Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Παλιννόστηση στις γλυκές πατρίδες

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Αναζητείται ό Γιώργος Σουμελίδης, γεννηθείς τό 1915 στην Σαμψούντα. Κατά την Μικρασιατικήν καταστροφήν η μητέρα του τον παρέδωσε εις μιαν οικογένειαν αγνώστων στοιχείων».
Ο μικρός Γιωρίκας είχε μια ελιά στον ώμο και καστανά μαλ­λάκια. Στοιχεία δεν υπήρχαν άλλα και ίσως μιά ελιά στον ώμο νά έκανε τή μάνα του νά τον βρει.
Και συνέχιζε χρόνια ένας κατάλογος με Ματθίλδες άπό την Ανατολική Θράκη, με Προδρόμους από τήν Καππαδοκία, με Φωτει­νές από τή Σμύρνη, μέ Ταμάμες άπό τήν Τραπεζούντα.
Στο τέλος, έλεγε, ακούσατε αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
Εγώ τά άκουγα από τό ραδιόφωνο στην Πόλη και δεν καταλάβαινα. Μόνο μέ συγκινούσαν αυτές οί ανθρώπινες ιστορίες, που σέ μία παράγραφο χωρούσαν όλα τά Πάθη του Χριστού.
Αργότερα κατάλαβα ότι, πριν τή Μικρασιατική Καταστροφή και τήν προσφυγιά που ήρθε στην Ελλάδα, προηγήθηκε κι άλλη. Αυτές οι δυο προσφυγιές ενωμένες έκαναν τις ατελείωτες λίστες αγνοουμένων στο ραδιόφωνο, δηλαδή τό χαμό.
Στό μεταξύ άκουγα και ζούσα ωραίες ιστορίες ανθρωπιάς που γράφονταν ανάμεσα στους Ελληνικούς και τους Τουρκικούς πλη­θυσμούς στις άσχημες εκείνες περιόδους. Και πάντα λαχταρούσα ό Θεός νά μου έδινε μιά ωραία πένα νά γράψω γι' αυτές.
Εγώ προσωπικά δέ θά ξεχάσω μέσα στις τραγικές μέρες τον Τούρκο αστυνόμο που ήρθε νά μας ανακοινώσει τήν απέλαση του πατέρα μου, τό 1964.
Γιά τον ανθρώπινο τρόπο που μας τό είπε και προπαντός αργότερα που μας ενημέρωσε γιά τήν καινούργια τρο­ποποίηση των απελάσεων που έγινε και που συγκαταλεγόταν και ή μάνα μου, η οποία δεν απελάθηκε.
Επίσης, όσο ήμουν φοιτητής Οδοντιατρικής στην Πόλη, κανέ­νας συμφοιτητής μου δεν μέ έφερε σε δύσκολη θέση. Ο Θεός αυτή τήν ωραία πένα δεν μου τήν έδωσε για να τα εξιστορήσω όλα αυτά, όπως θα ήθελα. Και γι' αυτό ζηλεύω τή Διδώ Σωτηρίου!
Ευτυχώς ό Θεός μου έστειλε ένα αρχείο... Τό βρήκα στα χέρια ενός εμπόρου και αναφέρεται στην περίθαλψη, η οποία είναι από τή φύση της υπόθεση της ειρήνης κι όχι του πολέμου.
Απευθύνθηκα σέ διάφορα πρόσωπα. Δέν ανέλαβε κανείς να γρά­ψει τα κείμενα. Έτσι αποφάσισα να τά γράψω μόνος μου, επειδή αισθανόμουν τήν ανάγκη νά γίνει πιο γνωστή ή δραματική αύτη περίοδος και κυρίως τό Αρχείο μου και νά τά παρουσιάσω σε όποιον ενδιαφέρεται νά τά εκδώσει.
Τό πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα τό ταλέντο, τήν κατάλληλη συγ­γραφική γνώση. Τό θεώρησα θράσος. Άρχισα νά ενδιαφέρομαι, είδα ότι κάτι μπορούσα νά γράψω.
Στηρίχθηκα στα στοιχεία μου, στη μνήμη, στα βιώματα μου, στις μαρτυρίες, στη σχέση μου μέ τά γεγονότα, ξέροντας ότι αυτά δεν είναι επαρκή εφόδια.
 Γι' αυτό και ζητώ τήν κατανόηση του αναγνώστη. Είπα: «Αριστοτέλη, οί μισοί πρόγονοι σου από τήν Ήπειρο πήγαν στο Αρβανιτοχώρι, κοντά στο Βόσπορο και τό πολωνικό χωριό «Polonez kOy».
