Santeos

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΒΟΗΘΑΤΕ ΟΛΑ ΤΑ BLOG ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΕΝΕΡΓΑ

Η ιστορία είναι το πιο επικίνδυνο από όλα τα προϊόντα του χημικού εργαστηρίου του ανθρώπινου μυαλού. Διεγείρει τα όνειρα, δηλητηριάζει τα έθνη, γεννά στην ψυχή τους στρεβλές μνήμες, γιγαντώνει, μέχρις υπερβολής, τις αντιδράσεις τους, ανοίγει τις παλιές πληγές τους, τα στερεί από το πνεύμα της ειρήνης και τα μπολιάζει με μεγαλομανία και μανία καταδιώξεως». ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ.(ΧΕΙΜΩΝΑΣ)-4ο

Η Σάντα  θα σκεπαστεί από τα χιόνια. Τα παγωμένα νερά θα κρεμαστούν  κρυστάλλινα σπαθιά από τις στέγες των σπιτιών, όμως ο ρυθμός της ζωής θα παραμείνει ο ίδιος. Τα γλέντια θα συνεχιστούν, θα γίνουν αρραβώνες, γάμοι, βαφτίσια, χοροί. Τίποτα δεν γίνεται εμπόδιο στη χαρά τους.
"Χορέψ'τεν παιδιάντ' χορέψ'τεν, ακόμαν Καλαντάρτσ εν!"
(Χορέψτε παιδιά χορέψτε ακόμα Γενάρης είναι!)
Έχουν καιρό ως την άνοιξη, ως την πικρή ώρα που θα πάρουν πάλι οι άντρες το δρόμο για την καταραμένη την ξενιτειά. Τώρα όλοι είναι χαρούμενοι.Μικροί,μεγάλοι,άντρες, γυναίκες. Τι και αν σαβανώθηκε το χωριό από τα χιόνια; Οι Σανταίες ακούραστες και εργατικές μερίμνησαν για όλα . Δεν λείπει τίποτα.
Τα ξύλα άφθονα στο τζάκι σκορπούν γλυκιά ζεστασιά, τα "μυλαστά λάχανα" (λαχανόσουπα) κοχλάζουν στο "χαλκοτσούκ"(χάλκινη κατσαρόλα), ενώ η "καβουρμά" γεμίζει με την μεθυστική μυρωδιά της όλο το σπίτι.
Στις κρύες νύχτες του χειμώνα μαζεύονταν οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονες στα σπίτια πότε του ενός πότε του άλλου και κάνουν τα "παρακάθα"(νυχτέρια). Ήταν και αυτά ένα είδος διασκέδασης στις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα.
Οι ηλικιωμένοι λέγαν ιστορίες από τα νιάτα τους ή από την ζωή τους στην ξενιτιά, ενώ οι γριές ιστορούσαν κι εκείνες περιστατικά από την ζωή τους, πότε ευχάριστα και πότε δυσάρεστα. Πολλές φορές λέγανε χωρατά ή ψεύτικες ιστορίες για να γελάσουν. Λέγανε ανέκδοτα, αινίγματα ή και γλωσσοδέτες, όπως:
Αίνιγμα: Έναν εν' και σ' όλα μπαίν'".
(Το όνομα).
Γλωσσοδέτης: Ακείνο το πέραν το ραχίν ποιος εσκεπαροπελεκετόρνεψεν'ατο. Τη σκεπαροπελεκετόρνευτου ο γιον εσκεπαροπελεκετορνεψεν ατο".
(Εκείνο το απέναντι βουνό ποιος το πετροπελέκησε. Του πετροπελεκητή ο γιος το πετροπελέκησε).
Γελούσαν όταν κάποιος δεν μπορούσε να το επαναλάβει. Άλλες φορές παίζανε χαρτιά, σκαμπίλα, δικά τους παιχνίδια, το φουρτ'(έντεκα),την μανέαν(μουντζούρα) και την "ξερήν".
