Έθιμα του γάμου:Το ξούρισμα του γαμπρού και του κουμπάρου

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Την Κυριακή ο γαμπρός καθισμένος επάνω σ' ένα σκαμνί, που το λέγανε «γαμπροσκάμν'» ή «νεγαμοσκάμν'», στη μέση του μεγάλου δωματίου του σπιτιού, το οποίο ονόμαζαν «όσπίτ'», ξυρίζονταν από τον κουρέα. Μαζί του ξυριζόταν και ο κουμπάρος, 10-12 συγγενείς, από τους οποίους ο ένας ή οι δύο έπρεπε να είναι συγγενείς της νύφης, και οι καλετέρ'».

Το ξύρισμα άρχιζε αφού πρώτα ο κουρέας ευχόταν το γαμπρό να είναι «καλορίζικος» και σταύρωνε με το ξυράφι το μέτωπο του, παίρνοντας ένα φιλοδώρημα.

Δύο «καλετέρ'» έστεκαν ο ένας από τη μια κι ο άλλος από την άλλη μεριά του γαμπρού και τραγουδούσανε τραγούδια ηρωικά ή ψέλνανε το «άξιον εστίν ως αληθώς...» κλπ.

Οι νέοι σχημάτιζαν γύρω από το γαμπρό δύο χορούς, τον ένα δεξιά και το δεύτερο αριστερά του, τραγουδώντας ο μεν πρώτος τους παρακάτω στίχους:

Έναν πιρνήν πιρνίτζικον Κυριακήν ημέραν

έβγαίν' η κόρ' ας σο λουτρόν κι ο γιό μ' άς σον μπερμπέρην

πάγει να μπερμπερίζεται, να φαίνεται ντιλμπέρης.

Κινάτε δούλοι, στρώσετε 'ς έναν χρυσόν κρεββάτι,

να πέφτ' ο γιό μ' να κοιμηθεί τρία νύχτας κ' ημέρας

ύπνον γλυκύν και νόστιμον απέσ' 'ς σα μανουσάκια.

Κι όντας ξυπνίστ' εντράνεσεν η σερμαγιά τ' επήγεν.

Δώσ' με, κόρη, τα άσπρα μου, δωσ' με την σερμαγιά μου,

κι ούτε τα άσπρα μ' έμειναν ούτε ή σερμαγιά μου.

ο δε δεύτερος χορός τους παρακάτω αντίστροφους στίχους:


Η σερμαγιά σ' εν η νεόνυμφος ολόχρυσον καμάρι,

η σερμαγιά σ' εν η νεόνυμφος μούσχον και μυρωδίαν.

Να ζούνε και να χαίρουνταν και να πολυτεκνούνε.

Αμπέλια με τα κλήματα, θάλασσα με τα κύματα,

'ς σόν ουρανόν θέλω ν' αναβώ, 'ς τα σύννεφα να κάτσω.

να πάρω μελάν' και χαρτίν τα κάλλη σου να γράψω,

να ψάλλω γαμπρέ τ' όνομα σ', νύφε την εμορφία σ'.


Στο Τρούψη ερχόταν την Κυριακή το πρωί ο κουμπάρος, ο οποίος λεγότανε «σαβτίτσης», και ακολούθως ο κουρέας ο οποίος ξύριζε και το γαμπρό και τον κουμπάρο με τη συνοδεία λύρας, ενώ ο κόσμος έξω χόρευε με ζουρνά, νταούλι, κλαρίνο ή λύρα ή τουλούμπαν (γκάιντα).

Όταν δε τελείωνε η περιποίηση τους, διακόπτονταν ο χορός και όλοι οι προσκαλεσμένοι, συνοδεύοντας το γαμπρό, πηγαίνανε να παραλάβουνε τη νύφη από το πατρικό της σπίτι.

(Κ.Σ. Ιορδανίδης)

Στην περιοχή της Ματσούκας (Άγουρσα κλπ.) το «στρούλιγμα», δηλαδή το ξούρισμα και το ντύσιμο του γαμπρού, ανήκε στα καθήκοντα του κουμπάρου.

Τοποθετούσαν το γαμπρό πάνω στο «γαμπροσκάμν'», ο δε κουρέας έδενε γύρω στο λαιμό του ένα μεγάλο ασπροσέντονο ή μια πλατιά μαντίλα, την οποία κρατούσαν από τις άκρες εφτά «μονοστέφανα ζευγάρια». Πρωτόγαμα δηλαδή ζευγάρια, τα οποία οι Ρωμαίοι ονόμαζαν «προνούμπι». Τα ζευγάρια αυτά σχημάτιζαν γύρω από το γαμπρό κύκλο χορού.