Στις μετα­τοπίσεις των πληθυσμών, τό σόι της μάνας σου πήγε κάπου εκεί κοντά. Στο Πασά Μπαχτσέ, και ξανά πίσω και μετά στην Πόλη και άλλοι στην Ελλάδα.
Ο πατέρας σου από τό Αλιβέρι της Ευβοίας στην Πόλη και μετά στην Αθήνα. Εσύ από τήν Πόλη στην Αθήνα στο Καλαμάκι. Νά πάρει ή ευχή, από εκατό γενεές πρόσφυγας είσαι. Δέν θά γράψεις δυο σωστές γραμμές γι' αυτούς;»
Σημαντικό εφόδιο γι' αυτή μου τήν καταγραφή είναι ότι θυμάμαι τις διηγήσεις της θείας Ζωής από τό Αρβανιτοχώρι που εξηγούσε πώς τους «σηκώσανε» από τό χωριό τους. Γιά τους Τσέτες, πού όταν έρχονταν, πώς τυλίγανε τις κοπέλες στην ψάθα για να μην τις βρουν.
Αλήθεια, τί σοφό εύρημα ή ψάθα γιά τήν προκείμενη περίπτωση! Πού σέ κρύβει, αλλά και σου επιτρέπει νά πάρεις ανάσα.
Κι όταν εκείνη διηγιόταν αυτά -και τά διηγιόταν πολλές φορές-εγώ ασχολιόμουν μέ τήν Σιλβύ Βαρτάν, τον Θεοδωράκη, τή Μούσχουρη, τους Aphrodite's child, τή Βίκυ Λέανδρος, την Αζντά Πεκκάν, που τους άκουγα από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Πόλης.
Τό Νταλάρα, τό Διονύση Σαββόπουλο και την Αρλέτα τους άκουγα από τους ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, τούς δημοτικούς τραγου­διστές τούς αγάπησα αργότερα.
Όμως κάτι έμεινε στο μυαλό μου και τό κατέγραφα. Γράφοντας αυτά τά κείμενα συγκρατούσα τή συγκίνηση μου, δεν ήθελα νά την περάσω στο χαρτί, γιατί δεν είμαι δεξιοτέχνης της πένας και, επιπλέον, φοβήθηκα ότι δέ θά τύχω ευμενών σχολίων. Και τούτο δεν τό ήθελα, μιας και στις μέρες μας η κριτική... είναι εύκολη.
Διαβάζοντας τις πηγές ξαναζούσα τά βιώματα μου. Θυμήθηκα, όταν μιά μέρα άνοιξα τό ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας και άκουσα ένα πολύ γνωστό μουσικό μοτίβο στην Ελλάδα και στην Τουρκία.
 Μετά, ένας μελετητής είπε ότι είναι Βυζαντινό. Και τότε έκανα τή σκέψη, γελώντας, ότι μέ Βυζαντινό μοτίβο σέ Τουρκικούς στίχους τά «κακά παιδιά» της πόλης σατιρίζουν...
Όταν διάβαζα τραγούδια ή ποιήματα αντιπροσωπευτικά γιά τά κείμενα πού θά δείτε παρακάτω, δεν δυσκολεύθηκα στο γλωσσάριο. Επίσης, και στα έγγραφα του αρχείου πού απευθύνονταν από τις επαρχίες προς τό κέντρο.
Όταν έγραψα γιά διάφορες περιοχές πού αναφέρομαι, τις είχα δει. Τις έφερνα στα μάτια μου.
Προπαντός της Πόλης, ήξερα και τά κτίρια. Ακόμα και οί γεύσεις έρχονταν στο στόμα μου, όταν έγραφα γιά τό τμήμα Πανόρμου πού ήταν ελαιουργοί. Ήξερα τή γεύση του νόστιμου λαδιού της. Της Τραπεζούντας τό βούτυρο, του Πόντου τό φουντούκι.
Όταν έγραφα γιά τό Ζάππειο, συγκινήθηκα. Ήταν τό σχολείο πού έμαθα τά πρώτα μου γράμματα. Όταν διάβασα ένα έγγραφο που αναφερόταν στο MISIR CARSI (Αγορά Αιγύπτου), μύριζα την ανάκατη aπό μπαχάρια μυρωδιά του.
Όταν διάβαζα τό τμήμα Δέρκων και Χαλκηδόνος, γιά τον Γενή Μαχαλέ του Βοσπόρου, ήρθε στό νου μου η μυρωδιά και η θέα της θάλασσας του και του μοβ σαλκιμιού... (γλυσίνα), πού αναρριχώταν στις προσόψεις τών σπιτιών. Θυμήθηκα ότι εκεί είδα γιά πρώτη φορά ποντιακό χορό χωρίς τή διδασκαλία κανενός.