Στα νυχτέρια προσφέρανε διάφορα κεράσματα: καρύδια, φουντούκια, ξερά φρούτα (τσίρα), βρασμένα  καλαμπόκια και κολοκύθα βραστή, κομμένη σε φέτες τα "μανάτα". Πολλές φορές ψήνανε στη χόβολη, στο τζάκι, πατάτες και κρεμμύδια και τα πρόσφεραν στους επισκέπτες. Στους άντρες, κυρίως στους ηλικιωμένους τους πρόσφεραν ρακί , αν είχαν με κάποιο μεζεδάκι.
Τα νυχτέρια έπαιρναν επίσημη μορφή όταν στο σπίτι της συγκέντρωσης υπήρχε ανύπαντρη κόρη. Οι οικοδεσπότες κάνανε κάθε προσπάθεια να φανούν ευχάριστοι και περιποιητικοί.  Στο μεταξύ κάποια γειτόνισσα ή συγγένισσα, εντελώς... τυχαία, απαριθμούσε μεγαλόφωνα ή ψιθυριστά τα προτερήματα της κόρης. Όσοι είχαν αγόρια για παντρειά έμπαιναν στο νόημα και άρχιζαν να το σκέπτονται.
Διαβάζοντας όλα αυτά, ίσως σχηματιστεί η εντύπωση πως τώρα τον χειμώνα θα ξεκουράζονταν επιτέλους οι γυναίκες. Όμως, όχι!!! Η ξεκούραση ήταν άγνωστη στις Σανταίες.
Ποτέ δεν έμεναν χωρίς δουλειά, από την πιο νέα ως την πιο ηλικιωμένη.
Οι κάπως ηλικιωμένες δεν καταπιάνονταν με τις βαριές δουλειές του σπιτιού. Μαγείρευαν μόνο και πρόσεχαν και τα εγγόνια, που δεν ήταν ένα ή δυο ,συνήθως τρία ως πέντε.
Καθισμένες στο "καραβάτ"-μακρύς καναπές, χτιστός ή ξύλινος, από την μια άκρη του δωματίου, ως την άλλη- πάνω στα μιντέρια, έξαιναν τα μαλλιά, τα λανάριζαν, έγνεθαν ή έπλεκαν "ορτάρα"(κάλτσες).
Όσο ανήμπορες και να ήταν προσπαθούσαν να προσφέρουν. Συμβούλευαν τα παιδιά, τα συνήθιζαν στην υπακοή και στην πειθαρχία, τα μάθαιναν προσευχές και τραγούδια, τα λέγανε παραμύθια και ιστορίες από τα παλιά.
Θεά της Εστίας του σπιτιού, ιέρεια της παράδοσης, η γιαγιά, η "καλομάννα", μεταλαμπάδευε από γενιά σε γενιά τις αρχές, τις αξίες, τα ήθη και τα έθιμα και με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκαν η εθνική και πολιτιστική μας ταυτότητα.
Αν υπήρχε μωρό στο σπίτι, κουνούσε την κούνια και το νανούριζε με κάποιο μακρόσυρτο λυπητερό τραγούδι της ξενιτιάς, ή με κάποιο νοσταλγικό τραγούδι της νιότης της.
"Ν'αϊλλοί εμέν' π' εγέρασα και εκρέμ'σα φτερόν
Εγώ πα'τεϊ νυφίτσα εμ' και με τ' έναν καιρόν-ι"
(Αλίμονο σε μένα που γέρασα και πέσαν τα φτερά μου
κάποτε ήμουνα κι εγώ νιόπαντρη νυφοπούλα).
Μετά από κάθε τραγούδι ακολουθούσε το στερεότυπο:"Να-νία,να-νία Να-νία και λω-λάια. Λω-λάια-λωλάια και ενώ εξακολουθούσε να κουνάει την κούνια έλεγε: Λαϊ- λαϊ- λαϊ! Ωω- Ωω- Ωω!( Το Λαϊ από το λαϊζω=κουνώ).
Και καλά οι ηλικιωμένες είχαν μια κάποια ξεκούραση, για τις νέες γυναίκες τα πράγματα ήσαν πολύ πιο δύσκολα. Μόλις χάραζε η μέρα, η νύφη έπρεπε να ξυπνήσει και ν' αρχίσει τις δουλειές. Αν κάποια ήταν λίγο υπναρού ή αρέσκοταν στον πρωϊνό ύπνο η πεθερά άρχιζε:
"Σκου νύφε ,σκου νύφε 'μέρωσεν!"