Ο κουμπάρος η καμιά φορά και ο κουρέας μετά από το σαπούνισμα του γαμπρού έπαιρνε το ξυράφι στο χέρι και κάνοντας μια κίνηση σταυρού στον αέρα, γύρω στο πρόσωπο του γαμπρού, ρωτούσε την ομήγυρη:

«Με την άδεια σας, να τον ξουρίσουμε;»

«Δεν μπορείς!», απαντούσε η ομήγυρη.

Η ερώτηση αφού επαναλαμβανόταν για δεύτερη και τρίτη φορά σε ύφος παρακλητικό, έπαιρνε τελικά την απάντηση:

«Να τον ξουρίσεις!».

Και τότε άρχιζε ο κουρέας να τον ξυρίζει, ενώ ο λυριτζής έπαιζε ειδικό σκοπό, τα δε «μονοστέφανα» ζευγάρια χορεύανε με αργές και ρυθμικές κινήσεις, μετακινώντας τα δάκτυλα τους και κάνοντας γύρους γύρω από το γαμπρό το γνωστό χορό «ομάλ», τραγουδώντας συγχρόνως εναλλάξ το καθιερωμένο τραγούδι:

«Ξυρίστε άτον, στολίστε άτον, επάρτε άτόν κι ας πάμε».

Ξυρίστε τον, στολίστε τον, πάρτε τον και να πάμε ή

«Στρουλίστε τον αστρούλιγον κι ατόν τση θα στρουλίζ';».

Ξυρίστε και στολίστε τον αξύριστο κι αστόλιστο κι αυτόν ποιος θα τον στολίσει;

Άλλοι απαντούσαν:

«Ας εν καλά o κύρης του, ατόν θε να στρουλίζ».
Τό ίδιο επαναλάμβαναν και για τη μάνα και για τ' αδέλφια του. Αν o γαμπρός τύχαινε να είναι ορφανός, o χορός τραγουδούσε:

«Στρουλίστε τον αστρούλιγον κι ατόν τση θα στρουλίζει»
 Η δε ομήγυρη απαντούσε με λόγια συγκινητικά:

«Ας εν καλά η γειτονιά και όλη η αρχοντιά, ατόν θε να στρουλίζουν».
Ο κουμπάρος που σ' αυτές τις περιπτώσεις είχε το γενικό πρόσταγμα, έδινε τον τόνο του τραγουδιού, τραγουδώντας πρώτος αυτός και μεγαλόφωνα, ενώ οι υπόλοιποι επαναλάμβαναν το τραγούδι σιγότερα. Οι δε ευχές, «σήν ευκήν έσουν». «με την ευκήν των αγίων», έπαιρναν κι έδιναν.
Ο «περπέρ'ς» (ο κουρέας), τον οποίο καλούσε ο κουμπάρος να τον βοηθήσει στο ξύρισμα, άρχιζε συνήθως το έργο του με τις λέξεις:

«Το ξυράφ' κι κόφτ', θέλ' ακόνισμαν».

Κι επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις σε κάθε ξυραφιά, αναγκάζοντας έτσι τον κουμπάρο να το «ακονίσει» με το σχετικό φιλοδώρημα του!

Μετά το τελείωμα του ξυρίσματος ο γαμπρός σηκωνόταν όρθιος και οι δικοί του σπάγανε αμέσως επί τόπου το κάθισμα που καθότανε. Το σπάσιμο αυτό ήταν μια πρόληψη που σήμαινε ότι δεν έπρεπε να ξανακαθίσει ο γαμπρός άλλη φορά στο ίδιο κάθισμα για τον ίδιο σκοπό.

Στη συνέχεια ο κουμπάρος, βαστώντας «το πασλούκ», δηλαδή την κουκούλα (καλύπτρα) του γαμπρού, το ακουμπούσε από τη μια κι από την άλλη σταυρωτά στους ώμους του τρεις φορές: «εσταύρωσεν άτο ς σ' ωμία τ'», φωνάζοντας συγχρόνως τρεις φορές, τουρκικά:

«Σαρτούμ, σαράματουμ!»

Την έδεσε δεν μπόρεσα να τη δέσω.

Στην τρίτη δε σταυρωσιά συμπλήρωναν οι παριστά­μενοι:

«Σαρ πακαλούμ νε ολούρ».