Είχα κάνει σκασιαρχείο από τό σχολείο και πήγα στο Σαρίγιερ. Επειδή ήταν μεγάλη η απόσταση από τό σχολείο στο Σαρίγιερ και περνούσε ένα τμήμα του χρόνου που έπρεπε νά συμπληρώσω ώσπου νά γυρίσω σπίτι, περνούσα από τή μαγευτική παραλία του Βοσπόρου.
Αφού έφαγα τή φημι­σμένη μπουγάτσα της περιοχής του Σαρίγιερ και κάπνισα ένα άπό τά πρώτα πιο ωραία τσιγάρα τής ζωής μου αγναντεύοντας τις Συμπληγάδες Πέτρες, σκέφτηκα νά πάω ως τό Τελλή Μπαμπά.
 Κι έτσι πέρασα μπροστά από τον Άη-Γιάννη του Γενή Μαχαλέ. Και ακούω άπό τό παράθυρο ενός σπιτιού μουσική ραδιοφώνου, τους αρμονικούς ήχους μιας εξαιρετικής ποντιακής λύρας και στην αυλή του σπιτιού βλέπω κάτι παιδιά νά χορεύουν μέ τήν παιδική τους ευκινησία, πηδώντας, τρέμοντας τά ωμάκια τους και έμοιαζαν νά κάθονται σέ αόρατα καθίσματα, κάνοντας κάτι περίπλοκους βημα­τισμούς.
Μετά, συνέχιζαν νά σπαρταρούν και όσο κόρωναν τά τέλια του κεμεντσέ (οί χορδές τής ποντιακής λύρας), τόσο έπαιρναν φωτιά οί γυμνές πατούνες (πατούσες) τους, που τις χτυπούσαν στο χώμα κραυγάζοντας: «Χά! Χά! Χά!».
Σκέφτηκα, ότι αυτός ό χορός, ίσως, θά αναπαριστούσε τά χαψία[1] (γάβροι) που σπαρταρούν στη στεριά, όταν τά βγάζουν από τή θάλασσα και έμοιαζε τό σπαρτάρημά τους μέ τους διωγμούς που είχε υποστεί ό λαός που τον χόρευε. Τά παιδιά έπρεπε νά τά έλεγαν Ρετσέπ, Τεμέλ[2].
Θυμάμαι ιστορίες από τήν Πόλη, πολλές φορές κωμικοτραγι­κές, γιά τά Tavan Taburu, που σημαίνει τάγματα ταβανιού. Πώς νά πουν χιουμοριστικά τους λιποτάκτες τών Amele Taburu (τάγματα αγγαρείας), που κρύβονταν στα διάκενα τών ταβανιών;
Οί λιποτάκτες περνούσαν από διάκενο σε διάκενο και έκαναν παρέες. Πολλές φορές ήθελαν και κανένα ρακάκι μέ λίγο τσίρο γιά μεζέ και αυτό ήταν τό πρόβλημα μιας χήρας ολομόναχης. Γιατί; Μα δεν δικαιολογιόταν τόση μυρωδιά του τσουρουφλισμένου τσίρου και του ρακιού. Πώς νά περάσουν τόσο χρονικό διάστημα τά παλληκάρια μέσα στο κλουβί; Έχω την εντύπωση ότι τό ίδιο έκαναν και οι Τούρκοι λιποτάκτες.
Μέσα από όλα αυτά, ό τίτλος μου ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό μου:Η παλιννόστηση. Δέν αναφέρεται μόνο σ' αυτή του 1918. Εγώ γράφοντας παλιννόστησα μέ την ψυχή μου στην Πόλη, αλλά και στις άλλες περιοχές που δεν μου είναι άγνωστες.
Μέ αυτή τή σκέψη, πιστεύω ότι πολλοί θά παλιννοστήσουν, όταν διαβάσουν γιά τή δική τους πατρίδα, μιας καί αναφέρονται πολλές.
 Όσο γιά τό «γλυ­κές», ε! Πόσα γλυκά έχουμε μέ τή μεταφορική σημασία της λέξης, εκτός από τό ψωμί, τή Μάνα, τήν Παναγιά καί τήν πατρίδα, πού είναι μακριά καί τήν νοσταλγούμε;
Όταν διάβαζα τις πηγές, πολλές φορές δεν κατάλαβα ποιος λαός αγαπούσε ποιόν, αφού τον έβρισκα νά βοηθάει, νά φιλοξενεί γιά νά προστατεύει ό ένας τον άλλον κι άλλες φορές νά τον πολεμάει. Αργότερα, κατάλαβα ότι κι εκεί ήταν τό παζάρι των ψυχών, όπως λένε οί Τούρκοι.
Ένα άλλο από τά προβλήματα πού αντιμετώπισα ήταν ότι ήθελα νά κάνω μιά μελέτη σχετικά μ' αυτή τήν περίοδο αλλά καί νά δώσω τις απαραίτητες γνώσεις γιά νά καταλάβει ο αναγνώστης καλύτερα τό Αρχείο.
Έχω αρκετά έγγραφα καί καταλόγους ορφανών πού δεν υπάρχουν σ' αυτό τό βιβλίο. Τά θέτω στη διάθεση τού κάθε ενδιαφερόμε­νου. Ανήκω σέ μία ρομαντική γενιά πού μιλούσε γιά ειρήνη, γιά τήν αγάπη των λαών. Τά τελευταία χρόνια δεν τά ακούω. Τόσοι λίγοι μείναμε ή ντρεπόμαστε νά μιλήσουμε; Τόσο άλλαξαν οί εποχές;
Στο κείμενο θά διαβάσετε γιά γνωστούς πολιτικούς, κληρικούς καί απλούς ανθρώπους. Ή ψυχή μου όμως ήταν μέ τούς άγνωστους, μέ τά παιδιά, μέ τις γυναίκες, αλλά καί μέ τούς άντρες, γι' αυτούς πολλές φορές δεν μιλάμε. Σαν νά φταίνε αυτοί που άλλοι τους όπλισαν τα χέρια.
Όταν άρχισα νά γράφω αυτό τό πόνημα, είχα τρεις σκοπούς: Νά τά γράψω από φιλειρηνική διάθεση και σκοπιά, γιατί πάντα αυτό έχω ώς αρχή και πίστη, γι' αυτό και δεν πήγε τό χέρι μου στην περιγραφή όλης της σκληρής πλευράς τής εποχής. Ευτυχώς που ή περίθαλψη είναι από μόνη της φιλειρηνική.
Νά γίνει γνωστή μιά άγνωστη γιά πολλούς πλευρά τής ιστορίας, νά δημοσιευτούν αυτά τά ιστορικά έγγραφα. Νά γράψω κείμενα απλά, κατανοητά, χωρίς νά θεωρώ δεδομένο ότι ό αναγνώστης πρέ­πει νά ξέρει ορισμένα πράγματα, νά τά καταλάβει ο πολύς κόσμος.
Οί κατάλογοι τών ορφανών, οί Επιτροπές Βοήθειας, τά άρρωστα παιδιά που θά δείτε στις φωτογραφίες, τι επίκαιρα που είναι και σήμερα, άσχετα από θρησκεία, χρώμα και πατρίδα !
... Θά ήθελα νά κάνω μιά πρόταση σέ σας τους μεγάλους που κινείτε τά νήματα τής ανθρωπότητας. Από καταβολής γης υπάρχει μιά συνταγή.
Νά, εσείς που περπατάτε μ' ένα ποτήρι σαμπάνιας στο χέρι και αποφασίζετε γιά τήν ειρήνη(!) του κόσμου και γιά τό καλό τών λαών!
Βλέπετε αποδεδειγμένα, ή ειρήνη δεν έρχεται, ό κόσμος πεθαίνει. Μήπως ήρθε ό καιρός νά μας αφήσετε λίγο ήσυχους; Όπως ξέρετε καλύτερα, ό βομβαρδισμένος από τήν ολέθρια τεχνο­λογία σας, από τήν μόλυνση και τήν παραφροσύνη σας πλανήτης μας δεν θά μας αφήσει νά τον χαρούμε και πολύ.
  


[1] Αγαπημένο ψάρι τών Ποντίων συνυφασμένο μέ τή λαϊκή τους παράδοση «Χαψία, χαψία, φατέστεν σκυλ' παιδία/ και ντ' έμορφα μαειρεύει ατά ή θεία μ' ή Δοξία».
[2] Χαρακτηριστικά ονόματα τών Μουσουλμάνων Ποντίων (όπως ό Μανόλης στην Κρήτη).




Αρης Κυριαζής
"ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΓΛΥΚΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ" 1918-1922
Εκδοσεις Φανάριον
Αβέρωφ 2 Τ.Κ. 104 33 
τηλ. 210 5238305