρκικά. Βρήκαμε την εκκλησία του Άι Γιάννη. Υπήρχαν και πολλοί Πόντιοι που ήρθαν πιο μπροστά από περιοχές της Ρωσίας. Υπήρχαν άδεια τουρκικά σπίτια. Οι δικοί μας, οι Σανταίοι, δεν θέλησαν να μείνουν στη Βέροια, γιαυτό συγκρότησαν επιτροπή που θα πήγαινε ψηλότερα, στα βουνά, να βρει μέρος για εγκατάσταση. Τα μέλη της επιτροπής πήγαν στην περιοχή της Καστανιάς, όπου έμεναν Σαρακατσάνοι. Το μέρος άρεσε στα μέλη της επιτροπής, που είπαν να πάμε εκεί, για να κάνουμε το χωριό μας. Οι πρώτοι που πήγαν εκεί φοβήθηκαν τους Σαρακατσάνους.
Το κράτος μας έδωσε αγελάδες και πρόβατα. Εμείς, από αγελάδες ξέραμε καλά, αλλά για πρόβατα τίποτε. Πηγαίναμε εμείς οι μικροί και βοσκούσαμε τα πρόβατα, που πήγαιναν κάτω από τα δέντρα για τη σκιά. Οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να κλέβουν τα πρόβατά μας και τα άλογα. Κάναμε παράπονα, εκείνοι αγρίεψαν. Και τότε είπαν οι δικοί μας : "Από τους Τούρκους γλιτώσαμε και θα φοβηθούμε αυτούς;", ήρθαν και άλλοι Σανταίοι και διώξαμε σιγά σιγά τους Σαρακατσάνους.
Στην αρχή, κοιμόμασταν έξω, στο ύπαιθρο, μετά μας έδωσαν οικόπεδα. Χτίσαμε με πέτρες και με λάσπη τα σπίτια μας. Ήταν μικρά και χαμηλά. Χτίσαμε και έναν φούρνο. Μας έδωσαν και αλεύρι. Οι γυναίκες ζύμωναν και μοίραζαν τα ψημένα ψωμιά σε όλους. Έμαθαν και άλλοι Πόντιοι και σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται για εγκατάσταση εδώ, γιατί είχε καλό κλίμα. 
Ο Χαριτάντης και ο Πασαλίδης, και οι δυο Σανταίοι, ήταν γιατροί. Έλεγαν στον κόσμο να έρθει εδώ. Στη Βέροια είχε στάσιμα νερά, καλαμιές και κουνούπια. Οι άνθρωποι αρρώσταιναν, πρηζόταν η κοιλιά τους και είχαν πυρετό. Κάθε μέρα πέθαιναν πολλοί από ελονοσία (τον ψύχον).
Με τα χρόνια, έχτισαν αρκετοί σπίτια εδώ και έκαναν και κατασκηνώσεις. Ζούσαμε από τους παραθεριστές, στους οποίους πουλούσαμε τα προϊόντα μας. Έτσι σπουδάσαμε και τα παιδιά μας, δάσκαλους, καθηγητές
Εγώ παντρεύτηκα, το 1933, τον Θεόδωρο Κουτμηρίδη και ήρθα εδώ στη Μικρή Σάντα. Ήμουν όλο χαρά, γιατί εδώ ήταν πολλοί συγγενείς και γνωστοί, που μιλούσαν όλοι ποντιακά. Είχαν έρθει πιο νωρίς από τη Ρωσία. Εδώ έκανα οικογένεια, απέκτησα πέντε παιδιά, από τα οποία ζουν ο Αλέξανδρος και η Μαρία. Μένω με τον γιο μου και τη νύφη μου Ειρήνη. Έχω τέσσερα εγγόνια και πέντε δισέγγονα. Εδώ ήρθα δεκαοχτώ χρόνων. Σχολείο πήγα έναν χρόνο. Είχαμε δάσκαλο τον Τοπαλίδη. Στην Καστανιά πήγα άλλα δύο χρόνια στο σχολείο. Ολόκληρη η ζωή μας ήταν ταλαιπωρία, πείνα, εξορίες, πορείες για πολλές μέρες, πεινασμένοι, φορτωμένοι, από τόπο σε τόπο. Δόξα τω Θεώ που φτάσαμε, τελικά, στην πατρίδα μας, την Ελλάδα.



Νίκος Τελίδης









Πηγη: "ΠΟΝΤΙΑΚΑ"