Δέσε να δούμε τι γίνεται.

Και τότε την έδενε επιδεικτικά στο κεφάλι του γαμπρού. Παλιότερα ο γαμπρός αντί για κουκούλα φορούσε φέσι, δεμένο γύρω μέ χρωματιστό μαντίλι:

«φέσ' με το πλουμιστόν τη γιασμάν ολόγερα».

Στην περίπτωση εκείνη ο κουμπάρος σταύρωνε τη «γιασμάν» και την έδενε γύρω στο φέσι.

Μετά από τον κουμπάρο και η μάνα του γαμπρού σταύρωνε στο στήθος του ένα άσπρο μαντίλι και το έδενε στο δεξί μπράτσο του, έκανε δηλαδή το καλούμενο «μαντιλοδέσιμο».
Ύστερα από όλα αυτά όρθιος ο γαμπρός δεχόταν τις ευχές και τα δώρα των καλεσμένων.

Οι τελευταίοι έρχονταν στο σπίτι του γαμπρού μετά από την απόλυση της εκκλησίας και έφερναν ο καθένας από μια πίτα. Πολλοί δε από αυτούς ξανάφευγαν για να ξαναγυρί­σουν την ώρα που θα ξεκινούσε «ο γαμοστόλος», ενώ οι υπόλοιποι δεν το κουνούσαν από το σπίτι του γαμπρού, πίνοντας και χορεύοντας.

Τα δώρα που δεχόταν ο γαμπρός τα λέγανε «χάρια».

«τα χάρια, το στόλιομαν και τ' αρμάτωμαν τη γαμπρού».

Ήταν δε αυτά συνήθως κάλτσες, μαντίλια, ταμπακέρες και χρήματα. Τα τελευταία τα κρατούσε ο κουμπάρος για να του τα παραδώσει αργότερα, όταν δηλαδή θα καλούσε, μετά από το γάμο, τους νεόνυμφους σε ιδιαίτερο τραπέζι:

«'ς σά παιδοστρώδια».

Στο τέλος ο κουμπάρος έβαζε δύο βελόνες σταυρωτά πίσω στη φόδρα του σακακιού:

«'ς σ' αστάρ' του κοντεσί τη γαμπρού»

και στη συνέχεια «ξεθηκάριαζε και ξαναθηκάριαζε» την κάμα του τρεις φορές με αναστραμμένες τις παλάμες και την τοποθετούσε στη ζώνη του κι έτσι πάνοπλος πια ήταν έτοιμος γιά τό «νυφέπαρμαν».


Όλες οι παραπάνω προλήψεις αποτελούσαν μέτρα αμυντικά ενάντια:

«σα μαγείας και ς σό δέσιμον τη γαμπρού»,γίνονταν δηλαδή για την απομάκρυνση και την καθήλωση των πονηρών πνευμάτων, τα οποία πίστευαν πως μπορούσαν να επικαλεστούν οι αντίζηλοι και οι μοχθηροί για να του προκαλέσουν ανικανότητα, αφηρημάδες, μελαγχολίες κ.ά. Γι' αυτό πάντοτε φρόντιζαν «να δέσκουν τα δαιμονικά».

(Γ.Ι. Ζερτελίδης - Αν. Παπαδόπουλος - Ε. Χριστοφορίδης).


Στην Κερασούντα την ώρα που ξυριζόταν ο γαμπρός και ο κουμπάρος δύο χοροί τραγουδούσαν εκ περιτροπής το παρακάτω τραγούδι.
Απάνω σε ψηλόν βουνόν αϊτός έριχνε την φωνήν,

Βουνά μου, χαμηλώσατε, δένδρα μου κλίνετε κορφές,

Του Ρήγα γιος παντρεύεται, σήμερα στεφανώνεται.

' Ψηλόν βουνόν θεν' ανεβώ, τρεις κάμπους θε να κατεβώ.

να πελεκήσω μάρμαρα, να φτιάσω μαρμαρόλουτρον.
Θα βάλω κούρνες αργυρές και χελωνάρ ολόχρυσα,

να λούζετ' ο κυρνός γαμπρός ύστερα ο παράνυφος.

(I. Βαλαβάνης: Αρχείο Πόντου).



Η συνηθέστερα το παρακάτω:

Άκουε του γαμπρού η μάννα, τις νύφες η καλήμαννα

άκουε γλυκά κι όλα που στολίζεται ο γιόκας σου.