(Σήκω νύφη, σήκω νύφη, ξημέρωσε!).
Έχουμε και ένα σκωπτικό αλλά ενδεικτικό της υπερβολής, δίστιχο:
"Τρούτσου νύφε 'μέρωσεν", φώναζε ο πεθερός να ξυπνήσει η νύφη.
(Κλανιάρα νύφη ξημέρωσε!
"Φα' αφέντα φέγγος εν'"
(Να το φας αφέντη φεγγάρι είναι!). Την έπαθε ο πεθερός από την αυθάδη νύφη, γιατί είχε φεγγαράδα και εκείνος νόμισε ότι ξημέρωσε.
Η νύφη λοιπόν ξυπνούσε το πρωί και η πρώτη της δουλειά ήταν να μπει στο μαντρί, να το καθαρίσει, να ταΐσει τα ζώα, ν΄ αρμέξει τις αγελάδες και μετά να καθαρίσει την αυλή από τα χιόνια, καθώς και το κομμάτι του δρόμου που αντιστοιχούσε στο οικόπεδο του σπιτιού. Άνοιγε το δρόμο ως τη βρύση και τα γειτονικά σπίτια και μετά κουβαλούσε νερό να ποτίσει τις αγελάδες, γιατί τον χειμώνα δεν βγάζανε τα ζώα άπ΄ το μαντρί, να μη γλιστρήσουν στα χιόνια από τους πάγους.
Οι άντρες δεν έμπαιναν στον στάβλο γιατί το θεωρούσαν υποτιμητικό. Αν κάποιος βοηθούσε την γυναίκα του τον έλεγαν "γυναικωτό". Και οι πιο πικρόχολες έλεγαν:
"Σο μαντρί αφού εσέγκεν ατον,
σο βρακίν ατ΄ς πα΄θα βαλ' ατον".
(Αφού τον έβαλε στο στάβλο,
θα τον βάλει και στο βρακί της, δηλαδή θα του επιβληθεί).
Όταν ο καιρός ήταν κακός συνόδευαν τα παιδιά τους στο σχολείο.
Όταν τέλειωναν με τα ζώα, άρχιζαν το συμμάζεμα, το σκούπισμα, τα ο πλύσιμο, το ζύμωμα και τις άλλες δουλειές του σπιτιού. Κατάκοπες δεν καταλάβαιναν πότε βράδιαζε. Τάιζαν, κοίμιζαν τα παιδιά από νωρίς και κάθονταν να γνέσουν το μαλλί ή να μπολιάσουν τις κάλτσες που συνήθως φθείρονταν στις μύτες και στις φτέρνες,(εσλάευαν ορτάρα).
Μερικές ύφαιναν κιόλας. Οι αργαλειοί "αργαστέρα" ήσαν σε πρωτόγονη μορφή και σχετικά λίγοι στα χωριά, γι’ αυτό υπήρχαν υφάντρες με αμοιβή. Ύφαιναν κυρίως χοντρά μάλλινα υφάσματα-"τα σάλια". Τα μετρούσαν με ειδικό μέτρο το "το", που ισοδυναμούσε με δώδεκα πήχεις.
Από αυτά έραβαν οι γυναίκες τα καθημερινά τους ρούχα. Τσόχες για τις γυναίκες και παντελόνια" ζίπκας" και "σαλβάρα" για τους άντρες. Τα έβαφαν με φύλλα από κλείθρα-"κλεθρία" σε μαύρο χρώμα για τους ηλικιωμένους και μπλε σκούρο για τους νέους. Προηγουμένως έβαζαν το ύφασμα σε λεκάνες με νερό για να γίνει μαλακό και σφιχτό.
Από το ύφασμα αυτό έκαναν και ποδιές σε χρώμα εκάϊ "κεραμιδίν" και τις στόλιζαν γύρω με γαϊτάνια. Τις έδεναν με τα "κασίκια", που ήταν κορδόνια υφασμένα με ειδικό εργαλείο," τα τσαπάρα". Ήσαν χρωματιστά και σε διάφορα σχέδια. Τα "κασίκια" ήταν φαρδιά, περίπου τρεις πόντοι στο μέρος που αντιστοιχούσε στην ποδιά, "φοτά", μετά στένευε στα πλάγια στον έναν πόντο και κατέληγαν σε χρωματιστές φουντίτσες.
Με τα "τσαπάρα" έπλεκαν και τα λουριά για τα "τσαντάγια"(ταγάρια),τα "κουνοδέματα"-τα δεσίματα της κούνιας. Φημισμένα ήταν τα περίτεχνα "τσαντάγια" της Σαντάς, με την λεπτή ύφανση, τα πολύχρωμα σχέδια και τα πλουμιστά "κασίκια" που κατέληγαν σε πολύχρωμες φούντες στα πλάγια.
Τα ταγάρια και τα "ορτάρα" της Σαντάς γίνονταν ανάρπαστα στα γύρω χωριά, όπου τα πουλούσαν ή τα άλλαζαν με διάφορα αγροτικά προϊόντα- σιτάρι, ξηρούς καρπούς, φρούτα.
Όμως το μαλλί μέχρι να φτάσει να γίνει λεπτή κλωστή για ύφασμα "Σαλ" ή πλεχτό ήθελε πολλή δουλειά.
Πρώτα- πρώτα έπλεναν τα μαλλιά, τα στέγνωναν και μετρά μαζεύονταν όλη η οικογένεια, πολλές φορές και η γειτονιά και το έξαιναν, δηλαδή το άνοιγαν με τα δάχτυλα. Τα μαλλιά και τα αρνάκια "αρνομάλλ", τα χρησιμοποιούσαν για να γεμίζουν τα παπλώματα, τα στρώματα, τα μαξιλάρια. Όλα τους τα κρεββατικά ήσαν γεμισμένα με μαλλί, γιατί στην Σαντά έκανε πολύ κρύο.
Το μαλλί από τα πρόβατα, το "γιαπαούν" μετά το ξύσιμο το λανάριζαν σε πρωτόγονη λανάρα με σιδερένια δόντια. Το πρώτο μαλλί που έβγαινε από το λανάρι ήταν πρώτης ποιότητας και το λέγανε "ούτρα" και το δεύτερο "πουρτ'".
Με το "ζαρουδευτέρ" , ειδική βέργα, έκαναν το λαναρισμένο μαλλί χοντρό φυτίλι και το τύλιγαν σε μεγάλα κουβάρια τα "ζαρούδα". Κάθε φορά που ήθελαν να γνέσουν, έκοβαν ένα κομμάτι "πατούλ'" από το χοντρό φυτίλι και με το αδράχτι έκαμναν κλωστή χοντρή ή ψιλή, όπως την ήθελαν. Ανάλογα με την χρήση της κλωστής την έκαμναν δίκλωνη "δίκονον" ή τρίκλωνη "τρίκονον".
Με το μαλλί δεύτερης ποιότητας το "πουρτ", κάμνανε "τσαρχόσκοινα" δηλ. τσαρουχοδέματα. Επίσης με το "πουρτ" έπλεκαν κοντές κάλτσες με διάφορα σχέδια. Η τέχνη όλη βρισκόταν στην τέλεια εφαρμογή.
Από τις γυναικείες κάλτσες ωραιότερες ήταν εκείνες με τη δαντελλέ πλέξη που την έλεγαν "Κοραάντων πλουμίν", δηλαδή σχέδιο Κοραάντων.
Οι κοπέλες πλέκανε πολλά ζευγάρια κάλτσες ανδρικές και γυναικείες για την προίκα τους "τσέϊζα", γιατί απ' αυτές έκαμναν δώρα στο συγγενολόι του γαμπρού. Τις παιδικές κάλτσες τις έπλεκαν με μαλλί "αίας" δηλαδή κατσίκες, που ήταν πολύ μαλακό και ζεστό. Τις έκαμναν και αυτές δαντέλλες ή ίσια πλέξη, αλλά στο πλάι βάζανε ένα σχεδιάκι που το λέγανε "μελεσσιδίτσα".
Από μαλλί "τιφτίκ" κάμνανε κάλτσες τα πλουσιοκόριτσα, όπως λέει ο στίχος:
"Πάει ομάλα, πάει και τίκια
τα 'ορταρόπα τ'ς ειν' τιφτίκια".
(Πάει πλάι, πάει πάνω,
τα καλτσάκια της τιφτίκια).
Το "τιφτίκ" ήταν μαλλί πολύ καλής ποιότητας, απαλό και ζεστό.
Μαρία Σισμανίδου (1908-1978)
Οι εύπορες κόρες και νύφες το καλοκαίρι φορούσαν για γιορτινές "φιττικόζα κάλτσας". Ήσαν πλεγμένες με "φιλτίκ", βαμβακερή κλωστή γυαλιστερή, πολύ καλής ποιότητας, κάτι ανάλογο με το σημερινό μερσεριζέ.
Τις κάλτσες τις έπλεκαν με πέντε βελόνες, τα "καλτσοτσίβα". Γενικά τις βελόνες για το πλέξιμο τις λέγανε τσιπία ή τσιβία. Ήσαν τριών ειδών καμωμένες από χαλκό ή από ατσάλι: οι Χοντρές, οι μεσαίες και οι ψιλές.
Οι Σανταίες έπλεκαν στο χέρι και όχι στο λαιμό. Έπλεκαν γρήγορα, χωρίς να βλέπουν το πλεχτό, μόνο με την αφή. Τόσο είχαν συνηθίσει τα δάχτυλα τους στο πλέξιμο.
Αυτές ήσαν οι ασχολίες των γυναικών το χειμώνα. Να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, να γνέθει, να πλέκει, να ράβει, να ετοιμάζει τα ρούχα και τα τσαρούχια που θα φορούσαν την άνοιξη και το καλοκαίρι , όταν θα πήγαιναν στις εξωτερικές δουλειές.
Όμως ο παγερός και βαρύς χειμώνας είχε και πολλές χάρες. Πρώτα- πρώτα η Σαντά μάζευε τα παιδιά της. Ένα συνεχιζόμενο πανηγύρι ήταν ο χειμώνας με τα βαφτίσια, τους αρραβώνες και τους γάμους, που γίνονταν αυτή την εποχή. Το φαγοπότι του γάμου άρχιζε από το Σάββατο και τελείωνε τη Δευτέρα.
Όλοι ντυμένοι στα καλά τους ,με τη χαρά στο πρόσωπο, παρακολουθούσαν την τελετή. Οι νέες γυναίκες έλαμπαν μέσα στα αστραφτερά, μεταξένια, νυφιάτικα ρούχα τους (τα Ζουπούνας). Ήταν μεγάλη η χαρά τους να τα φοράνε, γιατί και όμορφα ήσαν και όμορφες αναμνήσεις έφερναν στο νου.
Τα νυφιάτικα μόνο στους γάμους τα φορούσαν. Στις άλλες διασκεδάσεις φορούσαν πάλι καλές μεταξωτές "ζουπούνες", αλλά όχι νυφιάτικες.
Στη Σαντά εξ άλλου συνήθιζαν να φοράνε δυο και τρεις "ζουπούνες", την μια πάνω στην άλλη, σε διαφορετικό μήκος και διαφορετικό χρώμα. Δεν ξέρω αν το επέβαλε η γυναικεία φιλαρέσκεια ή το υπερβολικό κρύο.
Όσο για τους ηλικιωμένους, εκείνοι καθισμένοι στα στρωμένα τραπέζια, καμάρωναν τα νιάτα που χόρευαν τους όμορφους, ζωηρούς, παλικαρίσιους χορούς με την γλυκιά μελωδία της λύρας και της γκάιντας (τουλούμ' ή αγγείον), ενώ ακουγόταν το τραγούδι:
"Χορέψ'τεν παιδέντ' χορεψ' τεν, ακόμαν Καλαντάρτ'ς εν
και ο χορόν πα' κλείδωσεν κι η νύφε πα' μαρμάρτσεν".
Χορέψτε παλικάρια, χορέψτε, Γενάρης ειν' ακόμα
Ο χορός έκλεισε κι η νύφη αστράφτει από ομορφιά.
Διασκέδαζαν και χαίρονταν μέσα στις τόσες αντίξοες συνθήκες της ζωής. Όμορφες, γενναίες 
 ψυχές...