Χάλα. μάννα, 'ς την τσέπη σου και βγάλε τα κλειδά σου,

άνοιξε τα σεντούκια σου και βγάλε το τραπολάζι

να στολίζεται ο γιόκας σου του Σουλτάν-μπέη ο γιός


Και στη συνέχεια:

Τα περιστέρα πετούσαν χαμηλά, περδικούλα μου

'ς τους ουρανούς κι απάνω λάμπεις, γαμπρέ μου, λάμπεις,

λάμπεις κι ολολορίζεις και πολλές καρδιές μαραίνεις.

(Αρχείο Πόντου / Τόμ. Α., Ανατ. 1975).


Στα Κοτύωρα την Κυριακή το πρωί, την ίδια ώρα που ντυνόταν η νύφη, ξυριζόταν και ντυνόταν και ο κουμπάρος στο σπίτι του:

«εφόρτσαν τον κουμπάρον».

Ο γαμπρός δε, συνοδευόμενος από τη μουσική, πήγαινε με τους φίλους του, τον έπαιρνε και τον έφερνε στο σπίτι του:

«επήγαν επήραν τον κουμπάρον».

Μόλις δέ φτάνανε, άρχιζε το ξύρισμα και το στόλισμα του γαμπρού, ενώ γύρω του σχηματιζόταν κύκλος πού τραγουδούσε με τη συνοδεία μουσικής τα παρακάτω τραγούδια:


1 .Βάρκα θέλω ν' αρματώσω με οαρανταδυό κουπιά

Με πενήντα παλικάρια θα οε κλέψω μια βραδιά.


2.Ήθελα νάρθω το βράδυ μ' έπιασε ψιλή βροχή.

Κι' ας ερχόσουνα καημένη κι όπως ήτανε βροχή.

Ήθελα να σε ρωτήσω Τούρκα είσαι για Ρωμιά

Για Εγγλέζα, για Φραντζέζα, πούχεις τόσην ομορφιά.



3. Μαύρα τα μάτια π' αγαπώ μαύρα είν' σαν την ελιά

Κι όποιος τα γλυκοφιλήσει χάρο δε φοβάται πια.

Στη διάρκεια του ξυρίσματος του γαμπρού και του κουμπάρου ο κουρέας άφηνε αξύριστη τη μια μεριά του προσώπου, ώσπου να αναγκαστούν να «τάζ'νε» (να τάξουν, να υποσχεθούν) κανένα γλέντι, λέγοντας:

«Τό ξουράφ' κι κόφτ' εκελτεκόθεν, θέλ, ακόνισμαν».

Το ίδιο γινόταν και την ώρα του ντυσίματος τους. Τους κρατούσαν το ένα μανίκι του σακακιού και δεν επέτρεπαν να τα φορέσουν αν δεν έταζαν τα έξοδα για μια διασκέδαση.

 Η φράση δε που λεγόταν όταν ντυνόταν ο γαμπρός ήταν: «εφόρτσαν τον γαμπρόν».

(Ξ. Ξενίτας).

Στην Αργυρούπολη και σε άλλα μέρη της Χαλδίας ο κουρέας που ερχόταν να ξυρίσει το γαμπρό κρατούσε σκόπιμα το ξυράφι αναστραμμένο, ώσπου να αποσπάσει από τη μητέρα του γαμπρού ένα χρηματικό φιλοδώρημα.

Στο Κιουμούς Ματέν, το απόγευμα του Σαββάτου τα όργανα καλούσαν τους άντρες για το ξούρισμα, το οποίο πάντοτε γινόταν στην αυλή του σπιτιού.

Ξυρίζονταν όλοι οι αξύριστοι φίλοι του γαμπρού, ενώ τα όργανα έπαιζαν κι ο κόσμος γύρω τους χόρευε. Όταν δε ερχόταν η σειρά του γαμπρού, ο οποίος ξυριζόταν τελευταίος (απ' αυτό βγήκε και η παροιμία: τελευταίο ξυρίζουν το γαμπρό), η μάνα του, οι αδελφές του, οι θείες του, οι εξαδέλφες του και όλο το συγγενολόι του άρχιζαν να χορεύουν το χορό που λεγόταν «μαντίλα», κρατώντας η καθεμιά από ένα μαντίλι στο χέρι.

Μόλις δε τελείωνε ο χορός τα όργανα έφευγαν για το σπίτι της νύφης, στο οποίο ήταν παρόντες όλοι οι καλούμενοι συγγενείς και φίλοι της.

(Ι.Παπαπέτρου).




Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah